Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Γιώργος Ι. Αλλαμανής

Σκόρπιες σημειώσεις για τoν αντιαμερικανισμό στο ελληνικό τραγούδι,εκεί γύρω στη Μεταπολίτευση

«Κι όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαζικά
και προπαντός αμερικανικά»
Γ. Νταλάρας «Όλα μοιάζουν μαγικά»
(στίχοι-μουσική Γ. Μαρκόπουλος,
LP Σεργιάνι στον κόσμο, 1979)

Μου ‘λεγε ο κιθαρίστας Βασίλης Σπυρόπουλος ότι στα τέλη των seventies είχαν πάει με το γκρουπ «Σπυριδούλα» να παίξουν σε μια πανεπιστημιακή εκδήλωση, κατάληψη, πρωτοβουλία, δεν θυμάμαι. Τους πλησίασαν κάτι φοιτητές. Αυστηρές φάτσες, μαοϊκοί. «Τί ʼν’ αυτά τα αμερικάνικα που παίζετε; Είναι σκουπίδια της παρακμής του καπιταλισμού!». Οι πουρίστες γούσταραν στρατευμένες μπαλάντες και ψυχωμένα αντάρτικα. Δεν ήξεραν πού πέσανε. Τα μέλη των «Σπυριδούλα» ήταν αναρχικοί πρώτης κοπής, απ’ το 1972-73, νεοσσοί στον κύκλο της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης» του Χρήστου Κωνσταντινίδη, της Σύλβιας Παπαδοπούλου, του Νίκου Μπαλή, των πρωτομαστόρων στην έντυπη διανομή αντιεξουσιαστικής ιδεολογίας. Δε μασούσαν. Έπαιξαν JJ Cale, Lou Reed, Buddy Guy, Cream – και βάλε.

Ο αντιαμερικανισμός αποτελεί κεντρικό κεφάλαιο στην «μικρή ιστορία των ιδεών στην Ελλάδα 1960-2000». Και στη «μεγάλη». Αλλά, φευ, δεν είμαι ιστορικός. Γυροφέρνω στα μισογκρεμισμένα κάστρα της Μεταπολίτευσης, κορφολογώ θραύσματα πολιτισμού και τα συναρμολογώ υπομονετικά σε ερευνητικά άρθρα και βιβλία.

Με την ευκαιρία του παρόντος αφιερώματος, ανοίγω μια τόση δα σελίδα στο οιονεί σημειωματάριό μου. Αντιαμερικανισμός και ελληνικό τραγούδι, εκεί γύρω στη Μεταπολίτευση. Λίγο πριν και λίγο μετά το καλοκαίρι του 1974.

Ακολουθούν πέντε-έξι σκόρπιες σημειώσεις ατάκτως ερριμμένες. «Τα εις εαυτόν» λειψά. Bullet points που λέμε στο χωριό Πηγάδι Λεωνιδίου.

❧ Αντίφαση εξώφθαλμη και θεμελιώδης. Απ’ τη μια μεριά μπλου τζιν, Woodstock και «Easy Rider», απ’ την άλλη «Έξω αι ΗΠΑ – Έξω το ΝΑΤΟ» στην πύλη του Πολυτεχνείου και «Όχι στα υποπροϊόντα της διεφθαρμένης Δύσης». Αγόρια και κορίτσια φλέρταραν με τον αντιχουντικό αγώνα και (κυρίως) μεταξύ τους, χόρεψαν στα συνοικιακά σινεμά με τα κυριακάτικα «ποπ μουσικά πρωινά», το 1971 αγόρασαν το «ταγάρι» LP των Poll, το 1973 άκουσαν, ίσως μαζί με τους γονείς τους, τα «Μικροαστικά» του Κηλαηδόνη και του Νεγρεπόντη, προσκύνησαν στο «Αθήναιον», Πατησίων και Μάρνη, στην παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Καμπανέλλη, του Ξαρχάκου, του Καζάκου και της Καρέζη με πρωθιερέα τον Νίκο Ξυλούρη. Και το 1974-75 γέμισαν γήπεδα για τα «Τραγούδια της φωτιάς», για τον Μίκη και τη Μελίνα, διαδήλωσαν μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία και ύψωσαν σφιγμένες γροθιές στη μπουάτ «Αντάρτικο Λημέρι» του Πάνου Τζαβέλα. Ο Θανάσης Γκαϊφύλιας τους σιγόνταρε.

«Στα χρόνια μας τα τόσο χαλασμένα
Τα παλληκάρια φεύγουν για τα ξένα
Και κάνοντας παρέα με Αμερικάνους
Πήραν τον δρόμο τον κακό»
«Χάι κάι» (ερμηνεία, στίχοι και μουσική Θ. Γκαϊφύλιας – LP Ατέλειωτη εκδρομή, 1975)

❧ Έπρεπε να ‘ρθει το LP Χαράτσι δέκα χρόνια μετά (1984, ΛΥΡΑ) για να γράψει ο Νίκος Παπάζογλου σε οπισθόφυλλο, μαύρα αυλάκια και εγκεφαλικά κύτταρα την κουβέντα «τα ετερόκλητα μας συνιστούν». Stratocaster και μπουζούκι, δύση και ανατολή, τέρμα τα γκάζια της μηχανής («Κοίτα το τζιτζί μου πώς τραβάει») και ερωτικές ματαιώσεις ματαιοτήτων («Εγώ θα πέσω να κοιμηθώ, θα φέξει όπου να ʼναι / Βάλε και πιες, έχει ό,τι θες, ό,τι νομίζεις κάνε»).

