Ο Φώτης Κόντογλου θεωρείται ένας από τους πρώτους εκφραστές της γενιάς του ’30, παρά την την αφηγηματική και υφολογική ιδιομορφία του[1]. Έχοντας μεγαλώσει στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μετά τα νεανικά ταξίδια του στην Ευρώπη, έφερε στο καλλιτεχνικό προσκήνιο της διαμορφούμενης ελληνικής κοινωνίας ένα αυθεντικό πνεύμα μοντερνισμού. Αποτέλεσε έναν «Ευρωπαίο διανοούμενο του καιρού του»[2] που, ξεπερνώντας τα έξωθεν μοντερνιστικά πρότυπα, κατάφερε να συνδεθεί δημιουργικά με το ελληνικό παρελθόν και να αναβιώσει εμπνευσμένα την παράδοση της βυζαντινής τέχνης.
Όταν την Άνοιξη του 1923 επισκέπτεται το Άγιον Όρος αισθάνεται για πρώτη φορά τη γοητεία που του ασκούν τα βυζαντινά εικαστικά πρότυπα. Βρίσκει σε αυτά μια τέχνη ανείπωτου βάθους και τα υιοθετεί για το υπόλοιπο της ζωής του. Αρχικά συνομιλεί με τον μοντερνισμό και δημιουργεί έργα κοσμικά χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη βυζαντινή τέχνη[3]. Μέσα στη δεκαετία του 1930 διαμορφώνει οριστικά τους εικονογραφικούς του τύπους και έτσι σταδιακά αποσύρεται από οτιδήποτε κοσμικό, υιοθετεί μια πλήρως πνευματική και θεοκεντρική προσέγγιση της τέχνης[4].
Αντίστοιχη πορεία ακολουθεί και ως λογοτέχνης. Τα πρώτα του έργα, Πέδρο Καζάς (1920) και Βασάντα (1923), προκαλούν ενθουσιασμό μέσα από την ανατρεπτική τους αφήγηση και το εξωτικό στοιχείο που κυριαρχεί. Αναγνωρίζονται ως απόλυτα μοντερνιστικά και φρέσκα δημιουργήματα. Αργότερα στρέφεται όλο και περισσότερο στη συγγραφή βίων αγίων και δοκιμίων θρησκευτικού χαρακτήρα. Έτσι, συχνά γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη περίοδο του λογοτέχνη Κόντογλου. Αν αποφύγουμε, ωστόσο, τον κατακερματισμό του έργου και της προσωπικότητάς του, θα διακρίνουμε έναν καλλιτέχνη με ενιαία πορεία και σταθερή εξέλιξη[5]. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Τριανταφυλλόπουλος, όσα μας παρέδωσε ο Κόντογλου ήταν αποτέλεσμα μιας «ατόφιας στάσης ζωής, που προερχόταν από συνείδηση και βίωση της Ορθοδοξίας»[6].
Τη συνείδηση αυτή και τη βίωση της Ορθοδοξίας, τις βλέπουμε να διαγράφονται ήδη από τον πρόλογο και τον επίλογο του Πέδρο Καζάς, όπου ο Κόντογλου δημιουργεί χώρο για να προβάλει ορισμένες προσωπικές του αισθητικές αντιλήψεις[7]. Ο ίδιος αντιπαθεί τα διάφορα σοφίσματα, τις περίπλοκες διανοητικές συνθέσεις που, όπως υποστηρίζει, συσκοτίζουν τον νου του ανθρώπου και τον παραπλανούν, αντί να καλλιεργούν μέσα του την αγνότητα και την αλήθεια. Αυτές, κατά τη γνώμη του, είναι ποιότητες που διατηρούνται μόνο μόνο υπό το φως μιας ορθόδοξης πνευματικής θεώρησης των πραγμάτων. Εμφανίζεται ως υπέρμαχος της απλότητας και της αυθεντικότητας, τόσο που δεν διστάζει πολλές φορές να τεθεί ενάντια στη φιλοσοφία αλλά και στην τέχνη την οποία θεωρεί επιτηδευμένη.
Όσον αφορά, λοιπόν, την αισθητική του, εκτός βέβαια από την εφαρμογή της στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό του έργο, αυτή αναδεικνύεται μέσα από τις αναφορές που κάνει ο ίδιος. Αν και δεν επιδίωξε ποτέ να συγκροτήσει μια ολοκληρωμένη και αναλυτική αισθητική θεωρία, δεν είναι λίγες οι φορές που αναφέρθηκε στην τέχνη, στην ουσία και τον σκοπό της. Η παρούσα μελέτη επιδιώκει μια, κατά το δυνατόν, συστηματοποίηση των θέσεων που βρίσκονται διάσπαρτες στο έργο του, ώστε να διαφανεί εάν υπάρχει, έστω και λανθάνουσα, μια συγκροτημένη και ενιαία αισθητική θεωρία. Για τον σκοπό αυτό θα αντλήσουμε υλικό από τα σημαντικότερα έργα που δημοσίευσε ο ίδιος, όπως τον Πέδρο Καζά, τη Βασάντα, τα Μυστικά Άνθη κ.ά. Υπάρχει, βέβαια, πληθώρα κειμένων του, τα οποία, έχοντας δημοσιευθεί σε δυσεύρετα πλέον, εφήμερα ή περιθωριακά έντυπα, παραμένουν αθησαύριστα, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης πολλών ακόμη αναφορών του καλλιτέχνη σε ζητήματα αισθητικής.
Η τέχνη του Φώτη Κόντογλου ήταν μια τέχνη καλά στερεωμένη στο μεταφυσικό στοιχείο. Άλλωστε, για αυτόν ολόκληρη η ζωή νοηματοδοτείται από τον δημιουργό Θεό. «Αλίμονο! Δεν υπάρχει τίποτα σίγουρο σε τούτον τον ψεύτικο τον κόσμο!», λέει και αργότερα συμπληρώνει πως «υπάρχει όμως ένας άλλος κόσμος που όλα σ’ αυτόν είναι αληθινά, σίγουρα, αιώνια […], εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για τους ανθρώπους…»[8]. Εκεί στηρίζει την τέχνη και την αισθητική του. Κρατάει το βλέμμα του στραμμένο προς τις αιώνιες αξίες της πίστης του, της χριστιανικής πίστης, και κηρύσσει πως η τέχνη πρέπει να υπηρετεί την αλήθεια. Για αυτό και τη χαρακτηρίζει ως «αγώνα μέγιστο και έσχατο»[9]. Τα παράγωγα της τέχνης είναι πράγματα νέα, «που δεν υπήρχαν πριν»[10]. Δημιουργούνται για να αφυπνίσουν τους ανθρώπους και να ενεργοποιήσουν τις αναλλοίωτες αξίες που φέρουν μέσα τους. Με την τέχνη μπορεί κανείς να δώσει «α ι σ τ ή μ α τ α στα α ι σ τ ή μ α τ α»[11]. Η λειτουργία της έγκειται στο να καταφέρει να ανυψώσει τον άνθρωπο, να τον φέρει πιο κοντά στον Θεό, αισθητοποιώντας όλες αυτές τις έννοιες που η ανθρώπινη φύση αναγνωρίζει, χωρίς να μπορεί να εκφράσει με λόγια. Η τέχνη μεσολαβεί ανάμεσα στα δεδομένα των αισθήσεων και στην απτή πραγματικότητα, δίνοντας έτσι μορφή σε όλα τα νοήματα που δεν μπορούν να αποτελέσουν συλλογισμούς και σκέψεις. Ο σκοπός της γίνεται, εν τέλει, από αισθητικός, μεταφυσικός[12].
Το έργο τέχνης και τα αισθητικά κριτήρια
Παρακολουθώντας τις αναφορές του Φώτη Κόντογλου στην τέχνη, μπορούμε να συμπεράνουμε πως υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες που συμβάλλουν ώστε να χαρακτηριστεί κάτι ως έργο τέχνης ή αντίθετα να απορριφθεί, ως κακή απομίμηση της τέχνης. Ανάμεσα σε αυτούς είναι η απλότητα, η αυθεντικότητα και ο πνευματικός χαρακτήρας ενός δημιουργήματος.
Ξεκινώντας από την απλότητα, σύμφωνα με τον Φώτη Κόντογλου, αυτή θα πρέπει να διέπει το θέμα, την τεχνική αλλά και το ύφος του καλλιτέχνη. Στην περίπτωση του λογοτεχνικού έργου, αυτό δεν πρέπει να είναι αποτέλεσμα σκέψης και προγραμματισμού, ούτε να δημιουργείται με λογικά μέσα, προκειμένου να μην παραχθεί κάτι εντελώς στυφό ή υπερφορτωμένο από ένα σωρό στολίδια. Για τον ίδιο, τα αφηγηματικά θέματα πρέπει να έχουν «την απλότητα πόχουνε όλα τ’ αληθινά πράγματα»[13]. Άλλωστε, εφόσον σκοπός της τέχνης είναι να παρασύρει τον αποδέκτη της και να τον κάνει να ξεχαστεί, αυτή θα πρέπει να του μιλάει με τρόπο οικείο, χωρίς προσποίηση. Η ίδια απλότητα θα πρέπει να διέπει και τον λόγο του συγγραφέα, την τεχνική της αφήγησής του. Οποιαδήποτε προσπάθεια για ενθουσιασμό και έκπληξη του αναγνώστη αποβαίνει ανώφελη και ψευδής. Μάλιστα, ο ίδιος υποστηρίζει πως επιδιώκει την παντελή απουσία οποιασδήποτε αφηγηματικής τεχνικής μέσα στις ιστορίες του[14]. Γράφει χαρακτηριστικά:
Δεν κρατώ καμμιά σειρά, μια που δεν κάνω μάθημα κανενός, μόνο τα γράφω ανάκατα, θες κοντινά ή μακρυνά, θες παλιά ή καινούργια.[15]
Φυσικά, έργο απλό δεν σημαίνει έργο «κακό». Εύλογα θα εντοπίζαμε την αντίφαση ανάμεσα στην αυτόματη γραφή, που ο ίδιος διατείνεται πως υιοθετεί, και στο άρτια δομημένο αποτέλεσμα των γραπτών του. Η έλλειψη τεχνικής είναι για τον Κόντογλου έλλειψη επιτήδευσης και λειτουργεί θετικά. Δεν αντιστοιχεί σε μια έκπτωση στην ποιότητα του έργου. Η τέχνη του εξακολουθεί να διέπεται πάντοτε από τον λόγο. Αυτό γίνεται φανερό στα διηγήματά του, στις λεπτομερείς περιγραφές και στις σύνθετες αφηγηματικές δομές. Δεν υποστηρίζει τη δημιουργία απλουστευμένων έργων χαμηλής αισθητικής αξίας. Αυτό που θέλει να αναδείξει είναι πως το εκάστοτε δημιούργημα δεν θα πρέπει να είναι μια σκηνοθετημένη παραγωγή, αλλά να προκύπτει με απλότητα και αυθορμητισμό.
