Τον όρο «Γενιά του ʼ70» θαρρώ τον καθιέρωσε ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος, γύρω από τον οποίο συγκεντρώνονταν τότε αρκετοί νεότεροι ποιητές. Δεν συμφωνούσα ποτέ με αυτές τις «ταξινομήσεις» και «ομαδοποιήσεις», υποστήριζα πάντα τη μοναχικότητα και μοναδικότητα του κάθε ποιητή.
Δεν ανήκα σ’ αυτή την παρέα. Ούτε πολυσύχναζα σε συνάξεις, στέκια, ταβερνεία. Και περιστασιακά μόνο λάβαινα μέρος σε ποιητικές εκδηλώσεις. (Είχα την εντύπωση πως «δεν με παίζανε», ήμουν και ντροπαλή και καθόλου των δημοσίων σχέσεων…). Και, παρ’ όλο που συνδικαλίστηκα κιόλας για αρκετά χρόνια, δεν νομίζω πως έχτισα ποτέ καμιά βαθύτερη φιλία με κάποιον από αυτούς, τους σχεδόν συνομήλικους, ομότεχνους. Οι σχέσεις μας ήταν μάλλον «στον αφρό των ημερών».
Πιο συχνά απ’ όλους έβλεπα τον Γιάννη Κοντό, όταν εργαζόταν στον Κέδρο. Αυτός είχε έρθει πολλές φορές και σε διάφορα σπίτια μου –συνήθως μαζί με τον Βασίλη Στεριάδη και μετά με τη Νάσα Παταπίου. Πήγαινα κι εγώ καμιά φορά στο δικό του, του είχα αφιερώσει κι ένα ποίημα: μου το είχε ζητήσει, σε ανταπόδοση δικού του ποιήματος που μου αφιέρωνε, εγώ δεν συνήθιζα να κάνω αφιερώσεις –που ήταν τότε του συρμού. (Το κομμάτι σε πλάγια στοιχεία είναι ο τίτλος του ποιήματος):
Του Γιάννη Κοντού
(Θα σου χαρίσω το Ειρηνική ζωή, λέει ο Γιάννης. Εσύ, να μου χαρίσεις αυτό που κάτι λέει για την γενιά μας. Παίρνουν την θέση τους αγαπημένα στο γραφείο. Περνά θροΐζοντας κι η Νάσα. Θέλετε κάτι; Περισσότερο φως; Ίσως. Γράφουν. Το ποίημα είναι μια επιταγή. Υπογράφουν.)
Εντόπισα εντέλει
Τα συνομήλικα πετρώματα.
Χωρίζω το μερίδιο μου απ’ τα κλοπιμαία
Αυτής της κακοποιού νύχτας
Με το δεξί γράφοντας και τ’ αριστερό
Τρέμοντας
Στον διακόπτη του χρόνου.Έτοιμο
Έντομο
Ξαναγυρίζω στην ανόργανη θλίψη.
[Από τη συλλογή Καρτ ποστάλ (1980).]
Ανατρέχοντας στα Ημερολόγιά μου βρίσκω μόνο ελάχιστες μνείες για τους υπόλοιπους. Η πιο σκληρή είναι για την προτελευταία απόπειρα αυτοκτονίας του Αλέξη Τραϊανού. (Διατηρούσαμε αλληλογραφία κι όταν ήρθε στην Αθήνα πέρασε να με δει: αφού του πρόσφερα καφέ, ανέβηκε ξαφνικά στο παραπέτο της βεράντας και απειλούσε να πέσει από τον 5ο όροφο. Τον απέτρεψα λέγοντάς του ψύχραιμα πως, αν με συμπαθεί, δεν πρέπει να μου χαλάσει τα σχέδια –έχω κανονίσει να βγω το βράδυ (!). Ξαφνιάστηκε που δεν τον έπαιρνα στα σοβαρά και κατέβηκε. Δυστυχώς, θα έπρεπε να τον έχω πάρει στα σοβαρά: μετά από έναν μήνα, έκανε και την τελευταία του. Ήταν ο πρώτος αυτόχειρας της «Γενιάς του ʼ70»).
