Νίκος Δασκαλόπουλος

Στην κουλτούρα είμαστε εύκαιρα φαντάσματα

Η επίκληση του Μαρκ Φίσερ από το μέλλον και το στοιχειό της εγγύτητας

Καμιά φορά σε πιάνει εκείνο το αίσθημα,
σαν κάποιο φάντασμα να άγγιξε την καρδιά σου,
σαν κάποιος να περπατά μαζί σου
Burial

Η αλήθεια είναι πως με πιάνει κρίση πανικού αν με πιέσει κανείς να προγραμματίσω ας πούμε ένα ταξίδι για τον Νοέμβριο. Δυσκολεύομαι να σκεφτώ ακόμα και το αύριο, πόσο μάλλον μερικούς μήνες μπροστά. Αυτή είναι η προσωπική μου ακύρωση του μέλλοντος. Ή, ορθότερα, η κατάφαση στην επιβληθείσα ακύρωση, ατομικά και γενεακά, λειτουργεί ως ψευδαίσθηση ελέγχου του τι μου συμβαίνει.

Εντούτοις, κάτι παραμένει ζωντανό από το μέλλον, κυρίως στο παρελθόν μου. Και σε αυτό αξίζει να σταθώ για λίγο, γιατί δεν αποτελεί ρητορικό τέχνασμα. Αυτό που παραμένει μελλοντολογικό στο παρελθόν μου, είναι η μουσική των φίλων — η ηλεκτρονική μουσική για την ακρίβεια. Το πρώτο στοιχείο φουτουρολογίας που εισήλθε στη ζωή μου. Στέκει ζωντανό σαν φάντασμα. Αν μη τι άλλο, υπάρχει μία τουλάχιστον ζωτικότητα σε αυτό. Η διάθεση να στοιχειώνει. Σαν ένα μετα-θανάτιο conatus. Ένας υπομνηματισμός επιμέλειας του Άλλου. Λιγότερο μασκαρεμένα, αν αφήσουμε σαν από το Scooby-Doo να αφαιρεθεί το σεντόνι από το φάντασμα: Η τρυφερότητα. Νομίζω, πως μια τέτοια χειρονομία επιχείρησε μέσα στο σύνολο της ζωής του ο Μαρκ Φίσερ. Το δικό μας φάντασμα.

Ξαφνικά εμφανίζεται από το πουθενά ένας λωτός. Αμέσως σχεδόν εξαφανίζεται και μπροστά σου παρουσιάζονται κουμπάκια που μπορούν να δημιουργήσουν κάτι που διαταράσσει τον ροϊκό παροντισμό: ρυθμός. Είναι το Fruity Loops, και είναι το 1999. Ένα πρόγραμμα σύνθεσης μουσικής, μια παρέα που έλκεται από την ελευσινιακότητα των Οινόφυτων και της Βαρυμπόμπης, η συμμετοχή σε μια κουλτούρα· τη Rave κουλτούρα. Και για εμάς, την Goa Trance. Ή αυτό που λέγαμε μεταξύ μας τότε «δεν μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό που ακούω». Ακόμα δεν μπορώ. Αυτό δεν είναι ανάμνηση, είναι μια μόνιμη υπενθύμιση ενός τότε ανοιχτού ορίζοντα, σήμερα παγιδευμένου στις επάλληλες κι αλλεπάλληλες διαψεύσεις και ματαιώσεις. Ο Μαρκ Φίσερ, όμως, είναι το καινούργιο στοιχείο του τώρα που πάει πια και προσκολλάται στα παιδικά χρόνια και τα φωτίζει αλλιώς.

Ο Φίσερ είναι «δικός μας» γιατί είναι. Γιατί με έναν τρόπο προέκυψε ως στοχαστής μέσα από μια συγκεκριμένη εποχή, για να υπάρξει ως ένα συγκεκριμένο υποκείμενο που δεν είχαμε ξαναδιαβάσει ποτέ μας, όσοι κάπως βρεθήκαμε στη σκέψη. Αν και διανοητής σε επαφή με την κριτική θεωρία και την ακαδημία, έλκεται από το post-punk και το rave, τρέφεται με την ποπ κουλτούρα, γίνεται λάτρης της Jungle μουσικής και βρίσκει τη σκέψη –για– την κουλτούρα αρχικά στον μουσικό Τύπο. Σε κάποια φάση όντως έγραφε κι ο ίδιος ηλεκτρονική μουσική με το σχήμα του, D-Generation. Ήταν η εποχή που μεσουρανούσαν τα προγράμματα σύνθεσης με τρόπο που δε γινόταν να τα αγνοήσεις. Από ένα σημείο τα έβρισκες προεγκατεστημένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Impulse Tracker, Music (στο PlayStation), Ejay, Soundforge. Κάπως αυτό έγινε ο τρόπος φτωχών παιδιών, αλλά και ιδίως της μεταναστευτικής κοινότητας (σ.σ. όσοι συμμαθητές γράφαμε παρέα μουσική ήταν κυρίως δεύτερης γενιάς μετανάστες σε δεινή οικονομική θέση) να έχουν Λόγο για το μέλλον τους — μια σκοπή για μια πιθανή θέση τους στον κόσμο: έναν σκοπό. Το τελευταίο από τα προαναφερθέντα software ήταν κι αυτό με το οποίο δούλεψε από και με το τίποτα ως επιτομή της arte povera, o Burial, ο αγαπημένος καλλιτέχνης ηλεκτρονικής του Φίσερ, τον οποίο συμπεριελάμβανε ως πεδίο ανάλυσης ακόμη και στις διαλέξεις του.