Αυτός ακριβώς ο αυθορμητισμός του έργου είναι που το καθιστά αυθεντικό. Ο Κόντογλου θέτει απέναντι από τη διάσημη έννοια της πρωτοτυπίας, την έννοια της αυθεντικότητας, καθιστώντας τη βασικό κριτήριο για την ανάδειξη ενός έργου τέχνης. Το ύφος του κάθε δημιουργήματος θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να αντικατοπτρίζει την αγνή πρόθεση και ψυχή του καλλιτέχνη. «Η πρωτοτυπία του είναι η αρετή του»[16] μας λέει, δείχνοντας πως η αυθεντική φωνή του δημιουργού, που εκφράζεται μέσα στο έργο, προσδίδει σε αυτό αξία. Το ειλικρινές ύφος είναι ουσιαστικά αυτό που δημιουργεί την πιο δυνατή εντύπωση στον αναγνώστη. Η απλότητα και η αυθεντικότητα φτάνουν σε ένα σημείο τομής και μοιάζουν να ταυτίζονται.[17]
Για να φύγουμε όμως από τη λογοτεχνία και να δούμε τη θεωρία του πάνω στη ζωγραφική, θα παραθέσω τα εξής λόγια του:
…οι αγιογραφίες που κάνανε είναι από τις πιο κατανυκτικές που έκανε η βυζαντινή τέχνη, γεμάτες πόνο, ελπίδα και εγκαρτέρηση […] η απλοϊκή καρδιά είναι πιο σοφή από την πολύξερη…[18]
Η απλοϊκότητα και η αυθεντικότητα αποτελούν κριτήριο και για το ζωγραφικό έργο. Η ταπεινή τεχνική της αγιογραφίας, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, κατάφερε να προκαλέσει την πιο βαθιά εντύπωση στους αποδέκτες, μεταδίδοντας «πόνο, ελπίδα και εγκαρτέρηση». Έτσι, την επιλέγει για τη λιτότητά της, αποτυπώνει τις ιδέες του με μέτρο και αρμονία, χωρίς πάθη και εντάσεις. Μάλιστα, χαρακτηρίζει την απλοϊκότητα ως «το υπερέχον της Ορθοδόξου αγιογραφίας».[19] Με τον τρόπο αυτό κερδίζει την αυθεντικότητα. Η απλότητα των έργων προϋποθέτει την ψυχική απλότητα του ίδιου. Ως αποτέλεσμα, το έργο δεν εμπεριέχει επιτήδευση, αλλά αναδεικνύει την αγνή πρόθεση του δημιουργού του. Είναι αυθεντικό γιατί ξεπερνάει τον εγωκεντρισμό της πολλαπλότητας και της ποικιλίας, επιτυγχάνοντας έτσι τη φανέρωση της ουσίας.[20]
Στην προέκταση των παραπάνω αισθητικών κριτηρίων, εντοπίζεται το αίτημα για πνευματικότητα. Η τέχνη του Φώτη Κόντογλου διέπεται από δογματικές δεσμεύσεις. Το έργο τέχνης δημιουργείται με σκοπό την ανάδειξη της πνευματικής διάστασης των πραγμάτων[21]. Νοηματοδοτείται από το υπερβατικό στοιχείο και αναδεικνύει μια αρετολογική προσέγγιση της ανθρώπινης υπόστασης. Εκτείνεται πέρα και πάνω από την καθαρή αισθητική, προωθώντας ένα πρότυπο πνευματικής ζωής[22]. Επιδιώκει να αποτυπώσει τα αισθήματα, το βάθος, την εντύπωση που διαμορφώνεται στην ψυχή, και όχι στον νου, του ανθρώπου.
Το πρόσωπο του καλλιτέχνη
Όσον αφορά τον ίδιο τον καλλιτέχνη-δημιουργό, ο Κόντογλου αναφέρει ορισμένες αρετές οι οποίες ενσαρκώνονται στο πρόσωπό του:
Μα, αν είσαι αληθινός τεχνίτης […] θε να ʼσαι τίμιος όσο κανένας άνθρωπος, κι αξιοπρεπής δίχως να ʼσαι ακατάδεχτος, κι απάνου σου θα τσακίζουνται οι σαγίτες της κολακείας…[23]
Για να μπορεί, λοιπόν, κανείς να ονομαστεί καλλιτέχνης θα πρέπει να είναι άνθρωπος πνευματικός και ενάρετος, να διακατέχεται από ισχυρές αξίες και συνείδηση. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε πως ο καλλιτέχνης παίρνει μια μορφή «αγίου», αφού κατέχει τις αρετές σε έναν απόλυτο βαθμό, «όσο κανένας άνθρωπος».
Επιπλέον, όπως μας πληροφορεί, θα πρέπει να έχει πίστη, «γιατί αλλιώς θα ζει με ξένες αντιλήψεις»[24]. Η πρωτοτυπία του καλλιτέχνη, σύμφωνα με τον Κόντογλου, είναι η ίδια η αρετή του, πηγάζει, δηλαδή, από την καθαρότητα του πνεύματός του. Κανένας άνθρωπος, όμως, σύμφωνα με τη δική του κοσμοθεωρία, δεν μπορεί να παραμείνει αγνός και ενάρετος, παρά μόνο μετέχοντας στη θεία Χάρη. Η πίστη, επομένως, είναι αυτή που διατηρεί ζωντανή και νέα την ψυχή του καλλιτέχνη, είναι αυτή που ζωογονεί το εσώτερο εγώ του. Χωρίς τις πνευματικές προϋποθέσεις, ο Κόντογλου υποστηρίζει πως δεν μπορεί κανείς να είναι αληθινός καλλιτέχνης, αφού θα αποτελεί φερέφωνο ξένων αντιλήψεων. Η αυθεντικότητα θα λείπει από τον ίδιο τον εαυτό του, δεν θα έχει τίποτα ουσιαστικό και πραγματικά δικό του να εκφράσει, ενώ τα δημιουργήματά του θα προσπαθούν επιτηδευμένα να αποκτήσουν αξία, χρησιμοποιώντας μέσα και τεχνικές που οδηγούν σε κοσμικές και παραπλανητικές δημιουργίες.
Αντιθέτως, ο πραγματικός καλλιτέχνης παράγει τέχνη πολύτιμη γιατί «φτιάχνει πράματα που δεν υπήρχαν πριν να τα φτιάξει∙ νέα πράματα κι όλο νέα κι όλο νέα»[25]. Απαλλαγμένος από κάθε φθοροποιό αρχή της κοσμικής πραγματικότητας, δημιουργεί έργα απολύτως καινούργια. Η αγνή ματιά του και το ύφος του εκφράζονται σε δημιουργίες ελεύθερες και νέες. Τίποτα δεν τον περιορίζει, ούτε καν ο ίδιος του ο εαυτός, αφού είναι ενάρετος και δεν υποφέρει από πάθη, όπως αυτό της ανάγκης για κολακεία και θαυμασμό. Όντας ελεύθερος, στοχάζεται ελεύθερα και έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί νέες πραγματικότητες. Οι νέες αυτές πραγματικότητες αποτελούν, ουσιαστικά, έκφραση του ίδιου του εσωτερικού εαυτού του, του δικού του προσωπικού πνεύματος.
Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο καλλιτέχνης εμφανίζεται ως ένας μικρός «Θεός». Όπως ακριβώς Εκείνος δημιούργησε τον κόσμο μέσα στον οποίο ενυπάρχει «ουσιαστικά», έτσι ακριβώς και ο καλλιτέχνης δημιουργεί μια πραγματικότητα μέσα στην οποία ενυπάρχει ο ίδιος. Ο Φώτης Κόντογλου, όπως ακριβώς βλέπει μέσα στη φύση το πρόσωπο του Θεού, έτσι βλέπει και μέσα στο έργο τέχνης το πνευματικό πρόσωπο του καλλιτέχνη. Έχουν, θα λέγαμε, ως κοινά χαρακτηριστικά, από τη μία την απόλυτη ελευθερία, από εξωτερικούς και εσωτερικούς εξαναγκασμούς, και από την άλλη την ικανότητα να δημιουργούν νέα πράγματα[26].
Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη ζωή του ίδιου μας περιγράφει ο Π. Β. Πάσχος στο βιβλίο του για τον Κόντογλου. Όπως αναφέρει, ο καλλιτέχνης ήταν ικανός να περιγράψει με απόλυτο αυθορμητισμό και ζωντάνια μέρη στα οποία δεν είχε βρεθεί ποτέ. Τα δημιουργούσε, όμως, με τη φαντασία του. Έπλαθε τα μέρη και τα τοπία με το πνεύμα του. Ακόμη, έλεγε πως χρειάζεται κανείς να έχει «αληθινά βιώματα» για να περιγράψει το οτιδήποτε[27]. Αυτά δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως μια ποικιλία αισθητηριακών εμπειριών. Μάλλον με την παραπάνω έκφραση, ο Κόντογλου δηλώνει την «ουσιαστική» πρόσληψη της οποιασδήποτε κατάστασης. Μια στιγμή στη φύση, για παράδειγμα, αν και ως εμπειρία είναι απλοϊκή και καθημερινή, για τον Κόντογλου εμπεριέχει ουσία, νοήματα και αισθήματα. Ουσιαστικά, αληθινά είναι τα βιώματα που σχετίζονται όχι με τις ίδιες τις καταστάσεις, αλλά με το μεταφυσικό τους υπόβαθρο.