Παραθέτω 2-3 πιο ανάλαφρες ημερολογιακές καταγραφές, μεταξύ των οποίων και έναν τηλεφωνικό διάλογο –και άλλα δυο ποιήματα. (Για την Αθηνά Παπαδάκη και για τη Βερονίκη Δαλακούρα).
30.10.81
Πήγαμε στην γκαλερί ΩΡΑ για να πάρει ο Νίκος το έργο που πιθανόν θα δώσει στον σπιτονοικοκύρη για πιθανή μείωση του ενοικίου. Πέσαμε πάνω σε κρυφή συνέλευση της «Επιτροπής Πρωτοβουλίας» της Εταιρείας Συγγραφέων. Χαιρέτησα δια νεύματος τον Γιάννη Κοντό κι ανέβηκα γρήγορα στο πάνω πάτωμα. Ήμασταν ψυχραμένοι πάλι –αυτή τη φορά γιατί είχε ζητήσει μεν από εμένα να γίνω ιδρυτικό μέλος και να ενταχτώ στην υπό σύσταση Εταιρεία Συγγραφέων αλλά όχι και από τον Νίκο, ο οποίος στο κάτω κάτω ήταν ο μπεστσελερίστας των ημερών: ο Λούσιας του έκανε τρελές πωλήσεις! Σε σχετική μου απορία είχε απαντήσει: «Δεν έχει δουλειά μαζί μας. Αυτός είναι ζωγράφος!». (…)
Η Τζένη Μαστοράκη με κυνήγησε στις σκάλες να μου δώσει ένα μάτσο δακτυλογραφημένα χαρτιά, το προσωρινό καταστατικό της Εταιρείας, να τα υπογράψω –παρ’ όλο που της έλεγα ότι δεν ήθελα.
23.8.86
Τηλεφώνησα στον Γιώργο Βέη, έναν νεαρό ποιητή με τον οποίο είχαμε ανταλλάξει βιβλία και γράμματα και ο οποίος είναι τώρα Γενικός Πρόξενος εδώ, στη Ν. Υόρκη. Συναντηθήκαμε, γνώρισα και την πανέμορφη γυναίκα του, την Κατερίνα και το μωρό τους, την Φλώρα. Μου τηλ. και ο Γιώργος Χουλιάρας, μου έστειλε και χαιρετίσματα ο Αναστάσης Βιστωνίτης. Τελικά με ήξερε χωρίς να το ξέρω αρκετός κόσμος στην άγνωστη Ν. Υόρκη! (…)
18.12.92
Πήγαμε με τον Βασίλη στο Κολλέγιο, σε τιμητική εκδήλωση για τον Κίμωνα Φράιερ. Μίλησαν διάφοροι –κυρίως Αμερικανοί καθηγητές– για το έργο του, ακούστηκαν και αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του (Η Οδύσσεια του Καζαντζάκη ακούγεται θαυμάσια στα αγγλικά!). Μετά υπήρχε μπουφές και τούρτα: έκλεινε τα 81 και το Κολλέγιο (που το είχε ορίσει με διαθήκη κληρονόμο του) του τραγούδησε Happy birthday! Ο καημένος, ήταν μια καρικατούρα του εαυτού του, που περπατούσε με ασταθή, πηδηχτά βηματάκια. Μου είπε: «Αχ, πόσο θα ήθελα να ξανακάνω αυτές τις ωραίες μας συγκεντρώσεις –αλλά μετά τη συμφόρηση δεν έχω δύναμη…».
Μεταξύ 1972 και 1978 σύχναζαν στο διαμερισματάκι του, στην Καλλιδρομίου, πολλοί από τη «γενιά του ʼ70». Κάθε Πέμπτη θαρρώ. Είχα πάει αρκετές φορές κι εγώ, μια που ήταν κοντά στο σπίτι μου. Συζητούσαμε, διαβάζαμε και ποιήματα, και μας πρόσφερε στοργικά αναψυκτικά, τσιπς και κρακεράκια (και κρασί ή ούζο, θυμάμαι – χάρη στον Βασίλη Στεριάδη).