❧ «Επιστροφή στις ρίζες». Ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε την ψευδαίσθηση πως ήταν τάση, απάντηση, λύση, κίνημα. Πείστηκαν πολλοί. Ο τοίχος μιας μισογκρεμισμένης βυζαντινής εκκλησίας ήταν.

Συγκινητικός, πολύτιμος, βουβός, στοιχειωμένος απ’ τα αερικά της τριπλής εμμονής του Παπαρρηγόπουλου για αρχαιότητα-βυζάντιο-νεότερους χρόνους. Είναι απείρως πολυπλοκότερη η εθνική/ιστορική εξίσωση.

«Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι του σπαθιού,
είχα τον ύπνο του λαγού.
Αγνάντευα την πυρκαγιά της θεμωνιάς
αμίλητος την ώρα της συγκομιδής,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς»
Ν. Ξυλούρης «Γεννήθηκα». Μουσική Γ. Μαρκόπουλος, στίχοι Κ.Χ. Μύρης – LP Ιθαγένεια (1972, EMI)

Α, να και μια ξεχασμένη συνέντευξη του Μαρκόπουλου στον δημοσιογράφο Γιώργο Λιάνη. Οι άλλοι; Ποιοι άλλοι; Αμερικανάκια… «Πιστεύω ότι ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις αποτελούν σήμερα το μουσικό τέλμα, στο οποίο θέλουν να βυθίσουν όλες τις ουσιαστικές νέες μουσικές δυνάμεις της χώρας. Για βοήθειά τους έχουν πλάι τους μια εξουσία που κάποτε πολεμούσαν και τώρα υμνούν. […] Εκεί ψηλά στον Υμηττό δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Υπάρχει ένα ραντάρ αμερικάνικο…». (εφ. Τα Νέα, Δευτέρα 22 Αυγούστου 1977.)

❧ Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, εν μέση και πλήρη χούντα, ο 27χρονος Διονύσης Σαββόπουλος έγινε αρχηγός στο πανηγύρι. Ξετύλιξε την τραγουδιστική κόκκινη κλωστή που έδεσε το υπερατλαντικό με το ντόπιο, το ροκ με τα Βαλκάνια, τον Ντύλαν με τον ζωναράδικο, τις πλατείες των χωριών με τα τριάρια της πλατείας Βικτωρίας.

Κυκλοφόρησε δύο LP σαν μαγικά φίλτρα: τον Μπάλλο (1971, ΛΥΡΑ) και το Βρόμικο ψωμί (1972, ΛΥΡΑ). Περηφάνια και σαρκασμός. «Σημαία από νάιλον, υψώνουμε σημαία πλαστική / ο κόσμος δεν έχει τίποτε να χάσει και τίποτε να βρει».

❧ Ιδού κάτι που μόνον ο Νίκος Γκάτσος θα μπορούσε να κάνει. Έριξε στη Μεταπολίτευση τριπλό αντιιμπεριαλιστικό βόλι: στον Αμερικάνο Σαμ, στον Άγγλο Τζόνι και στον Σοβιετικό Ιβάν. Τους τρεις που διαμοιράστηκαν τα ιμάτια του μεταπολεμικού κόσμου. Τραγούδι με τη φωνή του ηθοποιού Σταύρου Παράβα. Άγνωστο. Όπως μου ʼπε κι ο φίλος μου ο Θανάσης, «το αγνοημένο διαμάντι που έφτιαξε ο Ξαρχάκος με τον Γκάτσο και που παραμένει στο βυθό, απ’ το 1976…».

Ο Σαμ ο Τζόνυ κι ο Ιβάν
Σε μαύρη θάλασσα τραβάν
Κρυφά να κουβεντιάσουνε
Τον κόσμο να μοιράσουνε

Αναστενάζουν οι λαοί
Μα εκείνοι τώρα σαν Θεοί
Παίζουν τη γη στα χέρια τους
Και δείχνουν τα μαχαίρια τους

Ιβάν σου δίνω – λέει ο Σαμ
Από όσα βλέπεις τα μισά
Μα μην ξεχνάς τον Τζόνυ μου
Που είναι γονιός κι αγγόνι μου
Που είχε παλάτια τρίπατα
Και δεν του μένει τίποτα

Σύντροφε Σαμ, λέει ο Ιβάν
Είναι τα λόγια σου ακριβά
Μα σε καινούρια χαρτωσιά
Μη κάνεις άλλη μπαμπεσιά
Γιατί το βιος μου χάλασα
Να βγω κι εγώ στη θάλασσα

Και του Καυκάσου οι αστραπές
Με τον παλιό τους γύπα
Κλαίγαν για τούτες τις ντροπές
Και γι’ άλλες που δεν είπα