Γενικά, ο καλλιτέχνης εμφανίζεται ως ένα πρόσωπο αφιερωμένο στην πνευματική ζωή, απολύτως αδιάφορο για κάθε τι υλικό και καθημερινό. Όπως σημειώνει στον πρόλογο του Πέδρο Καζάς:
Για μένα, ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρή εντύπωση πως ζει μέσα σ’ ένα άπειρο. Έτσι μονάχα βγαίνει όξω από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας, και υψώνεται στο μοναδικό τύπο, που ζει μέσ’ στον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας.[28]
Ο καλλιτέχνης εκτείνει το βλέμμα του πέρα από την ύλη, χαρακτηρίζεται από βαθιά πίστη και βλέπει τη ζωή με τρόπο διαφορετικό από αυτό των καθημερινών ανθρώπων. Ανοίγεται στον εσώτερο εαυτό του και ξεχνάει τα διάφορα εφήμερα της ζωής. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγει την ψυχή και τη σκέψη του στο άπειρο. Πιστεύει, όχι μόνο σε αυτά που βλέπει και συμπεραίνει με τη λογική του, αλλά πολύ περισσότερο σε αυτά που αισθάνεται μέσα του. Υιοθετεί, θα λέγαμε, μία νέα θέαση των πραγμάτων[29]. Μέσα από αυτή τη νέα θέαση γεννιέται η τέχνη του. Ο καλλιτέχνης νιώθει τα πράγματα μέσα του και επιδιώκει να τα εκφράσει με αυτή τη μορφή, με τη βαθιά αίσθηση που του προκαλούν. Γι’ αυτό και η Δέσποινα Παπαδοπούλου συμπεραίνει: «..η τέλεια έκφραση γεννιέται τη στιγμή που θα νιώσει “μέσα του” ο δημιουργός τα πράγματα»[30].
Μάλιστα, η φύση του καλλιτέχνη είναι τόσο διαφορετική από αυτή των κοσμικών ανθρώπων, τόσο στραμμένη προς το μεταφυσικό στοιχείο, που ο Κόντογλου επισημαίνει:
Μα, αν είσαι αληθινός τεχνίτης (…) θα χαίρεσαι σε περιστάσεις που άλλοι κλαίνε κι απελπίζουνται και ζητάνε παρηγοριά στα μικρά και στα τριμμένα, μ’ έναν λόγο, αν είσαι αληθινός τεχνίτης, δεν φοβάσαι Θάνατο.[31]
Ο καλλιτέχνης έχει την ικανότητα να διεισδύει στο βάθος των πραγμάτων και των γεγονότων. Γι’ αυτό και υποστηρίζεται πως δεν αντιγράφει ποτέ, όμως ερμηνεύει τα πράγματα, βλέποντας πίσω και μέσα από αυτά. Αντιλαμβάνεται τη βαθύτερη ουσία τους και δεν αναλώνεται σε μια επιφανειακή και περιορισμένη πρόσληψη της πραγματικότητας. Έχει, έτσι, τη δύναμη να μη φοβάται τον ίδιο τον θάνατο, που σύμφωνα με τη χριστιανική θρησκεία είναι απλώς ένα πέρασμα σε μια άλλη ζωή, πολύ πιο αληθινή από την επίγεια.
Η τάση του Φώτη Κόντογλου προς το επέκεινα αναδεικνύεται και μέσα από την άποψη που εκφράζει για την τέχνη της ποίησης και τους ποιητές, τους οποίους επαινεί με ένα ιδιόμορφο σχόλιο. Υποστηρίζει πως «όχι μόνο ρήτορες δεν είναι, παρά και δυσκολεύονται στο λέγειν τους»[32]. Ρήτορας ονομάζεται αυτός που ασχολείται με «λογικά» πράγματα, δηλαδή πράγματα που εναπόκεινται στην εκφραστική ικανότητα του ανθρώπου. Ο ποιητής, ωστόσο, ασχολείται με «νοήματα κ’ αιστήματα» που ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική και κατανόηση. Γι’ αυτό και δυσκολεύεται, παλεύει με τον λόγο προκειμένου να εκφράσει αυτά που αισθάνεται, μηχανεύεται καινούργιες λέξεις, ζωγραφίζει και προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις, μιλώντας στο πνεύμα και όχι στη λογική του αποδέκτη[33]. Ουσιαστικά, ο ποιητής δεν μιλάει για τη ζωή και η επίγεια γλώσσα δεν του αρκεί. Αντιθέτως, μιλάει για την ίδια την ουσία της ζωής και έτσι παλεύει να εκφράσει νοήματα υψηλότερα με τα επίγεια μέσα που διαθέτει.
Μετά από τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο καλλιτέχνης αποτελεί το μέσον στο μυστήριο της τέχνης. Όπως αναφέραμε ήδη από την αρχή, η τέχνη στοχεύει στην εξύψωση του ανθρώπου, κοιτάει προς τον Θεό και καλλιεργεί τις αρετές. Μεταχειρίζεται επίγεια μέσα, στα οποία δίνει μεταφυσική χροιά. Ο καλλιτέχνης, ο οποίος διαθέτει το προφίλ που περιγράψαμε προηγουμένως, «δουλεύει χωρίς φασαρία, για να ικανοποιήσει μονάχα την πιο συμπαθητική κλίση πόχει μέσα του»[34]. Η μορφή του είναι ταπεινή, το ίδιο και η εργασία του, «χωρίς φασαρία». Παράγει, όμως, το έργο που επιδιώκει να οδηγήσει στη «θέωση». Ο ίδιος εμφανίζεται ως απλός μεσολαβητής ανάμεσα στα επίγεια υλικά και τα ουράνια νοήματα, ανάμεσα στους κοσμικούς ανθρώπους και το πρόσωπο του Θεού. Λειτουργεί ως φορέας της θείας χάριτος, μεταδίδοντας μέσα από τις δημιουργίες του την ύψιστη αλήθεια. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος ο Κόντογλου, τα παράγωγα της τέχνης του γίνονται με τη βοήθεια του Θεού. Η θεία χάρη είναι αυτή που στηρίζει, οδηγεί και, κατά μία έννοια, εμπνέει τον καλλιτέχνη, ώστε να φέρει εις πέρας τον «αγώνα» του. Μάλιστα, στον επίλογο του Πέδρο Καζάς, ο συγγραφέας απορεί:
…απορώ και εγώ ο ίδιος πώς βγήκανε τόσα αληθινά πράματα από την πέννα μου, που την κράταγε τούτο το ίδιο χέρι…[35]
Και στις αγιογραφίες του, όμως, επιλέγει να υπογράψει με τη στερεοτυπική φράση των νεωτερικών αγιογράφων: «Διά χειρός Φώτη Κόντογλου». Εκφράζει έτσι την αυτοσυνειδησία του ως καλλιτέχνη, αναγνωρίζοντας παράλληλα πως ο ίδιος προσέφερε απλώς τις ικανότητες του χεριού του, ενώ το έργο τέχνης έγινε με τη συμβολή της θείας χάριτος.
Το πρόσωπο του καλλιτέχνη μοιάζει τελικά να υποχωρεί, να χάνει την υποκειμενικότητά του, ενώ ταυτόχρονα καταξιώνεται μέσα από την ενασχόλησή του με την αλήθεια. Όσο δηλαδή απομακρύνεται από τον εγωκεντρισμό του και επιτρέπει την «εκμετάλλευσή» του ως απλού μέσου για την ανάδειξη της αλήθειας, άλλο τόσο αναδεικνύεται όλο και πιο αυθεντικός, ζωντανός και γνήσιος στα έργα του. Με έναν τρόπο παράδοξο, η άρνηση της υποκειμενικής του αλήθειας τον γιγαντώνει και τον καθιστά φορέα της «αληθινής αλήθειας».
Γι’ αυτό και ο καλλιτέχνης στην κοντόγλεια θεωρία έχει μεγάλο χρέος απέναντι στους ανθρώπους και στον Θεό. Πρέπει να είναι υπεύθυνος του αγώνα που έχει αναλάβει, του «έσχατου» αυτού «αγώνα». Πρέπει να συμπεριφέρεται με σύνεση και σοβαρότητα, έχοντας πλήρη επίγνωση της αποστολής του, ώστε να μην παραπλανήσει ή διαφθείρει τους ανθρώπους, που περιμένουν από αυτόν την αλήθεια. Ταυτόχρονα, πρέπει να προσέχει ώστε να μην προδώσει τον Θεό-πατέρα, που του πρόσφερε την ευαισθησία της τέχνης για να τη χρησιμοποιήσει σωστά. Ο καλλιτέχνης έχει χρέος να βλέπει αυτό που δεν βλέπουν όλοι, να αισθάνεται αυτό που δεν αισθάνονται και να «διδάσκει». Ο ίδιος ο Κόντογλου απευθύνεται στον καλλιτέχνη και γράφει:
Πρόσεχε λοιπόν να μην προδώσεις αυτό το μεγάλο αξίωμα που σου δόθηκε.[36]
Τέλος, θα αναφερθούμε στη σχέση του καλλιτέχνη με τους αποδέκτες. Ο Κόντογλου ορισμένες φορές γίνεται επιθετικός απέναντι στον αναγνώστη του. Φοβάται πως το έργο του δεν θα εκτιμηθεί και, αντιθέτως, θα κατακρεουργηθεί από τις κριτικές και τις ενστάσεις των άλλων. Έτσι τον βλέπουμε να γράφει:
..ίσως – ίσως είσαι ο πιο διαστρεμμένος διάολος, και με παίρνεις στα χέρια σου για να κοιτάξεις αν έχω ψεγάδια στο γράψιμό μου..[37]
Άλλες πάλι φορές διατηρεί την ελπίδα για έναν άξιο αναγνώστη και λέει:
Μα εσύ, αναγνώστη, που, όποιος και να ʼσαι, έπρεπε να ʼχεις ευγένεια ψυχής, αφού κρατάς βιβλία και διαβάζεις.. (…) Δε σε ξέρω. Δε σε αποπαίρνω∙ μπορεί να ʼσαι τέτοιος που θέλω, και καλύτερος.[38]
Περιμένει από τον αποδέκτη του έργου του να είναι πρόθυμος να νιώσει τον δημιουργό. Δεν χρειάζεται να είναι καλλιεργημένος αισθητικά, ούτε απαιτείται κάποια ιδιαίτερη μόρφωση. Αυτό που είναι απαραίτητο είναι να διαθέτει ευαισθησία και ευγένεια πνευματική, ώστε να ανταποκρίνεται στο έργο τέχνης με διακριτικότητα και ειλικρίνεια, να θέλει να κατανοήσει τον καλλιτέχνη και όχι να τον κρίνει.
Ο καλλιτέχνης από τη μεριά του δεν θα πρέπει να δημιουργεί με σκοπό να εντυπωσιάσει ή να ικανοποιήσει, έστω, τον αποδέκτη. Αυτός δημιουργεί για να εκφράσει τη λεπτή του συνείδηση, την κλίση που διαθέτει. Η σχέση του με τον αποδέκτη υφίσταται μόνο εφόσον συμφωνούν σε κάποια βασικά σημεία, μόνο εφόσον αντικρίζουν το έργο σε έναν κοινό ερμηνευτικό ορίζοντα. Διαφορετικά ο Κόντογλου επισημαίνει:
Όσοι δεν είναι της ίδια γνώμης με μένα, θα ʼταν άδικος κόπος να μου το κράξουν. (…) Ας μ’ αφήσουν λοιπόν ήσυχο, και δεν πιθυμώ διόλου να πιάνουν τα βιβλία μου όσοι έχουν διαφορετικά γούστα από μένα. Οι λίγοι, που αισθάνουνται όπως εγώ, μου φτάνουν, και γι’ αυτουνούς γράφω.[39]
Μάλιστα, συσχετίζει το πρόσωπο του καλλιτέχνη με τον κούκο, ένα ερημικό πουλί, και γράφει:
Ο κούκος είναι ένα ερημικό πουλί. Τρουπώνει βαθιά μέσα στο δάσος, και λέει το απλό του τραγούδι: Κούκου, κούκου, κούκου! Δεν τραγουδά για να τον ακούσει κανένας, γιατί για τον κούκο δεν υπάρχει κανένας. (…) Το δάσος είναι έρημο∙ μα ο Θεός χαϊδεύει το σκούρο του το φτερό∙ ακούγει το παράπονό του.[40]
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως, όπως συμβαίνει και με τον κούκο, έτσι και ο καλλιτέχνης δεν δημιουργεί για κανέναν, πέρα από τον Θεό, που στέκεται πάντα στο πλάι του και τον ακούει. Δεν απορρίπτεται, λοιπόν, μόνο η ανάγκη της αποδοχής του έργου, προκειμένου αυτό να θεωρηθεί έργο τέχνης, αλλά απορρίπτεται εν γένει η ανάγκη ύπαρξης αποδέκτη. Φαίνεται πως για τον Κόντογλου, αρκεί κάτι να συλληφθεί από τον ίδιο τον καλλιτέχνη ώστε να αποτελεί παράγωγο της τέχνης, αφού, σε κάθε περίπτωση, ο Θεός και μόνο αποτελεί τον ύψιστο αποδέκτη.
Κριτική στην τέχνη
Μετά από τα παραπάνω, μπορούμε να θεωρήσουμε πως έχουμε μια εικόνα για τα βασικά σημεία της αισθητικής αντίληψης που υιοθετεί και εκφράζει ο Φώτης Κόντογλου. Έχουμε ήδη μιλήσει για το τι είναι η τέχνη, ποια τα αισθητικά κριτήρια που την καθορίζουν και ποια η μορφή της προσωπικότητας του καλλιτέχνη. Ο Κόντογλου, ωστόσο, μέσα στο έργο του αναφέρθηκε και στο τι στο τι θα πρέπει να αποφύγουμε. Άσκησε σφοδρή κριτική στην εποχή του και στους καλλιτέχνες, που θεωρούσε ανίκανους να παράγουν αληθινά έργα.
Όπως έλεγε ο ίδιος:
Την τέχνη την πήραμε στα χωρατά∙ ο κάθε ένας γράφει και ζωγραφίζει. Δεν υπάρχει ανοησία, ξυπνάδα, κρυάδα, κουβέντα νερουλιασμένη, που να μη γίνεται βιβλίο∙ γυναικολογήματα, λόγια αδιαφόρετα, σαν εκείνα που λέγει όλος ο κόσμος, γίνουνται αξιομνημόνευτα πράματα! Κι όλα τούτα γραμμένα με τον πιο άτεχνο τρόπο.[41]
Το παραπάνω απόσπασμα, συμπυκνώνει τις θέσεις του Κόντογλου για πολλά και διαφορετικά προβλήματα της τέχνης. Αρχικά, όπως γράφει, είναι πρόβλημα το ότι «πήραμε» την τέχνη για «χωρατό», για αστείο και διασκέδαση. Θεωρεί, δηλαδή, πως η τέχνη αντιμετωπίστηκε σαν ένα εύκολο και ευχάριστο αντικείμενο, χωρίς να ειδωθεί η βαθύτερη σημασία της, ο «τιμιότατος» σκοπός της. Επιπλέον, ο καθένας μπορεί να πιάσει πλέον την τέχνη στα χέρια του και να προσπαθήσει να δημιουργήσει παράγωγά της. Χάνεται, έτσι, και το ενάρετο πρόσωπο του καλλιτέχνη που πρέπει να πληροί κάποιες αυστηρές προϋποθέσεις, να είναι πρόσωπο πνευματικό και με βαθιά συνείδηση. Έπειτα, παρουσιάζει το πρόβλημα που εντοπίζει στο περιεχόμενο της τέχνης. Τα έργα δημιουργούνται από «ανοησίες», «εξυπνάδες» και «κρυάδες». Λείπει από αυτά η έμπνευση και η ουσία που δίνεται από τον ίδιο τον Θεό και την πίστη σε αυτόν. Λείπει, συνεπώς, η «αληθινή αλήθεια». Τέλος, απουσιάζει το ύφος, αφού ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα έργα είναι εντελώς «άτεχνος».
Συμπερασματικά, βλέπουμε πως όσα πρεσβεύει ο Κόντογλου για την τέχνη, απορρίπτονται από την εποχή του. Όλα όσα εντοπίσαμε στην αισθητική του θεωρία, όσα αξιολογήθηκαν ως απαραίτητα για να υπάρξει αληθινή τέχνη, μοιάζει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, να απουσιάζουν από τα σύγχρονά του έργα. Αντιθέτως, βλέπει μέσα σε αυτά την προσποίηση και την επιτήδευση, ενώ λείπει η απλότητα και η αυθεντικότητα. Έτσι, γράφει:
Εγώ στα πιο πολλά βιβλία που γράφουνε οι λεγόμενοι “συγγραφείς”, όχι μοναχά ζωντάνια δεν βρίσκω, μα και προσποίηση σιχαμερή με το καντάρι, και επιτήδευση αντιπαθητική στην κουβέντα, με τον σκοπό να κάνουνε τα λόγια τους πιο τεχνικά, φωνές φανταχτερές και κούφιες σαν χαρτοφάναρα.[42]
Η τέχνη, δηλαδή, γίνεται ψεύτικη και σκηνοθετημένη. Προσπαθεί να προκαλέσει την εντύπωση και τον θαυμασμό του αποδέκτη με φανταχτερά λόγια, ενώ το περιεχόμενό της είναι άδειο. Προσποιείται μεγαλεπήβολα νοήματα, χρησιμοποιεί τεχνικές και «κόλπα» για να κρύψει τις αδυναμίες της. Όπως αναφέρει στο έργο του ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, η τέχνη χαρακτηρίζεται από μια «απουσία του ουσιαστικού»[43]. Ο ιερός σκοπός της παύει να υφίσταται, ενώ στόχος γίνεται η απλή παροχή «φτηνών ικανοποιήσεων»[44].
Ο Κόντογλου αντιδρά σθεναρά και κατακεραυνώνει αυτή την τέχνη που βλέπει να παράγεται. Συγκεκριμένα, γράφει:
Καμαρώστε τι «έργα» παρουσιάζουν οι «τέχνες» σήμερα. Είναι να φράζει κανένας τα μάτια του. Όλα αυτά τα πασαλείμματα απάνω στους μουσαμάδες, που λέγονται «έργα ζωγραφικής», όλα αυτά τα παλιοσίδερα ή τα νταμαροκοτρώνια που παρουσιάζουνται για «έργα γλυπτικής» σε κάνουν όχι μονάχα να αηδιάσεις για το κατάντημά μας, αλλά και να θυμώσεις για την αδιαντροπιά που φανερώνουν αυτά τα τερατουργήματα.[45]
Ο ίδιος βρίσκει τα παράγωγα της τέχνης αδιάντροπα και «φτηνά». Υιοθετώντας μια ηθική προοπτική, πιστεύει πως διαφθείρουν την κοινωνία, η οποία κατρακυλάει συνεχώς όλο και πιο βαθιά στην τρέλα. Όπως γράφει: «μπορεί κανένας πολύ σωστά να πει για την εποχή μας πως είναι η εποχή της τρέλλας και της αδιαντροπιάς»[46]. Μάλιστα, συχνά εξοργίζεται με την κατάντια που αντικρίζει και οδηγείται σε βίαια ξεσπάσματα:
Η τέχνη! Οι ιδέες! Τι σιχαμένη εκπόρνεψη! Παντού απ’ όπου στρίψω, πετιέται μια θεατρίνα, κι αυτή η κουτή θεατρίνα παριστάνει την τέχνη, τάχα. […] Αηδιάζει κανένας με την αντιπαθητική τούτη επιτήδεψη.[47]
Τόσο πολύ αντιπαθεί ο Φώτης Κόντογλου αυτή την κοσμική τέχνη, που τη χαρακτηρίζει ως «εκπόρνεψη»! Βλέπει πια την τέχνη σαν έναν ηθικό ξεπεσμό, έναν εξευτελισμό της ίδιας αλλά και της ανθρώπινης πνευματικότητας, εφόσον μέσα από αυτήν εκφράζεται το ίδιο το ανθρώπινο πνεύμα. Αισθάνεται να εκλείπει κάθε ηθική αξία, κάθε πνευματικό υπόβαθρο, ενώ τα έργα που καλλιεργούνται από τον καλλιτεχνικό χώρο γίνονται όλο και πιο θεατρικά, ψεύτικα και επιτηδευμένα. Επιδιώκουν να πρωτοτυπήσουν, να προκαλέσουν και να επιβληθούν με τεχνητά μέσα, καθώς είναι άδεια σε ουσία και περιεχόμενο.
Σκληρή κριτική ασκείται, βέβαια, και στα πρόσωπα των ίδιων των καλλιτεχνών.
Κάποιοι απ’ αυτούς, ενώ λείπει από πάνω τους κάθε ουσία ζωής, καταπιάνονται να κατασκευάσουνε κάποιο ψεύτικο είδωλό της, για να ξεχωρίσουνε μ’ αυτό από τους άλλους, και να φανούνε πως δεν είναι από τους συνηθισμένους. Έτσι το ρίχνουνε στην τέχνη, και κάνουνε κάτι κούφια χαρτοφάναρα, που τα λένε με λογής-λογής ονόματα, σουρρεαλισμό, υπαρξισμό, αμοραλισμό, κ’ ένα σωρό άλλα.[48]
Το πρόβλημα της ουσίας, που λείπει από τα έργα τέχνης, είναι πρόβλημα και για το πρόσωπο του σύγχρονου καλλιτέχνη. Σύμφωνα με τον Κόντογλου, ο οποιοσδήποτε πλέον πιάνει την τέχνη στα χέρια του από φιλοδοξία και εγωισμό, προσπαθώντας να αναδειχθεί και να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους. Έτσι, συχνά οι καλλιτέχνες είναι πρόσωπα «ρηχά», λείπει από αυτούς «κάθε ουσία ζωής», με την έννοια της πνευματικής ζωής, της βαθιάς συνείδησης. Η ενασχόλησή τους με την τέχνη είναι χρησιμοθηρική και το ίδιο χρησιμοθηρικά είναι τα μέσα που μεταχειρίζονται.
Μάλιστα, ενώ οι ίδιοι θεωρούν πως ελευθερώθηκαν από τις προλήψεις και τα δεσμά που τους επιβάλλει μια παλιά κοινωνία, για τον Φώτη Κόντογλου αυτή η «ελευθερία» είναι η μεγαλύτερη πλάνη, που εν τέλει λειτουργεί ως καταλύτης για τα αληθινά αισθήματα.
Λευτερώθηκαν, τάχα, γιατί πετάξανε, όπως δα λένε, λογιών-λογιών προλήψεις πόχουνε οι απλοϊκοί άνθρωποι. Κ’ οι προλήψεις αυτές είναι η αυστηρότητα κι ο ηθικός νόμος στη ζωή, η αρετή κ’ η σπλαχνιά. Συφορά σας![49]
Στη θέση αυτών, προσπαθούν να τοποθετήσουν περίπλοκες φιλοσοφίες και λογισμούς, «παραγιομίζουν το κεφάλι τους» και επιδιώκουν να παράγουν τέχνη με ανθρώπινα μέσα.
Πολύ κατηγορηματικά, ο Κόντογλου χαρακτηρίζει αυτού του είδους τους καλλιτέχνες «ύπουλους», «μικρολόγους» και «τσιγκούνιδες σε λεφτά και σε αιστήματα». Όπως λέει, «κάνουνε άνου-κάτου τον κόσμο για ματαιοδοξίες ανάξιες και μωρά»[50]. Εν τέλει δηλώνει πως:
Δεν είναι ποιητές κείνοι που περιόρισαν τη συγκίνησή τους στο ό,τι δίνει η κοινωνία, και κλείσανε τα μάτια τους στην απέραντη φύση και στην ψυχή.[51]
Τέλος, μιλάει για μια γενική ακαλαισθησία. Υποστηρίζει πως η ιστορία της τέχνης, όπως έχει εξελιχθεί:
είναι, στο περισσότερο μέρος, η κωδικοποίηση της ακαλαισθησίας του κοινού ανθρώπου, που ευχαριστιέται από τη μικρολογία, τη ματαιοδοξία και το θεατρισμό.[52]
Η τέχνη φαίνεται στα μάτια του να υποχωρεί συνεχώς και να ξεπέφτει. Οι καλλιτέχνες πιάνονται από το τίποτα και πασχίζουν από αυτό να δημιουργήσουν έργα αξιομνημόνευτα. Είναι, όπως αναφέρει, άνθρωποι «χαλασμένοι από τη ματαιοδοξία»[53]. Μάλιστα, στο έργο του Μυστικά Άνθη αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο πρόβλημα της ακαλαισθησίας, δίνοντας τον τίτλο «Η ακαλαισθησία. Γενικό κακό».[54] Προς το τέλος του κεφαλαίου γράφει συμπερασματικά:
Η αμάθεια του ματιού (έτσι ας την πούμε για συντομία) είναι γενική στον τόπο μας. Και αιτία είναι το ότι δεν καλλιεργεί κανένας από το ωραίο περιβόλι της ανθρώπινης ψυχής.[55]
Αυτή είναι, σύμφωνα με τον Φώτη Κόντογλου, η αιτία της κατάπτωσης που βιώνει η τέχνη. Αυτή είναι και η μόνη οδός για να αναπτερωθεί το περιεχόμενό της. Ο μόνος τρόπος να παραχθεί ξανά αληθινή τέχνη είναι να στραφεί ο άνθρωπος προς τα «έσω», να κοιτάξει την ψυχή του, το πνεύμα και τη συνείδηση που κουβαλάει. Μόνο έτσι θα μπορέσει να βρει τη χαμένη αθωότητά του και η τέχνη να αποκτήσει ξανά αυθεντικότητα. Φυσικά, όλα τα παραπάνω έχουν πάντοτε ως σημείο αναφοράς την πνευματική ζωή που προτείνει η χριστιανική θρησκεία. Άλλωστε, η αποξένωση από τον Θεό και την πίστη είναι για τον Κόντογλου η πηγή όλων των προβλημάτων της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος, μακριά από την πίστη στον Θεό, μοιάζει να χάνει την ουσία της ζωής του και να σπαταλιέται σε μιαν άσκοπη καθημερινότητα. Κατά τον Κόντογλου, χωρίς την πίστη δεν υπάρχει ζωή και, φυσικά, χωρίς ζωή, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους τέχνη. Τα λόγια του μοιάζουν συγκινητικά, όταν γράφει:
Δεν καταλάβαμε πως δεν υπάρχει τέχνη, παρά πως υπάρχει ζωή. Αυτό που λέμε τέχνη, είναι ένα ψεύτικο ομοίωμα της ζωής, ένα είδωλο νεκρό, αν δεν το ζωοποιεί η αληθινή ουσία της ζωής, και τότε, τέχνη και ζωή είναι ένα πράγμα.[56]
Κριτική στην κριτική της τέχνης
Πέρα από την παραγωγή «ανάξιων έργων», υπάρχει κάτι που ανησυχεί τον Κόντογλου ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι η καθολική αποδοχή και εκτίμησή τους ως «πράγματα αξιομνημόνευτα»! Ο Φώτης Κόντογλου, πέρα από τους καλλιτέχνες και τα έργα τους, ασκεί αυστηρή κριτική και στους κριτικούς της τέχνης, στον τρόπο που προσλαμβάνουν και αξιολογούν τα διάφορα έργα. Λυπάται και εξοργίζεται για όσα παράγονται στο όνομα της τέχνης, χωρίς να είναι άξια αυτής. Πολύ περισσότερο, όμως, ανησυχεί και απορεί με την κρίση των ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονται σε τρομερή πλάνη και συσκότιση, αφού αξιολογούν ως αριστουργήματα, έργα που, κατά τον ίδιο, είναι παντελώς ανούσια. Σε κείμενό του στα Μυστικά Άνθη αναφέρει:
Παρακάτω γράφει η εφημερίδα: «Οι Άγγλοι κριτικοί ήταν ενθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρό είναι το πράγμα; Ενθουσιάσθηκε κι η γριά – Κριτική! Ξύλο που θέλουμε![57]
Όπως υποστηρίζει, οι κριτικοί δεν αντιμετωπίζουν τα έργα τέχνης με καθαρό και ανοιχτό πνεύμα, δεν τα κοιτούν σε βάθος και δεν αναζητούν την πραγματική ουσία τους. Αντιθέτως, έχουν εκ των προτέρων πρότυπα και «καλούπια», τόσο που αδυνατούν να αναγνωρίσουν την αληθινή και αυθεντική τέχνη[58]. Τα απλά και ταπεινά έργα, που τόσο θαυμάζει ο Κόντογλου, δεν εκτιμώνται από την κριτική, η οποία δεν μπορεί να δει το βάθος τους και αναζητά, αντί αυτού, πράγματα πιο περίπλοκα και εξεζητημένα. Με άρθρα που δημοσιεύει στην εφημερίδα Ελευθερία στο διάστημα 1948-1968, και που σήμερα συμπεριλαμβάνονται στον τόμο με τίτλο Ευλογημένο Καταφύγιο, εξαπολύει δριμείς κατηγορίες ενάντια στην τέχνη της εποχής του αλλά και στην αποδοχή που αυτή έχει από το κοινό και τους κριτικούς. Τα μοντερνιστικά κινήματα, που εκείνη την περίοδο εξελίσσονται ραγδαία στην Ευρώπη, τον βρίσκουν αντίθετο. Η πολυπλοκότητα και η δυσερμήνευτη σύνθεσή τους, η αυτοαναφορικότητα που αρχίζει να αναδύεται στην τέχνη, τον οδηγούν στην πλήρη απόρριψη και στην αγανάκτηση για τους κριτικούς της εποχής που θαμπώνονται από την πρωτοπορία. Εκεί που ο κόσμος της τέχνης διψάει για πρωτοπορία, για περισσότερα και όλο νέα έργα, ο Κόντογλου απαντάει με επιμονή στη διαχρονικότητα, στη γαλήνη και την ηρεμία των βυζαντινών μορφών. Γι’ αυτό και στον Πέδρο Καζά υπάρχει η φράση: «Η πείρα του κόσμου είναι το πλέον καταραμένο πράμα απ’ όσα μας δίνει ο καιρός»[59].
Επιπλέον, θεωρεί πως, όντας ανίκανοι να κοιτάξουν στην ψυχή του καλλιτέχνη και του ίδιου του έργου, οι κριτικοί αρχίζουν να διαμελίζουν τα δημιουργήματα. Εκμεταλλευόμενοι όλες τις θεωρητικές και επιστημονικές τους γνώσεις, ερμηνεύουν και τεμαχίζουν τα έργα που φτάνουν στα χέρια τους. Αδιαφορούν για τον καλλιτέχνη και τις προθέσεις του έργου, στέκονται τυφλοί και άπιστοι απέναντι στην ουσία και την αλήθεια που αυτό μπορεί να κρύβει. Όπως λέει ο ίδιος ο Κόντογλου:
Οι δε περισσότεροι απ’ όσους κρίνουνε, οι δικαστές κ’ οι ελλανοδίκες να πούμε της τέχνης, αυτοί γράφουνε, γράφουνε, τι ψυχολογίες, τι υποσυνείδητα, τι ιψενικά τρίγωνα, τι πασχαλικά τετράγωνα, τι σοφίες που τρέμει ο κόσμος, τι θεωρίες, φοβερά πράματα! Κι όλα τούτα, για τίποτα. Μα τι πράμα είναι η Τέχνη; Χαμπάρι! Πέρα βρέχει! Παίρνουνε το έργο, συνοφρυώνουνται σαν το γιατρό , πιάνουνε ύστερα το νυχτέρι και το κάνουνε κιμά.[60]
Γραμμένος είκοσι χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του Πέδρο Καζάς το 1920, ο επίλογος του έργου στοχοποιεί τους «δικαστές» και «ελλανοδίκες» της τέχνης, οι οποίοι μεταχειριζόμενοι φιλοσοφικές θεωρίες και μεθόδους επιστημονικές επεμβαίνουν πάνω στα έργα παραφράζοντας την αλήθεια του δημιουργού και του δημιουργήματος. Εξουδετερώνουν το ιδεώδες που κρύβει το έργο, εγκαθιστώντας στη θέση αυτού μια δική τους αυθαίρετη εκδοχή. Σε μια εποχή που ο κόσμος της τέχνης διαμορφώνει το πλαίσιο δράσης του (αναπτύσσεται η κριτική της τέχνης, η επιμέλεια των εκθέσεων και το εμπόριο έργων τέχνης[61]), ο Κόντογλου απορεί για την τεχνοκρατική τροπή που παίρνουν τα πράγματα, καθώς και για τους σοφισμούς των ειδημόνων. Η κοινωνία, που παρακολουθεί πια τη συνεχή πρόοδο των επιστημών, που θαυμάζει τα επιτεύγματα της ψυχολογίας και της φροϋδικής θεωρίας, προσλαμβάνει την τέχνη με όρους αντίθετους προς τη θεοκεντρική προσέγγιση του ίδιου[62]. Οι κριτικοί μεταχειρίζονται διαφορετικές αισθητικές θεωρίες, αποδομούν τα έργα και εστιάζουν σε επιμέρους στοιχεία. Η αισθητική της εποχής διόλου δεν συνάδει με τα κριτήρια και τις αξίες του Κόντογλου. Πόσο μάλλον όταν η αισθητική αυτή εφαρμόζεται πάνω στα δικά του έργα.
Ήδη από την πρώτη δημοσίευση του Πέδρο Καζάς, το έργο εξέπληξε τους λογοτεχνικούς κύκλους και απέσπασε πολύ θετικές κριτικές. Οι αιτίες όμως που προκάλεσαν τον ενθουσιασμό του κοινού δεν ικανοποιούσαν την αισθητική προσέγγιση του ίδιου του λογοτέχνη. Το έργο αναγνωρίστηκε ως εξαίσιο μοντερνιστικό κατόρθωμα. Ξεψαχνίζοντας τα επιμέρους στοιχεία του, η κριτική μίλησε για την περιπλοκότητα της αφήγησης, για τις ανατροπές και την αίσθηση του «αλλόκοτου»[63]. Διαμέλισε το έργο και επικεντρώθηκε στα τεχνικά του στοιχεία χάνοντας την ουσία, που είχε και πάλι για τον Κόντογλου θεοκεντρικό χαρακτήρα.
Γενικά, αισθάνεται πως τα έργα και η τέχνη της εποχής του καταλήγουν να αφορούν και να απευθύνονται σε ένα περιορισμένο κοινό. Το περιεχόμενο γίνεται τόσο εξεζητημένο που δεν μπορεί πια να συμμετέχει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ούτε και μπορεί να γίνει κατανοητό από όλους. Η αληθινή του ουσία, αυτή που μιλάει στην ίδια την ψυχή, έχει εξουδετερωθεί, ενώ τη θέση της έχει πάρει η διάνοια, ο κοσμικός νους. Η τέχνη καταντάει ένα προϊόν για λίγους, χάνοντας τον οικουμενικό, πνευματικό και βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα της. Πάνω σε αυτό ο Κόντογλου γράφει:
Ωστόσο, τίποτα δε μου πειράζει τα νεύρα όσο ο σωβινισμός σ’ έναν άνθρωπο της τέχνης. Η φανατική και κουτή τούτη προσήλωση σε μικρόν κύκλο, καταντά να λογαριάζεται για αρετή στους περισσότερους λαούς. Αυτή είναι η αιτία που κάνει να επικρατούν τα μέτρια έργα.[64]
Απέναντι σε αυτού του είδους την κριτική της τέχνης, ο Κόντογλου προτάσσει την κατανόηση και τη συμπόνια. Όποιος πιάνει ένα έργο τέχνης στα χέρια του, οφείλει να ανοίξει αρχικά το πνεύμα και την ψυχή του στη ματιά του καλλιτέχνη. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αναζητήσει και να εντοπίσει, εν τέλει, την «τιμιώτατη» ουσία που κρύβει μέσα του το κάθε δημιούργημα. Για να κερδίσει, άλλωστε, κάτι από την τέχνη, θα πρέπει πρωταρχικά να επιτρέψει στον εαυτό του να πιστέψει σε αυτήν, να αφεθεί και να νιώσει μέσα του την αλήθεια της. Η αλήθεια αυτή, βέβαια, δεν είναι άλλη από την ίδια την ουσία της ζωής. Οι κριτικοί, προτού διατυπώσουν τις κρίσεις τους για τα έργα, θα πρέπει να καλλιεργήσουν απέναντι σε αυτά «την καλή διάθεση που έχουνε οι αγγέλοι, να θαρρούνε την κάθε ψυχή άξια για τον Παράδεισο»[65].
Ο Κόντογλου, βέβαια, δεν φαίνεται να έχει την ίδια «καλή διάθεση» απέναντι στην τέχνη της εποχής του και στους κριτικούς της τέχνης. Υιοθετεί μια στάση αυστηρή και αδιάλλακτη, που γίνεται όλο και πιο πεισματική όσο αυτός μεγαλώνει. Η επιμονή του επιφέρει αλλαγές και στον κύκλο των ανθρώπων που έχει γύρω του, ιδιαίτερα μετά την Κατοχή και κατά τη δεκαετία του 1950. Ενώ νωρίτερα περιτριγυρίζεται από καλλιτέχνες, όπως τον Τσαρούχη και τον Εγγονόπουλο, που δεν απορρίπτουν τον μοντερνισμό και προσπαθούν να επεξεργαστούν δημιουργικά όλες τις επιμέρους επιρροές που δέχονται, μετά την Κατοχή το εργαστήρι του φιλοξενεί μόνο αγιογράφους[66]. Δεδομένων βέβαια του έργου και της προσφοράς του στη νεοελληνική τέχνη, μπορούμε να πούμε πως ο Κόντογλου έχει κάθε δικαίωμα στην αδιαλλαξία. Ο νέος τρόπος θεώρησης της τέχνης, όπως προτείνεται από τον ίδιο, αναδεικνύει καινούργιες προοπτικές στη νεοελληνική εικαστική σκηνή, προοπτικές που όντως μελετήθηκαν και εξακολουθούν να μελετώνται έως σήμερα. Η υπερβολή του ίσως ήταν τελικά αναγκαίο συστατικό της αλλαγής που κατάφερε να επιφέρει στην τέχνη.[67]
Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως για τον Κόντογλου κέντρο και ουσία των πάντων είναι η «αληθινή αλήθεια», όπως αυτή προκύπτει μέσα από τις πνευματικές του πεποιθήσεις. Αυτή νοηματοδοτεί τη ζωή αλλά και την τέχνη. Ο καλλιτέχνης που δρα αγνοώντας αυτή την αλήθεια, δεν καταφέρνει τίποτα ουσιαστικό με το έργο του. Πλανάται προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του, αλλά και τους γύρω του, για την πρωτοτυπία και την αξία των ιδεών του. Σύμφωνα με τον Κόντογλου, δεν παράγει παρά μόνο σοφίσματα και ψεύτικες αλήθειες. Αντιστοίχως, το έργο τέχνης που δεν εκπορεύεται από την «αληθινή αλήθεια», δεν την εμπεριέχει και δεν την αναδεικνύει, είναι έργο ανούσιο και κενό περιεχομένου. Οποιαδήποτε τέρψη μπορεί να προκαλεί, εμφανίζεται ως εφήμερη, ως μικρότητα και σπατάλη. Όσο για τους αποδέκτες, οφείλουν να πλησιάζουν με πίστη και συμπόνια το δημιούργημα του κάθε καλλιτέχνη. Θα πρέπει να είναι ανοιχτοί και πρόθυμοι να δουν την αλήθεια του, να προσεγγίσουν τα έργα ψυχικά και όχι υλιστικά, προκειμένου να μην σπαταλώνται σε ανούσιες δραστηριότητες, αλλά να λεπτύνουν και να εξυψώσουν τη συνείδησή τους. Κάθε πτυχή, επομένως, της τέχνης προϋποθέτει πάντοτε μια πνευματική αναφορά και είναι αλληλένδετη με τον κεντρικό άξονα της ορθόδοξης παράδοσης.
Η αλήθεια παραμένει για τον Κόντογλου ταυτισμένη με την πίστη. Το πρόσωπο του Θεού είναι αυτό που μιλάει στις συνειδήσεις των ανθρώπων, που προσδίδει νόημα στα έργα και εκφραστικότητα στον καλλιτέχνη. Ό,τι δεν μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος με τη διάνοιά του, το καταφέρνει μέσω της πνευματικής συνάντησής του με τη θεία Χάρη. Γι’ αυτό και κατά τον Κόντογλου από όπου λείπει ο Θεός, λείπει το περιεχόμενο, η αλήθεια, η αυθεντικότητα, η πρωτοτυπία, και η ομορφιά. Χωρίς την παρουσία και τη στήριξή του φαίνεται να επικρατεί η ματαιότητα. Χωρίς την πίστη οι άνθρωποι και η κοινωνία φθείρονται μέσα στην καθημερινότητα, ενώ η τέχνη σπαταλιέται μέσα σε έργα κενά.
Βλέπουμε πλέον συνολικά τον αισθητικό ψυχισμό του Φώτη Κόντογλου, τις συγκινήσεις, τα κίνητρά του, τις αξίες και τους προβληματισμούς του. Αν και ανασύρουμε πια τη θεωρία του από μιαν άλλη εποχή, εξακολουθούμε να μιλάμε για την επιρροή του και βλέπουμε τις διδαχές του ενεργές μέσα σε έργα σύγχρονης τέχνης. Ήταν άλλωστε ο πρώτος που προσέλαβε τη βυζαντινή τέχνη ως μέσον έκφρασης, την αναβίωσε και την ανέδειξε ως τεχνική με εφαρμογές ακόμη και εκτός του εκκλησιαστικού πλαισίου[68]. Πιθανόν σήμερα να απέχουμε πολύ από την ανάγκη επιχειρηματολογίας υπέρ ή κατά της πνευματικής και θεοκεντρικής αισθητικής που προτείνει ο ίδιος. Παραμένει, ωστόσο, ενεργή η επιρροή της σε σύγχρονα έργα νεοβυζαντινισμού. Η αισθητική θεωρία του Κόντογλου μοιάζει με παραμυθία που έχει τις δικές της αφορμές και τον δικό της λόγο. Ταξιδεύει, ωστόσο, μέσα από την ιστορία της τέχνης, διαμορφώνει το νέο και αποτελεί τον πυρήνα πρόσληψης του παραδοσιακού.
Βιβλιογραφία
Πηγές
Φώτης Κόντογλου, Αστρολάβος, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1935.
Φώτης Κόντογλου, Έργα Α΄- Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1962.
Φώτης Κόντογλου, Έργα Γ΄ – Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1963.
Φώτης Κόντογλου, Έργα Ε΄ – Πέδρο Καζάς, Βασάντα κι άλλες ιστορίες, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1967.
Φώτης Κόντογλου, Έργα ΣΤ΄ – Μυστικά Άνθη: ήγουν κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1977.
Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο Καταφύγιο, γ΄ έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1990.
Φώτης Κόντογλου, «Ο Παπαδιαμάντης ο πνευματικός οδηγός μας», στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (επιμ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.
Μελέτες
Bocola, Sandro, The Art of Modernism, Prestel, Munich-London-New York 1999.
Αθανασόπουλος Βαγγέλης, Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1985.
Γεωργιάδου-Κούντουρα Ευθυμία, Θρησκευτικά Θέματα στη Νεοελληνική Ζωγραφική 1900-1940 (διδακτορική διατριβή), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1984.
Ζήρας Αλέξης, «Κόντογλου Φώτης», στο: Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2008, σ. 1117-1119.
Καλογερόπουλος Άγγελος, «Ο συντηρητισμός του Φώτη Κόντογλου», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, τεύχ. 1788, Απρίλιος 2006, σ. 694-700.
Κολίτση Φιλοθέη, «Ο Πέδρο Καζάς (1920): μεταξύ φαντασίας και νεωτερικότητας», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, τεύχ. 1788, Απρίλιος 2006, σ. 632-653.
Κόρδης Γιώργος, «Φώτης Κόντογλου. Ο ζωγράφος, ο εικονογράφος, ο μοναχικός», στο: Μαργαρίτης Χρήστος (επιμ.), Φώτης Κόντογλου: Από τον «λόγο» στην «έκφρασι», Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2015, σ. 53-57.
Κοσμόπουλος Δημήτρης, «Ο λογοτέχνης Κόντογλου και ο ελληνικός μοντερνισμός», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, τεύχ. 1788, Απρίλιος 2006, σ. 666-677.
Κουτσομάλλης Κυριάκος, «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους: Το τώρα από το χθες με προοπτική του αύριο», στο: Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους, Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Αθήνα 2022, σ. 15-22.
Λορεντζάτος Ζήσιμος, Το χαμένο κέντρο, Ανάτυπο από τον τόμο: Για τον Σεφέρη (1961),Αθήνα 1962.
Λυδάκης, Στέλιος, Οι Έλληνες ζωγράφοι: 20ός αιώνας, τόμ. 2, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1974.
Μαρίνης Σπυρίδων, Νεοβυζαντινισμός: πρωτοπορία ή Kitsch;, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1996.
Μοσχονάς Σπύρος, «Αναβιώνοντας έναν “πεθαμμένο κόσμο”», στο: Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους, Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Αθήνα 2022, σ. 33-53.
Παπαδοπούλου Δέσποινα, Αναζητώντας «το τιμιότατον» στη λογοτεχνία του Φ. Κόντογλου (διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Φιλολογίας), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998.
Πάσχος Π. Β., Κόντογλου: Εισαγωγή στη Λογοτεχνία του μ’ ένα επίμετρο-ανθολόγιο κειμένων του, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1991.
Στάγκος Νίκος, Έννοιες της Μοντέρνας Τέχνης: Από τον Φωβισμό στον Μεταμοντερνισμό, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005.
Στουφή-Πουλημένου Ιωάννα, Από τους Ναζαρηνούς στον Φ. Κόντογλου: Θέματα νεοελληνικής εκκλησιαστικής ζωγραφικής, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2007.
Τριανταφυλλόπουλος Δημήτρης Δ., «Πελιδνός ο παράφρων τύραννος»: Αρχαιολογικά στον Παπαδιαμάντη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.
Χατζημιχάλης Γιώργος, «Φώτης Κόντογλου», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, τεύχ. 1788, Απρίλιος 2006, σ. 732-738.
[1] Αλέξης Ζήρας, «Κόντογλου Φώτης», στο: Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008, σ. 1117.
[2] Γιώργος Χατζημιχάλης, «Φώτης Κόντογλου», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, τόμ. 159, τεύχ. 1788, Απρίλιος 2006, σ. 733.
[3] «Με την επιλογή του αυτή αποφορτίζει από κάθε δογματικό περιεχόμενο την τεχνοτροπία και ταυτόχρονα εισηγείται την ιδέα της ύπαρξης μιας ζωγραφικής παράδοσης ελληνικής και ταυτόχρονα μοντέρνας, η οποία μπορεί να λειτουργήσει στα πλαίσια των σύγχρονων απαιτήσεων.»: Γιώργος Κόρδης, «Φώτης Κόντογλου. Ο ζωγράφος, ο εικονογράφος, ο μοναχικός», στο: Χρήστος Μαργαρίτης (επιμ.), Φώτης Κόντογλου: Από τον «λόγο» στην «έκφρασι», Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2015, σ. 54.
[4] Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα, Θρησκευτικά Θέματα στη Νεοελληνική Ζωγραφική 1900-1940 (διδακτορική διατριβή), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 178-182.
[5] Περισσότερα για τον ενιαίο χαρακτήρα στο λογοτεχνικό έργο του Κόντογλου, βλ. Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Ο λογοτέχνης Κόντογλου και ο ελληνικός μοντερνισμός», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, σ. 666-677.
[6] Δημήτρης Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Πελιδνός ο παράφρων τύραννος»: Αρχαιολογικά στον Παπαδιαμάντη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 48.
[7] Φιλοθέη Κολίτση, «Ο Πέδρο Καζάς (1920): μεταξύ φαντασίας και νεωτερικότητας», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, σ. 634.
[8] Φώτης Κόντογλου, Έργα ΣΤ΄ – Μυστικά Άνθη: ήγουν κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, δ’ έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1977, σ. 69.
[9] Κόντογλου, Έργα Ε΄ – Πέδρο Καζάς, Βασάντα κι άλλες ιστορίες, δ΄ έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα (1967), σ. 78.
[10] Έργα Ε΄, σ. 14.
[11] Έργα Ε΄, σ. 228, (η αραίωση στο κείμενο).
[12] Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε στο γνωστό δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, Το χαμένο κέντρο, Ανάτυπο από τον τόμο: Για τον Σεφέρη (1961),Αθήνα (1962). Γράφοντας λίγα χρόνια πριν από τον θάνατο του Φώτη Κόντογλου, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τέχνη έχει αδειάσει από περιεχόμενο. Όπως υποστηρίζει, εκλείπει το κέντρο, το όραμα της. Γι’ αυτό και, ενώ συνεχίζει να παράγεται τέχνη, αυτή δεν καταφέρνει να φέρει καμιά αλλαγή ούτε και να μιλήσει ουσιαστικά στον άνθρωπο. Η σύγχρονη κοινωνία έμαθε να αντιμετωπίζει την τέχνη με ανθρώπινα κριτήρια, όπως το γούστο, την πρωτοτυπία, το ταλέντο κ.τ.λ. Έτσι σταδιακά η τέχνη φορτώθηκε από ένα σωρό θεωρίες και ρεύματα, κατέληξε να παραμορφωθεί και να χάσει τη μεταφυσική της αρχή, αυτή που τη νοηματοδοτούσε. Ο συγγραφέας προτείνει την ολική απόρριψη της υπάρχουσας τέχνης, προκειμένου να αναγεννηθεί μια καινούργια, «βαπτισμένη στα νερά της μεταφυσικής πίστης». Αντίστοιχη είναι και η γνώμη του Φώτη Κόντογλου, που βλέπει την τέχνη να χάνεται μέσα σε «φτιασίδια» και μέσα στον ανθρωποκεντρισμό των σύγχρονων κοινωνιών, αγνοώντας κάθε μεταφυσική πραγματικότητα. Θεωρώ πως ο τίτλος του Λορεντζάτου, «το χαμένο κέντρο» είναι ένας πολύ επιτυχημένος τρόπος να εκφραστεί μέσα σε δύο λέξεις η ουσία της αισθητικής στάσης και του ίδιου του Φώτη Κόντογλου.
