Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Στο Night-Club των Συνειρμών, XVIΙ

… ναι, Βασίλη, φίλε μου καλέ, χαίρομαι τόσο, μα τόσο για τούτη την έξοχη ρέμπελη ιδέα σου να εορτάσουμε τα δεκαοχτώ κεφάλαια του Ulysses πίνοντας ισάριθμα ιρλανδέζικα ουίσκι, έκαστος, και συζητώντας για τα όσα και τους όσους και τις όσες τρόπον τινά μας διέπλασαν, ωραία διάπλαση θα μου πεις, φίνα διάπλαση θα σου πω, σκατοδιάπλαση θα πούνε, και έχουν ήδη πει, και λένε, κάποια από τα κορίτσια μας, δεκαετίες τώρα μας εγκαλούν άλλωστε κορίτσια και μακαρίτισσες μαμάδες και μακαρίτες μπαμπάδες και συγγενείς και φίλοι, κι ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου, για τη ραθυμία μας, τη δημιουργική εντούτοις ραθυμία μας, πλην όμως εμείς, ως έχει ειπωθεί, επανειλημμένως και adnauseam και πολλάκις και πλειστάκις, το βιολί μας, μάλιστα, το βιολί μας εμείς, Βασίλη μου, διότι πρόκειται εντέλει περί αξιοπρεπούς στάσεως, κι ας λένε, βεβαίως και είναι αξιοπρεπές το να διατηρείς επιμόνως τη ροπή προς τη ράθυμη κατάσταση, προς ένα είδος δημιουργικής, ας επαναληφθεί, ραθυμίας, καθότι, φίλτατε συμπότη, ή μάλλον συμπότα ας πω, όπως λέγει και μια ισπανική ρήσις από τον Χρυσούν Αιώνα, ενδεχομένως του ιδίου, του μέγιστου Μπαλτάσαρ Γκραθιάν, «ευγενές το πίνειν, αγενές το τρώγειν», ιδού και στο πρωτότυπο, δες, το έχω στο σημειωματάριό μου: Elbebereshidalgo, yelcomeresvillano, εν άλλοις λόγοις, στην κοινωνία που ζούμε, μια ξεχαρβαλωμένη, σαράβαλη κοινωνία, όπου ο χρόνος είναι χρήμα και η διατροφή είναι έτσι καμωμένη για να δουλεύεις, όπου οι πάντες τρώνε στα σβέλτα και αγενώς, το sublime, το υψηλόν και το ωραίον και το ευγενές είναι να πίνεις και δη εις τρόπον ώστε να καθίστασαι άχρηστος εντός μιας κοινωνικής διατάξεως που δεν την θεωρείς άχρηστη μόνον εσύ, έχουν κάνει τόοοοοοσοι και τόοοοοσοι εξαίσιοι νόες τη διάγνωση, και όντας άχρηστος για την εν λόγω κοινωνική διάταξη διαθέτεις εν αφθονία και εν πλησμονή χρόνο να προβαίνεις σε συλλογισμούς, ράθυμους μεν, ευγενείς δε, και να διαβάζεις με στοχαστική αδηφαγία, και, φυσικά, όπως τόσο εσύ όσο και εγώ πράττουμε, να εκπονείς κάποια ζόρικα έργα, φέρ’ ειπείν, ένα αφήγημα δεκαοχτώ χιλιάδων λέξεων, χωρίς ούτε μία τελεία, έναν ασθμαίνοντα, αγρίως μελωδικό φόρο τιμής στη μεγαλοφυΐα του Τζέι Τζέι, που φιλοξενεί, το αφήγημα όχι ο Τζέει Τζέι, απατεώνες, εκκεντρικούς, λοξούς, και άλλες αποσυνάγωγες και αλλόκοτες φυσιογνωμίες, αφήγημα που στο κρυφό του κέντρο κρύβεται και στραφταλίζει η φράση Ne travaillez jamais, που, όπως και οι πέτρες ξέρουν, συνέλαβε και έγραψε με κιμωλία, μάλιστα με κιμωλία ώστε να είναι εφήμερη, καίτοι έγινε αιώνια, ένας νεαρός είκοσι δύο ετών, το 1953, πάει να πει εβδομήντα ενιαυτούς από το 2023, και έτη τριάντα από την έκδοση του περιλάλητου και καταλυτικού έργου Geschichte und Klassenbewußtseinτου περιλάλητου και καταλυτικού Ούγγρου φιλοσόφου Γκέοργκ Λούκατς, ο οποίος όπως γνωρίζω ότι γνωρίζεις, αλλά δεν είναι ανώφελον, απεναντίας είναι ψυχωφελές να τα λέμε και να τα ξαναλέμε αυτά, αποτέλεσε πρότυπο για το πλάσιμο, εκ μέρους του άλλου μεγαλοφυούς, του Τόμας Μανν, του φοβερού και τρομερού Ιησουίτη κομμουνιστή επαναστάτη, του Λέο Νάφτα, ο οποίος σε λατινική γερμανική γραφή, τουτέστιν Naphtha, σημαίνει, άκουσον! άκουσον!, ναφθαλίνη, ας επανέλθουμε ωστόσο στο Geschichte und Klassenbewußtsein και ας θυμηθούμε ότι ο νεαρός με την κιμωλία