Τούτα τα στοιχεία τοποθετούν κάπου τον Φίσερ· σε μια επιδίωξη πολύ λεπτή: Σε μια καταστατική λαϊκότητα, ή αν θέλετε, πληθυντικότητα, που όμως δε θέλει να απαρνηθεί τις βασικές αξίες του μοντερνισμού. Κάπως έτσι πηγαίνει κι η στοχαστική ζωή του. Σε αυτή την ισορροπία. Μπορεί να γίνεται ακαδημαϊκός, αλλά όχι με όρους «υψηλής θεωρίας». Εισέρχεται στον Τύπο και δουλεύει μέσα σε αυτόν, αλλά απαρνιέται πολύ γρήγορα τον παραδεκτό προοδευτικό Τύπο. Εκδίδει, αλλά κυρίως στον κυβερνοχώρο. K-Punk. Ένα blog. Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί ο Μαρκ Φίσερ υπηρετεί όντως τον μοντερνισμό με το να είναι ένας οξύς κριτικός, και με το να ασκεί την κριτική του έρχεται κι ο ίδιος αντιμέτωπος με όλα όσα ακυρώνουν σταδιακά στοιβάδες και του δικού του βίου, μέχρι που να μη μπορεί να σταθεί εντός του. Κατανοεί ότι βρίσκεται όμως στο πολιτικό. Αυτό ακριβώς είναι που κομίζει την ακύρωση. Και την κομίζει, μάλιστα, και μέσα από μια συγκεκριμένη πολιτική αυτο-ακυρωμένη, άδεια από πολιτικό νόημα, την τεχνοκρατία της τελειοποιημένης εσχατιάς, του τελειωτικού non plus ultra εγγεγραμμένου σε πανταχού παρούσες Ηράκλειες στήλες που λέγονται: TINA, νεοφιλελευθερισμός, νόμος της ζούγκλας, φυσική ανισότητα, καπιταλιστικός ρεαλισμός. Εδώ έρχεται η απόπειρα άρθρωσης του λαϊκού μοντερνισμού. Η ίδια η ζωή και το έργο του, δηλαδή, στην πραγματικότητα. Ο Φίσερ αναζητεί μέσα στην μητροπολιτική εμπειρία ερειπίων, τις δυνατότητες κοινότητας· και μέσα στην τέχνη, στην ευρύτερη αφηγηματολογία διαφόρων φορμών, τη δυνατότητα ενός νέου απελευθερωτικού φαντασιακού ή ενίοτε πολύ πιο ταπεινά, τη μηδαμινή πιθανότητα ύπαρξης με αυτενέργεια, με δικούς μας όρους. Ανησυχεί παράλληλα να μην οδηγηθεί σε μια συντηρητική απάρνηση του υπάρχοντος, αυτό είναι το ρίζωμά του στον μοντερνισμό τον οποίο δεν απεκδύεται ποτέ, ακόμα κι όταν ο ίδιος αυτός μοντερνισμός γίνεται απειλητικός τόσο ως εργαλείο του κεφαλαίου όσο και ως αντινομική ιστορική πραγματικότητα.

