…ναι, και εν συνεχεία, Βασίλη μου, ας μεταβούμε προς τα νότια, ας πάμε στη βόρεια Ιταλία, η οποία βόρεια Ιταλία κείται, βεβαίως, νοτίως, πολύ, πάρα πολύ νοτίως της Ιρλανδίας, και ας πούμε ένιες παρόλες για μια περίπτωση που συνάδει με όλα όσα προηγουμένως είπαμε, και εξακολουθούμε να λέμε, δεκαέξι ώρες τώρα, για τα έξοχα αλάνια που στέρξαμε να μας διαπλάσουν εις τρόπον ώστε να αποφύγουμε τις κακοτοπιές και τις μη δέουσες συνάφειες, διότι όπως και οι πέτρες γνωρίζουν το να αποφεύγει κακοτοπιές και μη δέουσες συνάφειες είναι το πρώτιστο καθήκον του εγελομαρξιστή, του σιτυασιονίστ, καθώς λέγαμε τότες που, ω ναι, τότες που, ήγουν το σωτήριον έτος 1977, προτού δηλαδή ο λίαν εκλεκτός Γιάννης Δ. Ιωαννίδης μεταφράσει το situationniste ως καταστασιακός, έτσι λέγαμε, σιτυασιονίστ λέγαμε, ή/και σιτουασιονιστής, και δε χαμπάριαζαν γρυ οι άλλοι περί τίνος λέγαμε όταν λέγαμε σιτυασιονίστ, αλλά τι μας ένοιαζε εμάς, το βιολί μας εμείς, και τι βιολί!, έξοχο και έξαλλο βιολί, καθόσον ολόγυρα έβρεχε κνίτες και ρηγάδες και τρότσκες και κινέζους, ενώ εμείς την κάναμε ψώνιο με Γκυ και Ραούλ και Αττίλα, ενθυμείσαι, οφκόρς, Ντεμπόρ και Βανεγκέμ και Κοτάνυϊ, πλέαμε σε πελάγη ευωχίας μ’ εκείνο το εξυψωτικό Αλλόκοτοι αγγελιαφόροι διασχίζουν την Ευρώπη κι ακόμα μακρύτερα, και συναντιούνται κομίζοντας απίστευτα μηνύματα, τρελαινόμαστε από έξαψη και εξαπτόμεθα από τρέλα τρέχοντας τρελά στη μεγαλοφυή οδό Μαυρομιχάλη και στον μεγαλοφυή αριθμό 3 της μεγαλοφυούς οδού Μαυρομιχάλη, όπου στεγαζόταν μεγαλοφυώς ο μεγαλοφυής εκδοτικός οίκος Άκμων, ο οποίος εξέδιδε μεγαλοφυή πονήματα, άτινα και μας διέπλασαν μεγαλοφυώς, σε τέτοιο βαθμό ώστε, όπως θα πιστοποιήσουν αργότερα οι μεγαλοφυείς βιογράφοι μας, να μη μας συλλάβει ουδείς ισοπεδωμένους μέσα στις φαινομενικότητες αλλά, απεναντίας, να κάνουμε σλάλομ στα στερεότυπα, να κινούμεθα ελισσόμενοι σαν χέλια στις ξέρες της καθημερινής ζωής, μελετώντας διαρκώς, και διακαώς, και εις το διηνεκές, πονήματα μεγαλοφυή, φέρ’ ειπείν, και εδώ αρχίζει να υπεισέρχεται ο βορράς του νότου, ήτοι η Ιταλία του Μιλάνου και της Φλωρεντίας, φερ’ ειπείν λέγω, Βασίλη μου, το μεγαλοφυές πόνημα Σχετικά με την ιταλική κρίση, του οποίου ο νορμάλ, θέλω να πω ο αρχικός, ο πρωτότυπος, ο τρόπον τινά μπαρόκ, τίτλος είναι Μια Φιλαλήθης Έκθεση σχετικά με τις Τελευταίες Δυνατότητες Επιβίωσης του Καπιταλισμού στην Ιταλία, ιταλιστί Rapporto veridico sulle ultima opportunita di salvare il capitalismo in Italia, και γαλλιστί Véridique rapport sur les dernières chances de sauver le capitalisme en Italie, μεταφρασμένο μάλιστα από τον Γκυ Ντεμπόρ, ο οποίος, το ξέρουμε πια, ενέπνευσε στον συγγραφέα του, που δεν είναι άλλος από τον, επί χρόνια επιστήθιο φίλο του Ντεμπόρ, και για ένα χρονικό διάστημα χορηγό του, τον Τζανφράνκο Σανγκουινέτι, γεννηθέντα στην Ελβετία και στις δεκαέξι Ιουλίου του έτους χίλια εννιακόσια σαράντα οχτώ, ενέπνευσε, ας επαναλάβω, και δη επιτακτικώς, ο Ντεμπόρ στον Σανγκουινέτι, να συνθέσει μεγαλοφυώς το μεγαλοφυές εν λόγω πόνημα, το οποίο και εξεδόθη σε πολυτελέστατη έκδοση numérotéκαι εστάλη σε Ιταλούς βιομηχάνους, δόγηδες, καρδιναλίους, και εν γένει υψηλά ιστάμενους, ως έκκληση απεγνωσμένη και γαρνιρισμένη με προτάσεις να κάνουν κατιτίς μπας και σωθεί ο καπιταλισμός και η Ιταλία που κλονίζονταν, τόσο ο καπιταλισμός όσο και η Ιταλία, από το θεσπεσίως αγριεμένο αυτόνομο κίνημα, ήδη από το 1968, εν είδει απόηχου του περιλάλητου Γαλλικού Μάη, και η σιτυασιονίστ, η καταστασιακή ματσαράγκα των Τζανφράνκο & Γκυ ήταν αδυσώπητα μεγαλοφυής, καθόσον, Βασίλη μου, το εν λόγω μεγαλοφυές πόνημα ήταν δολίως γραμμένο τάχατες από τη μεριά και την οπτική ενός υψηλά ιστάμενου ευπατρίδη, υπό το ψευδώνυμο Censor, πάει να πει Τιμητής, ο οποίος, κυριευμένος και κατακλυσμένος από την αγωνία της καταρρακώσεως των καπιταλιστικών προταγμάτων και προοπτικών στέλνει τούτο το απεγνωσμένο μήνυμα, προβαίνει σε τούτη την απεγνωσμένη έκκληση να καταπιαστούν επειγόντως οι συνάδελφοί του, οι υψηλά ιστάμενοι, με το να σωθεί ο κλονιζόμενος καπιταλισμός, και τους λέγει αδυσώπητες αλήθειες που, ναι μεν γνωρίζουν οι πάντες, αλλά δε ουδείς τολμάει να τις διαλαλήσει, και οι εν λόγω αδυσώπητες αλήθειες που λέγονται/γράφονται από την οπτική, και τα λοιπά, του ευπατρίδη Τιμητή, είναι τωόντι αδυσώπητες αλήθειες, πλην όμως είναι γραμμένες από τους Τζανφράνκο & Γκυ που υποδύονται τον ρόλο του ευπατρίδη Τιμητή και προκαλούν, εν έτει 1975, τρομερό σκάνδαλο στην παραπαίουσα Ιταλία, μιας και άρχισαν όλοι εκείνοι που έως τότε τις αποσιωπούσαν τις εν λόγω αδυσώπητες αλήθειες, να τις σχολιάζουν και να τις δημοσιοποιούν και να τις επαναλαμβάνουν, διαδίδοντάς τες από τις εφημερίδες και τα περιοδικά και την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα, κάνοντας μάλιστα και ανόητες εικασίες σχετικά με την ταυτότητα του Censor, ουδόλως και ουδέποτε υποπτευόμενοι ότι ενδέχεται να μην πρόκειται περί υψηλά ιστάμενου ευπατρίδη αλλά περί κάργα και μέχρι τα μπούνια επαναστάτη σιτυασιονίστ, όπως ήταν ο Σανγκουινέτι, η μητέρα του οποίου, μάλιστα, η φοβερή και τρομερή Τερέζα Ματέι, γνωστή ως Τερεζίτα, αφού αποβλήθηκε από όλα, μα όλα, τα σχολεία του τότε Βασιλείου της Ιταλίας διότι επέκρινε δριμύτατα ρατσισμούς και καταπιέσεις και καταστολές, προσχώρησε στην άκρα αριστερά του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, έγινε αντάρτισσα παρτιζάνα, και έλαβε μέρος στο ξεπάστρεμα του γελοιωδέστατου Τζοβάνι Τζεντίλε, ο οποίος όχι μόνον είχε το γελοιωδέστατο θράσος να επικαλείται τον Μέγιστο Έγελο αλλά και ήταν υπέρμαχος του γελοιωδέστατου μουσολινικού δόγματος «Τα πάντα για το κράτος. Τίποτα ενάντια στο κράτος. Τίποτα έξω από το κράτος», συνεπώς του την έστησαν για τα καλά η φοβερή και τρομερή Τερεζίτα και μετέπειτα μάδερ του Τζανφράνκο μαζί με κάτι ωραία παρτιζάνικα παλικάρια και τον έστειλαν τον γελοιωδέστατο Τζεντίλε στα θυμαράκια, οριστικώς και αμετακλήτως, στις δεκαπέντε Απριλίου του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, ήτοι τέσσερα χρόνια πριν από τη γέννηση του μοναχογιού της, του Τζανφράνκο Σανγκουινέτι, τριάντα ένα χρόνια πριν από την έκδοση, και το συνακόλουθο σκάνδαλο, του Rapporto veridico sulle ultima opportunita di salvare il capitalismo in Italia, και εβδομήντα εννέα έτη πριν από την παραγγελία και συνακόλουθη πόση του δεύτερου από τα τρία οφειλόμενα στον Τζέημς Τζόυς ιρλανδέζικα ουίσκι μας, πάει να πει το δέκατο έκτο έως τώρα εδώ που τα λέμε στην υπέροχη αυτή μπάρα, στο υπέροχο αυτό μπαρ, την υπέροχη αυτή βραδιά, Βασίλη, φίλε μου καλέ…