Από όλους, μόνο εγώ και η Κατερίνα Ρουκ πήγαμε σ’ αυτά, τα τελευταία του γενέθλια. (…)
28.3.93
Πήρε τηλ. η Κατερίνα Ρουκ, που στις 22.2 είχε κάνει πάρτι για τα γενέθλιά της συνεορτάζοντας με τη Ζέφη Δαράκη και την Αθηνά Παπαδάκη, που είχαν κι αυτές την ίδια μέρα γενέθλια.
Κ: Τι κάνεις, Παυλινάκι; Καλά; Μωρέ, βρήκα σήμερα εδώ μια ομπρέλα –μπεζ με κόκκινους ρόμβους…
Π: Μπα; Σκούπισες επιτέλους;
Κ: Χο χο! Παίρνω τηλέφωνο όσους είχαν έρθει εκείνο το βράδυ… Ποιανού είναι αυτή η ομπρέλα;
Π: Δικιά μου πάντως, όχι. Ούτε και του Βασίλη –δεν είναι το στυλ του!
Κ: Χο χο! Μα ποιος την ξέχασε;
Π: Μα, δεν μου λες: από τις 22 Φεβρουαρίου δεν έχει έρθει άλλος άνθρωπος στο σπίτι σου;
Κ: Μμμ… Δεν νομίζω… Όποιος θέλει να με δει, έρχεται στην Αίγινα.
Π: Σε ρωτάω γιατί, εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ δεν έβρεχε…
Κ: Πότε έβρεχε, τότε;
Π: Ξέρω ʼγω; Δεν κρατάς ημερολόγιο;
Κ: Κρατάω, Παυλινάκι, αλλά δεν γράφω αν βρέχει ή όχι…
Π: Μπορείς ίσως να προσπαθήσεις να βρεις υπαινιγμούς, π.χ. αναφορά σε ρευματικούς πόνους.
Κ: Χο χο! Πώς τα λες…
Π: Μιλάω σαν την Μις Μαρπλ, έχω αστυνομικό τρόπο σκέψης…
Κ: Χο χο! Τι κάνει η Βαρβάρα;
Π: Καλά είναι, ζωγραφίζει. Μου φτιάχνει και το εξώφυλλο για τα ποιήματά μου…
Κ: Πότε θα βγουν;
Π: Τον Σεπτέμβρη. Τα δικά σου;
Κ: Το Πάσχα. Και φοβάμαι πολύ, Παυλινάκι. Γιατί αυτό το βιβλίο είναι τελείως διαφορετικό… Δεν ξέρω αν θ’ αρέσει σ’ αυτούς που έχουν συνηθίσει αλλιώς τα ποιήματά μου.
Π: Τότε, ευκαιρία ν’ αλλάξεις κοινό! Τι εννοείς όμως; Δεν είναι ερωτικά;
Κ: Μμμ… Όχι… Είναι μεταφυσικά…
Π: Δηλαδή, βαθύτερα ερωτικά!
Κ: Χο χο! Να ’σαι καλά! Μου έφτιαξες το βράδυ! Τη Δευτέρα, ξέρεις, φεύγω για Ισραήλ.
Π: Εσύ όλο φεύγεις…
Κ: Ε, όχι κι όλο φεύγω… Απ’ το καλοκαίρι έχω να βγω απ’ την Ελλάδα.
Π: Ζηλεύω. Θα μείνεις πολύ;
Κ: Ως την Πρωταπριλιά.
Π: Ψέματα!
Κ: Χο χο! Αλήθεια. Θα μείνω και μερικές μέρες μετά το Φεστιβάλ, να δω κανέναν φιλαράκο. Μπορεί να ’ρθει κι ο Ρόντνευ για λίγο…
Π: Καλό ταξίδι, καλά να περάσετε! Πάρε και την ομπρέλα μαζί σου!