Ας πάμε στο μέλλον από το παρελθόν, δηλαδή στο τώρα. Τώρα, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουν αλλάξει πολλά που δεν πρόλαβε ο Φίσερ όσο έζησε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμα κι ο νεοφιλελευθερισμός είναι πια μια έννοια που δεν μπορεί να περιγράψει με καμία ακρίβεια τον κόσμο μας (αν μπορούσε, βέβαια και ποτέ). Ζούμε σε πολλαπλή επισφάλεια, πολυεπίπεδες ρευστότητες, ανοιχτά πολεμικά μέτωπα που απειλούν τον πλανήτη ζωτικά, γεωπολιτικά, κλιματικά και ηθικά, τα modi κυβερνολογικής μπορούν και εναλλάσσονται με την ταχύτητα doom scroll από ποσοτική χαλάρωση σε υπερπληθωρισμό, από θύλακες ανάπτυξης σε στασιμότητα, και ασφαλώς στο γιγαντιαίο οικουμενικό asset gathering που λέγεται: κατοικία/ενοίκιο/στέγαση των νέων. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι εδώ και δημιουργεί το πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας, μαζικής κλίμακας, confirmation bias που οδηγεί στην ύπαρξη πολλαπλών περίκλειστων ρεαλισμών. Ατομικά σύμπαντα που φτάνουν στην αξίωση του αυταπόδεικτου. Θα έλεγε κανείς σαν μια υποκειμενοποίηση της raison d’état σε μυριάδες κομματάκια. Ταυτόχρονα η οπτική κουλτούρα των reels δημιουργεί μια οπτική συνείδηση του fast cut. Μιας μεθόδου που στον κινηματογράφο χρησιμοποιείται κατεξοχήν για την κατάδειξη του κρισιακού, του πανικού και του παρανοϊκού. Γιατί, λοιπόν, ο Φίσερ προσελκύει ακόμα νέους αναγνώστες; Με ποιους τρόπους μας στοιχειώνει; Με τι όρους επιστρέφει; Γιατί τω όντι επιστρέφει, δραπετεύοντας οριστικά από την επανάληψη. Νομίζω υπάρχει ένα ξεκάθαρο πεδίο εισόδου που το επιτρέπει αυτό. Κι αυτό είναι η έννοια που κατέκλυσε τη φιλοσοφία της Χάνα Άρεντ και που μοιράζεται υπόγεια με τον Φίσερ. Το «worldlessness». Την απουσία κόσμου, κοσμολογίας, κοσμικότητας, χωροχρόνου, weltanschauung, όρων παραγωγής κοινού κοινωνικού νοήματος.

Για την Άρεντ, αυτή η συνθήκη απαγορεύει τη δυνατότητα της vita activa και δηλαδή της άσκησης πολιτικής των λαϊκών υποκειμένων, αφού οδηγεί σε απομόνωση. Και τι άλλο είμαστε αν όχι απομονωμένοι μέσα στα δέκα δευτερόλεπτα ενός reel; Για τον Φίσερ, πάλι, είναι προφανές ότι το «futurelessness» οδηγεί στο ίδιο ακριβώς. Εντούτοις, ως συνειδητός παρίας (μια άλλη έννοια της Άρεντ) μπορεί και δείχνει την κατάργηση της διάκρισης ιδιωτικής/δημόσιας σφαίρας ή, ακριβέστερα, τον εποικισμό της δημόσιας σφαίρας από τους ιδιώτες της big tech. Είναι ακριβώς πάνω στο ζήτημα του κινητού τηλεφώνου και του επικοινωνιακού καπιταλισμού που ο Φίσερ γράφει πως: «[…] υπάρχει μια εντεινόμενη αίσθηση ότι η κουλτούρα έχει χάσει την ικανότητα να κατανοεί και να αρθρώνει το παρόν». Αυτή η πυκνή διατύπωση συνεχίζει και έχει ισχύ σήμερα· ίσως τώρα πολύ περισσότερο από όταν την έγραψε. Δεν έχουμε πια μια αφήγηση του κόσμου μας. Μια βασική νοηματοδότηση. Ο Μπένγιαμιν λέει κάτι αντίστοιχο, λέει πως τίποτα δεν ωφελεί την αφήγηση και σχεδόν τα πάντα ωφελούν την πληροφορία. Κι έτσι, θα λέγαμε, δεν είναι τυχαίο ότι στην οικονομία της προσοχής, το πρώτο πράγμα που πλήττεται είναι η ίδια η προσοχή. Παίρνεις πληροφορία, δίνεις προσοχή, φεύγεις με διάσπαση προσοχής. Ουχί τυχαία, ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλλας που άσκησε μια λογοτεχνική κριτική στα ζητήματα που απασχόλησαν και τον Φίσερ θέτει την προσοχή ως αποτέλεσμα πειθαρχίας και μόχθου και στ’ αλήθεια μιλάει για την καλλιέργεια συνείδησης μέσα από την αφηγηματολογία. Μέσα από τη μυθοπλασία. Αυτό κάνει εν πολλοίς κι ο Φίσερ σε πολλά σημεία της δουλειάς του. Η θετικότητα της κριτικής του κυρίως εστιάζει στις δυνατότητες της μυθοπλασίας ακόμα κι όταν μιλούμε για μουσική (χαρακτηριστικά την Jungle την αναγνωρίζει ως μυθοπλασιακό χώρο, ηχητική αφήγηση και συλλογική μυθολογία), αλλά είναι ρητή κι η δυναμική που δίνει στη λογοτεχνία, ειδικά αυτήν του φανταστικού.