δεκατέσσερα χρόνια μετά, ήτοι το 1967, εξέδωσε το εξίσου καταλυτικό πόνημα La Société du spectacle, στη σελίδα 25 της πρώτης έκδοσης του οποίουπαραθέτει ένα εκτενές απόσπασμα από το καταλυτικό, όπως είπαμε, έργο Geschichte und Klassenbewußtsein, το οποίο έργο, αξίζει να σημειωθεί, μετέφρασε στα γαλλικά, ερήμην και παρά τη θέληση του Λούκατς, ο οποίος εντωμεταξύ είχε γίνει σταλινικός και είχε αποκηρύξει, ο μην-πω, το σημαντικότερο πράγμα που είχε γράψει, ο δικός μας, ο Κώστας Αξελός, το 1958, και έτσι έφτασε στα χέρια και στα μάτια και στα στρογγυλά χρυσά γυαλιά του εν λόγω Ντεμπόρ, εξ ου και παρέθεσε το ειρημένο απόσπασμα στην ειρημένη σελίδα 25 της ειρημένης πρώτης εκδόσεως του πονήματος La Société du spectacle, που θα μπορούσαμε να πούμε, και έχουμε ήδη πει και γράψει, ότι πρόκειται για μιαν ατέρμονη ανάπτυξη, σε 221 θέσεις, του Ne travaillez jamais, και συνάμα για ένα αστικό γουέστερν, για ένα καθηλωτικό μανιφέστο, για μιαν ερωτική επιστολή, για ένα ουρλιαχτό με σιγαστήρα, για έναν κεραυνό σε slow motion, για μια διατάραξη της κοινής ησυχίας, και, βεβαίως, για το προοίμιο του περιλάλητου Μάη του ʼ68, αυτής της εκκωφαντικής εορτής της ποιήσεως, καθόσον το κόλπο του Ντεμπόρ ήταν, βασικά, η αντιστροφή του προγράμματος/προτάγματος του Αντρέ Μπρετόν και του υπερρεαλισμού «Να θέσουμε την Ποίηση στην Υπηρεσία της Επανάστασης», τουτέστιν, αντεστραμμένα, «Να θέσουμε την Επανάσταση στην Υπηρεσία της Ποίησης», όπερ έδει δείξαι, και έδειξε, οφκόρς, τον Μάη του ʼ68, ο οποίος Μάης του ʼ68 είναι αυτό για το οποίο μας τιμωρούν έκτοτε οι αμβλύνοες, οι στραβοχυμένοι, οι αγάμητοι, οι ανοργασμικοί, οι ο-χρόνος-είναι-χρήμα, οι γιάπηδες, οι χίπστερ, οι κακομούτσουνοι, όλοι αυτοί που δεν κατάφεραν ποτέ, διότι δεν θέλησαν, να μεθύσουν σαν άνθρωποι, να ερωτευτούν σαν άνθρωποι, να τραγουδήσουν σαν άνθρωποι, όλοι αυτοί που τρομάζουν ακόμη, κι ας κύλησαν μισός αιώνας και πέντε έτη από τον ξακουστό Μάη, στο άκουσμα και μόνον των λέξεων Μάης και Εξήντα Οκτώ, όπως επίσης και στο άκουσμα των λέξεων Ne travaillez jamais, καθώς και των λέξεων καταστασιακός, Ντεμπόρ, Μαρξ, Μπακούνιν, Ιζιντόρ Ντυκάς, Μισέλ Μπερνστάιν, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Έμμα Γκόλντμαν, μη σου πω και των λέξεων χάδι, φιλί, χείλη, περίπτυξη, σμίξιμο, έρως, φιλία, σιγαρέττον, ουίσκι, ροκενρόλα, συμπόσιον, κλινοπάλη, ασκαρδαμυκτί, και πάει λέγοντας, διότι τρομάζουν όλοι αυτοί οι κακομούτσουνοι, και τα λοιπά, με ό,τι αποπνέει ποίηση και μελωδία και ταρακούνημα και ξεβόλεμα και παροξυσμό, μιας και δεν έστερξαν ποτέ, και πώς να στέρξουν άλλωστε, οι αδαείς, να γλεντήσουν την προ ενός αιώνος έκδοση του Ulysses, κατεβάζοντας, αργά και με το μαλακό, στο ρελαντί, ας πούμε, δεκαοχτώ ιρλανδέζικα, έκαστος, και συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, φλυαρώντας εποικοδομητικώς περί Ντεμπόρ και Λούκατς, φουμάροντας απανωτά άφιλτρα, άδοντας ενδιαμέσως άσματα όπως το «You make me cream in my jeans’» του/της Jayne County, αίφνης, ή το «Oh! Sweet Nuthin» των ανυπέρβλητων Velvet Underground, καλά δε λέω, Βασίλη μου, καλέ, ναι, καλά λέω, κι αφού λέω καλά, λέω να παραγγείλουμε το δέκατο όγδοο ιρλανδέζικο, το τελευταίο, το έσχατο, το ύστατο, το για τον δρόμο, το άσ’ τα να πάνε, όπως, επίσης καλά, έλεγε ο αείμνηστος ποιητής και φίλος, ο Γιώργος Καραβασίλης…

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή