Ονομάζομαι Άννα. Αρχίζω και τελειώνω με την ίδια φωνή.
Είμαι πολλών χρόνων. Μια ολοστρόγγυλη διαδρομή.
Πολύ μεγάλη για κούκλες, πάντα μικρή για να αγγίξω το τελευταίο μου άστρο.
Τις νύχτες, όταν σβήνουν τα φώτα, το δωμάτιο χάνει τους τοίχους του. Θρυμματίζει την πόρτα. Μένει μόνο ένα ορθάνοικτο παράθυρο, λουσμένο πάντα σε φεγγάρι ολόγιομο.
Κάποτε σφαίρα, κάποτε τόπι. Μα πάντοτε με ένα πορτοκαλί χαμόγελο, σαν καρπός αγίνωτος, στην πόλη που κρατά χωμένα στην αυλή τα τελευταία κεράκια της τούρτας γενεθλίων.
Έχω πεθάνει σαν παιδί, στα εννιά μου χρόνια.
Και έχω ταφεί στην υπόλοιπη ζωή μου.
Στην άμμο της πόλης και στον κρυφό λυγμό του φλοίσβου. Εκεί είναι τα οστά μιας παπαρούνας. Κατακόκκινη, κάτω από έναν σταυρό που κανείς δεν έχει ορίσει προς ανάσταση.
Κάθε νύχτα, όταν πατάω τον διακόπτη και σβήνω όλα τα φώτα της μέρας, η κούκλα μου επιστρέφει. Χωρίς σώμα. Μόνο με δύο τεράστια μάτια σαν προβολείς. Κάθε νύχτα, η κούκλα μου επιστρέφει από το σκότος.
Την άφησα πίσω μου στην Αμμόχωστο, όταν φύγαμε βιαστικά, όταν οι τοίχοι του δωματίου μου έγιναν ξένοι. Τότε ήταν ακόμα όμορφη, με μάγουλα ροδαλά και μάτια που καθρέφτιζαν το φως.
Τώρα, στα όνειρά μου, εμφανίζεται αλλιώς. Το πρόσωπό της είναι σκαμμένο από ρυτίδες,
το χαμόγελό της στραβό, σαν να προσπαθεί να μιλήσει αλλά ξεχνά το πώς και το γιατί.
Το φόρεμά της πλεγμένο με σκόνη και σκιές. Και στα δάχτυλά της κρατά νήματα λεπτά, σαν μεταξένιες φλέβες, που ξετυλίγονται από μέσα μου.
Κάθε νύχτα με ράβει ξανά στον κόσμο της. Και κάθε πρωί ξυπνώ κουρέλι, με στριφώματα που ξηλώνει τόσο εύκολα η πρώτη θλιβερή μνήμη.
«Δεν έφυγες ποτέ», ψιθυρίζει.
«Είμαστε ακόμα εκεί.»
Και με παίρνει, ξανά και ξανά, πάνω σε μαύρο σύννεφο, να στάξουμε την ποίηση που γράφει μόνο ένα πένθος.
Η πόλη δεν είναι όπως τη θυμάμαι. Οι δρόμοι είναι ποτάμια από θολό νερό. Και τα σπίτια αναπνέουν αργά, σαν να κοιμούνται βαθιά.
Η κούκλα με οδηγεί από στενά που δεν υπάρχουν, μέσα από πόρτες που ανοίγουν μόνες τους. Καθώς προχωρούμε, κομμάτια από εμένα ξεκολλούν και ενσωματώνονται στους τοίχους, στα παράθυρα, στα ξεθωριασμένα παιχνίδια άλλων παιδιών που ποτέ δεν επέστρεψαν.
«Μη λυγίζεις», λέει.
Μα η φωνή της δεν είναι φωνή. Είναι άνεμος.
Στροβιλίζεται μέσα στα κόκαλά μου.
«Πρέπει να θυμάσαι.»
Και τότε ξυπνώ.
Τα χέρια μου τρέμουν.
Μα νιώθω τα νήματα ακόμα πάνω στο δέρμα μου.
Η κούκλα επιστρέφει κάθε νύχτα, για να ράψει ξανά την ιστορία μου.
Κι εγώ, αν και ξέρω πως είναι όνειρο,
δεν βρίσκω τη δύναμη να κόψω τις κλωστές.
Ψες δεν έμεινε στα χέρια μου. Πήγε και κάθισε σε ένα ξεχαρβαλωμένο παράθυρο.
Το έπαιρνε και το ʼφερνε ένας αγέρας που δεν ακουγόταν. Είναι σιωπηλή η αύρα,
όταν έχει προηγηθεί το ουρλιαχτό του ουρανού.
Τα χέρια μου –είδα– από πλαστικό. Τα πόδια μου από πλαστικό.
Ολόκληρη από πλαστικό, ντυμένη με ένα κόκκινο φουστάνι, πλεκτό του αίματος.
Πλέον, όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη, βλέπω μια κούκλα ρυτιδιασμένη με κόκκινο φόρεμα.
Άννα,
Έχω κρεμάσει τη φωνή μου πάνω σε ένα δέντρο πορτοκαλιάς. Κάθε φορά που σωπαίνω,
η πορτοκαλιά μεγαλώνει, απλώνει έναν ακόμη κλώνο και μπαίνει από κάθε παράθυρό μου.