Κ: Χο χο! Έτσι λες; Φιλάκια, καληνύχτα! (…)
14 -15.9.96
Στον Όσιο Λουκά –μαζί με άλλους 7 ποιητές: Τον Χριστόφορο Λιοντάκη, την Άντεια Φραντζή, την Αθηνά Παπαδάκη, τον Στρατή Πασχάλη, τον Θανάση Χατζόπουλο, τον Μανώλη Πρατικάκη και τη Δήμητρα Χριστοδούλου. Μας μετέφεραν μ’ ένα λευκό βανάκι που έγραφε απ’ έξω ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ (!) σ’ ένα υπέροχο μικρό μοναστήρι –χωρίς καλόγερους– όπου θα μας φιλοξενούσαν (θα μπορούσα να μείνω για πάντα εκεί): είχε πλατάνια, ρυάκια κελαρύζοντα στην αυλή και ευήλια κελιά. Καθώς και μια μεγάλη οικογένεια γάτων που τρέφονταν κυρίως με κόλλυβα!
Μετά, μας πήγαν και απαγγείλαμε εκκλησιαστικά κείμενα μπροστά σε πολυπληθές εκκλησίασμα που εόρταζε τα 1050 χρόνια του Όσιου Λουκά. Το βράδυ δε, διαβάσαμε δικά μας στο αρχαιοπρεπές θεατράκι της Λειβαδιάς. Ωραία ήταν (…)
Η Βερονίκη
Η Βερονίκη είναι μια μεγάλη έφηβη, επιφυλακτική κι αδέξια. Κινείται άτολμα στο έδαφος, με δισταγμό, και μοιάζει σαν να μην αναγνωρίζει βλέποντας τα μέλη της, σαν η μισή να βρίσκεται κρυμμένη πάντα στην αθέατη πλευρά της.
Ίπταται πάντως άνετα ή λάμνει, πελαγοδρομώντας με ασφάλεια κι ας χάνει, διαρκώς, προσωπικά της αντικείμενα στα σκοτεινά άλλων ανθρώπων.
Όλους τους εκπεσόντες αγαπά αγγέλους, ιδιαίτερα τα ζώα.
Εάν η Βερονίκη ήταν ζώο, θα ήταν αίλουρος ανήλικος· αν ήταν άνθος, γλαδιόλα πορφυρή· αν ήταν έντομο, μάντις η ευλαβική· αν ήταν δέντρο, κλαίουσα ιτιά. Αν ήταν έρωτας, απόλυτη καταστροφή.
Δεν είναι, όμως, παρά μια ποιήτρια: παθητική, φύσει ερωμένη του ανέφικτου, δόκιμη μοναχή, αγνή, διακορευμένη και ανέραστη.
Η Αθηνά
Η Αθηνά είναι μια κόρη σκοτεινή που φέγγει. Απ’ το κεφάλι του πατέρα της, άοπλη ξεπηδώντας κάποτε, θώρακα σφυρηλάτησε από έρωτες αστραφτερούς. Παρθένος πάνδημος, σε γάμου κοινωνία ήρθε, γιο ανταπέδωσε.
Σήμερα δεν χρωστάει. Ταξιδεύει συχνά ή λείπει στο ίδιο πάντα μέρος. Απερίσπαστη, αφουγκράζεται τους χρησμούς, την εκπλήρωση και τη ματαίωσή τους εξορκίζει, με απαλές κινήσεις, καθημερινές, για την ετοιμασία του φαγητού, για το συγύρισμα του κόσμου, για τη γραπτή ύλη της μοναξιάς. Μαύρη, αλλά γνωρίζοντας πράσινη γλώσσα, συνεννοείται με το αειθαλές. Γνέθει τον λόγο σε μίτους, απ’ αυτούς που, άσφαλτα, στον Άδη οδηγούν. Μα δεν τους ερμηνεύει, η συνετή. Μικρά κουβάρια μόνο ξεδιαλύνει, χρησιμοποιεί. Εργάνη, σε φιλέρημο χειμώνα, μικρά στίχων πλεκτά, εαρινά, ετοιμάζει. Για μεγαλύτερα μεγέθη.
[Από τη συλλογή Το μωβ άλμπουμ (2012).]