Ο Σαμ ο Τζόνι κι ο Ιβάν
Βάζουν τον σκούφο τους στραβά
Κι ώσπου να φαν κι ώσπου να πιουν
Και παραμύθια να μας πουν
Τον κόσμο τον μοιράσανε
Και δε μας λογαριάσανε

Σ. Παράβας «Ο Σαμ ο Τζόνυ κι ο Ιβάν». Μουσική Σ. Ξαρχάκος, στίχοι Ν. Γκάτσος – LP Η Συμφωνία της Γιάλτας και της Πικρής Αγάπης – Τα Τραγούδια (1976, EMI Columbia)

Το τραγούδι εδώ:

❧ Τέρμα δεξιά στη μπάντα των μεσαίων (ΑΜ) έβγαινε μέχρι το 1991 το American Forces Radio Athens (AFRA). «Ο Αμερικάνος», ο στρατιωτικός ραδιοσταθμός της αμερικανικής βάσης στο Ελληνικό. «Να παίζει το τρανζίστορ τ’ αμερικάνικα κι εσύ περνάς στους δρόμους / με το μπουφάν στους ώμους και τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα» τραγουδούσε η Μαρινέλλα το 1978, σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου και στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη. Νερά ρηχά, θολά και χλιαρά. Απέναντι στο σύνθημα «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι!» της αριστερόστροφης νεολαίας, τα ραδιοφωνικώς εύπεπτα άσματα του Νέου Κόσμου, λέει η Μαρινέλλα, κάνουν τον περαστικό ερωτεύσιμο.

Τουλάχιστον ο ελαφρο-λαϊκο-ναΐφ Γιώργος Κοινούσης κατέγραψε απλά πώς του ʼπεσε το σαγόνι, όταν πάτησε το πόδι του στο America.

«Πρώτη μου φορά, λοιπόν, είδα τέτοια πράματα
απ’ τη μια τα θαύματα κι απ’ την άλλη δράματα
αλκοολικοί, ναρκομανείς ξαπλαρωμένοι καταγής
μιζέρια, φτώχεια και βρωμιά να σπάει μύτη η μυρωδιά

Κι από την άλλη τα κτήρια που μοιάζαν μεγαθήρια
βιτρίνες και δολλάρια, πλούτος και ευμάρεια»

[Γ. Κοινούσης «Αμερική», LP Αστεία και σοβαρά (1975, Zodiac).]

❧ Προσοχή. Μην υποτιμάς τον πολιτισμικό φιλοαμερικανισμό, το πανίσχυρο soft power της πλανητικής επίδρασης των ΗΠΑ δια της τέχνης. Παλιά, στα fifties, ήταν η βιβλιοθήκη-δισκοθήκη-αίθουσα εκδηλώσεων της United States Information Service (USIS). Κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου αριστερά, στο σημερινό πολυκατάστημα Attica. Λίγα δωμάτια. Εκεί ο Χατζιδάκις, ο Κούνδουρος, ο Κουμανταρέας και δεκάδες ανήσυχοι νέοι ήπιαν χυμούς made in USA, έφτιαξαν κοκτέιλ με την «ελληνικότητα», έδρασαν στον απόηχο της νεφελώδους Γενιάς του ʼ30. Σήμερα είναι οι αλγόριθμοι στα social media, οι τηλεοπτικές, κινηματογραφικές και ενημερωτικές πλατφόρμες, η Wikipedia, το youtube, το Χ. Η «ελληνικότητα» στην παγκόσμια ψηφιακή αρένα αναζητείται χωρίς αντιαμερικανικά αντανακλαστικά. Μια υπέροχη μπάσταρδη, μια μιγάδα. Πες τρία ονόματα ωραίων (στην ώρα τους…) και εξωστρεφών αναζητητών της: Δημήτρης Παπαϊωάννου, Γιώργος Λάνθιμος, Θεόδωρος Κουρεντζής.

❧ Πέρασαν τα χρόνια. Ο αντιαμερικανισμός έρχεται δεύτερος μετά την πρωταθλήτρια ευρω-απομάγευση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σκαρφαλώσει στο βάθρο-στόχαστρο της οργής των νεοελλήνων, μάνα που ξυλοφορτώνει το πιτσιρίκι κι εκείνο της φωνάζει «μανούλα μου». Η Ελλάδα δεν είναι ο ομφαλός της Γης. Αξίζει να εξετάζουμε τις αντιφάσεις της και να την αγαπάμε για τις εξαιρέσεις της.

❧ Λίγο διάβασμα. Ενδεικτικά: Ζηνοβία Λιαλιούτη, Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα 1947-1989 (2016, Εκδόσεις Ασίνη) – Σώτη Τριανταφύλλου, Μόνοι στον κόσμο – Ευρωπαίοι συγγραφείς, αντιαμερικανισμός και αμερικανική μοναξιά (2018, Εκδόσεις Πατάκης) – Jean-François Revel, Anti-Americanism (2003, Encounter, USA) – Brendon O’Connor, Anti-Americanism and American Exceptionalism (2020, Routledge, UK).

Κύλιση στην κορυφή