Στο εδώ και τώρα, ο Όσιαν Βουόνγκ, millennial ποιητής, με διασταυρούμενες ευάλωτες ταυτότητες (προσφυγική, ΛΟΑΤΚΙ, από τη φτωχή εργαζόμενη τάξη [σ.σ. δούλευε σε αλυσίδες ταχυφαγείων]…), πλέον πολυβραβευμένος και ηχηρή φωνή της νέας γενιάς litterati των ΗΠΑ που επιστρατεύει τη sincerity που εισηγήθηκε ο Γουάλλας, ως έναν τροπισμό για να μιλήσει ως αποκλεισμένο υποκείμενο με προδιαγεγραμμένα ακυρωμένο μέλλον, ουχί τυχαία, λέει σε μια συνέντευξη στην οποία αναφέρεται στις αδυσώπητες οικονομικοκοινωνικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι γυναίκες που τον ανέθρεψαν (η μητέρα κι η γιαγιά του), μιλώντας για αυτές ως τάξη, αλλά και ως αφηγηματική φόρμα, ως ικανότητα ιστορείν για πολλούς άλλους στην Αμερική, το εξής:

«Όταν γύριζα σπίτι (σ.σ. από τη βιβλιοθήκη), και παίρνει 15 – 20 χρόνια μελέτης για να ανακαλύψεις τι συνέβη στην κοινότητά σου, και δεν είναι ατύχημα, είναι έτσι σχεδιασμένο, έλεγα “Μαμά, γιαγιά, θειούλα, το βρήκα, το κατάλαβα, διάβασα Μαρκ Φίσερ, Μπόλντγουιν, Μόρισον, δε φταίτε εσείς! Είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μην μπορείτε να δραπετεύσετε. Δεν κάνατε κάτι λάθος!”»

Νομίζω ότι έχει σημασία αυτή η αναφορά του Βουόνγκ στον Φίσερ. Ο ίδιος χρησιμοποιεί αντί της Jungle, το σονέτο, ως μια μεταφορά για το Αμερικανικό σύστημα και τις υποπρολετάριες τάξεις, όμως εξερευνεί τα ίδια πράγματα και με συγγενείς όρους. Εξάλλου ο Φίσερ είχε τονίσει τον κίνδυνο της αποστασιοποίησης και της ειρωνείας στον μεταμοντερνισμό, δηλαδή το να ιδώνονται ως κλειδιά που ξεκλειδώνουν το μετα-ιδεολογικό, ενώ συμβαίνει το αντίθετο: αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο η ιδεολογία λειτουργεί σήμερα. Αντίστοιχα ο Βουόνγκ αντιστέκεται σε αυτό, αλλά και στη νέα πρόκληση του «cringe» και του Gen-Z κυνισμού που καλεί σε συγκρότηση υποκειμένων της υπεραπόδοσης και γι’ αυτό της υπερ-προετοιμασίας: Όλα είναι αναμενόμενα. Αυτή η υπερκόπωση είναι το νέο στάδιο της αποξένωσης από την αποξένωση (ή αλλιώς του ενθουσιώδους engagement) που ζητείται από το σύγχρονο κεφάλαιο και οι νέοι εργαζόμενοι επιστρατεύουν ό,τι μπορούν να επιστρατεύσουν, όπως το λεγόμενο «Gen Z stare», το κενό βλέμμα σαν τα ζόμπι (άλλη σημαντική οντότητα στη σκέψη του Φίσερ). Όμως αυτό το ζήτημα, αυτό το νέο worldlessness, η απουσία ικανότητας να αρθρώσουμε το παρόν μας, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποστασιοποιητικά σχήματα, αλλά αντίθετα με αυτό που ο Βουόνγκ αποκαλεί «εγγύτητα στην απόγνωση».

Στην πραγματικότητα, έτσι καλείται το πνεύμα του Φίσερ από τους αποκλεισθέντες. Μέσω της εγγύτητας στην απόγνωση. Αυτό κινητοποιεί. Αυτή είναι η σεάνς. Και, τώρα, νομίζω φαίνεται, μπορούν να το δουν όλοι. Το να μπεις μέσα στη σφαίρα αυτής της εγγύτητας είναι πράγματι καθαρή τρυφερότητα. Το πάντα ήδη πεδίο των συναντήσεων και άρα των δυνατοτήτων.

Μπορεί, άραγε, το μέλλον να ακυρώνεται για πολύ ακόμα;

Για πάντα;

Κύλιση στην κορυφή