[13] Τη φράση παραθέτει ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1985,σ. 66.
[14] «Μπορούμε να πούμε –αν και αποτελεί σχήμα οξύμωρο- ότι η αφηγηματική τεχνική του συνίσταται στην απλή παρόρμηση για αφήγηση»: Αθανασόπουλος, Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου, σ. 68.
[15] Κόντογλου, Αστρολάβος, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1935, σ. 15.
[16] Έργα Ε΄, σ. 224.
[17] «Η απλότητα της αφήγησης, και πριν από αυτή και η απλότητα του υποκειμένου της αφήγησης, φιλοδοξεί να λειτουργήσει και να έχει τη σημασία και την αξία της αυθεντικότητας να δηλώνει την αυθεντικότητα του αφηγήματος.»: Αθανασόπουλος, Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου, σ. 45.
[18] Κόντογλου, Έργα Γ΄ – Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα (1963), σ. 115.
[19] Ιωάννα Στουφή-Πουλημένου, Από τους Ναζαρηνούς στον Φ. Κόντογλου: Θέματα νεοελληνικής εκκλησιαστικής ζωγραφικής, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2007, σ. 160-161.
[20] «Η απλότητα και η πρωτόγονη όψη που δίνει στα έργα του δεν είναι προσποιητή όπως σε άλλους, μα προέρχεται από ουσιαστική απλοποίηση της ψυχής.»: Στέλιος Λυδάκης, Οι Έλληνες ζωγράφοι: 20ός αιώνας, τόμ. 2, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1974), σ. 218.
[21] Κυριάκος Κουτσομάλλης, «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους: Το τώρα από το χθες με προοπτική το αύριο», στο: Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους, Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Αθήνα (2022), σ. 21.
[22] «…η αισθητική δεν είναι το τέλος του δρόμου. Είναι η αποτύπωση μιας πορείας, που μας οδηγεί στην κατεξοχήν πνευματική ζωή.»: Άγγελος Καλογερόπουλος, «Ο συντηρητισμός του Φώτη Κόντογλου», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, σ. 697.
[23] Έργα Ε΄, σ. 79.
[24] Έργα Ε΄, σ. 233.
[25] Έργα Ε΄, σ. 14.
[26] «Θα προέκυπτε ίσως το συμπέρασμα πως ο Κόντογλου παραλληλίζει τον καλλιτέχνη με το Θεό, κι έτσι η λέξη δημιουργός είναι φορτισμένη με το βάρος που έχει αποκτήσει στη χριστιανική θεολογία. Τα κοινά τους στοιχεία: απόλυτη ελευθερία και δύναμη να δημιουργούν – όχι με μια και μόνη πράξη, αλλά σε μια διαρκή παρουσία – ένα τέλειο σύμπαν.»: Δέσποινα Παπαδοπούλου, Αναζητώντας «το τιμιότατον» στη λογοτεχνία του Φ. Κόντογλου (διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Φιλολογίας), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 18.
[27] «“Δεν ξέρω αν έχεις πάει στο μοναστήρι της Ζάβορδας, στην πατρίδα σου. Εγώ, πάντως, δεν έχω πάει. Θέλεις να σε ταξιδέψω την Κυριακή σ’ εκείνα τα μέρη, περιγράφοντάς τα με το νι και με το σίγμα; Άμα είσαι γεμάτος αληθινά βιώματα, η δυνατή φαντασία σου δεν σε ντροπιάζει ποτέ!” Και πράγματι, το ʼπε και το ʼκανε! (…) νόμιζες πως μόλις είχε γυρίσει από ταξίδι στον Αλιάκμονα και στο Καλλίστρατον όρος!»: Π.Β. Πάσχος, Κόντογλου: Εισαγωγή στη Λογοτεχνία του μ’ ένα επίμετρο-ανθολόγιο κειμένων του, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1991, σ. 38-39.
[28] Έργα Ε΄, σ. 16.
[29] «Η νέα θέαση των πραγμάτων κατ’ αρχήν εννοείται ως αποδέσμευση από την ύλη και “άνοιγμα” στον “μέσα” εαυτό.»: Παπαδοπούλου, Αναζητώντας «το τιμιότατον» στη λογοτεχνία του Φ. Κόντογλου, σ. 69.
[30] Παπαδοπούλου, Αναζητώντας «το τιμιότατον» στη λογοτεχνία του Φ. Κόντογλου, σ. 69.
[31] Έργα Ε΄, σ. 79.
[32] Έργα Ε΄, σ. 232.
[33] «…γι’ αυτό του χρειάζεται όλη η εκφραστικότητα της ανθρώπινης γλώσας, κι ακόμα παραπάνου∙ κι όπως το παραπάνου είναι πια μέσα στη σιωπή, είναι βιασμένος να ξοικονομήσει τα πράματα με ό,τι υπάρχει, μ’ άλλα λόγια βρίσκοντας καινούργιες εκφράσεις, κάνοντας ζουγραφιές και σοφιζόμενος επιτήδεια νέες εντυπώσεις με γνωστά και τριμμένα μέσα.»: Έργα Ε΄, σ. 233.
[34] Έργα Γ΄, σ. 122.
[35] Έργα Ε΄, σ. 77.
[36] Έργα Ε΄, σ. 79.
[37] Έργα Ε΄, σ. 228.
[38] Έργα Ε΄, σ. 228.
[39] Έργα Ε΄, σ. 17.
[40] Έργα Ε΄, σ. 153.
[41] Έργα Ε΄, σ. 77-78.
[42] Κόντογλου, Ευλογημένο Καταφύγιο, γ΄ έκδοση, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 1990, σ. 42.
[43] «[Μ]ια πλαστότητα, που καλλιεργείται εξίσου από τις διάφορες μοντέρνες σχολές, και όπου η έλλειψη πρωτοτυπίας επιχειρείται να αναπληρωθεί από κάποιες “τεχνικές σκηνοθεσίες” και συνταγές.»: Αθανασόπουλος, Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου, σ. 85.
[44] «[Α]πό την παιδιακίστικη αισθηματολογία γενεών και γενεών συνηθισμένων ανθρώπων, που ζητάγανε και ζητάνε από την τέχνη τέτοιες φτηνές ικανοποιήσεις, π.χ. μια γυναίκα με τορνευτά μπράτσα και με κόκκινα μάγουλα τυλιγμένη σε μια αιθέρια γάζα.»: Έργα Γ΄, σ. 122.
[45] Έργα ΣΤ΄, σ. 14.
[46] Έργα ΣΤ΄, σ. 14.
[47] Έργα Ε΄, σ. 15.
[48] Κόντογλου, Έργα Α΄ – Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήνα 1962, σ. 209.
[49] Έργα Ε΄, σ. 229.
[50] Έργα Ε΄, σ. 229.
[51] Έργα Ε΄, σ. 235.
[52] Έργα Γ΄, σ. 122.
[53] Έργα Γ΄, σ. 122.
[54] Έργα ΣΤ΄, σ. 43.
[55] Έργα ΣΤ΄, σ. 46.
[56] Κόντογλου, «Ο Παπαδιαμάντης, ο πνευματικός οδηγός μας», στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (επιμ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979, σ. 229.
[57] Έργα ΣΤ΄, σ. 23.
[58] «Κ’ εκείνοι πάλι που τα κρίνουν αυτά τα κατασκευάσματα, έχουνε κι αυτοί κάποια καλούπια που βρίσκονται σε ανταπόκριση με τ’ άλλα, κι ό,τι είναι αληθινό και απροσποίητο, δεν το έχουνε για “έργον τέχνης”. Το “έργον τέχνης” γι’ αυτούς είναι το κάλπικο, το φτιαστό, κανωμένο σύμφωνα με τα καλούπια και με τη μόδα. Όλοι τούτοι ανεβάζουνε στον ουρανό κάθε φανταχτερή ανοησία, και λιγώνουνται από τη συγκίνηση, ανακατώνοντας υποσυνείδητα, ψυχολογίες, ρεύματα, συστήματα, τρέλλες κάθε λογής, και θυμιατίζονται μεταξύ τους, και ζούνε ζωή χαριστάμενη: “Γέλα με να σε γελώ, να περνούμε τον καιρό!”. Πού να καταδεχθούνε και να κοιτάξουνε κάποια γραψίματα απλά, απροσποίητα, αληθινά, δροσερά, που μυρίζουνε ζωή κι αθανασία! Αυτοί θέλουνε ψευτιές, μεγάλα λόγια, φανταχτερά “σύμβολα” και τέτοια»: Ευλογημένο Καταφύγιο, σ. 42-43.
[59] Έργα Ε΄, σ. 228.
[60] Έργα Ε΄, σ. 78.
[61] Νίκος Στάγκος, Έννοιες της Μοντέρνας Τέχνης: Από τον Φωβισμό στον Μεταμοντερνισμό, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005, σ. 13.
[62] Sandro Bocola, The Art of Modernism, Prestel, Munich-London-New York 1999, σ. 249-258.
[63] Ο όρος σχετίζεται με το δοκίμιο «Το Ανοίκειο» που δημοσίευσε το 1919 ο Φρόυντ. Για περισσότερα σχετικά με την ανάλυση και τα μοντερνιστικά στοιχεία των αφηγήσεων του Κόντογλου, βλ. Κολίτση, «Ο Πέδρο Καζάς (1920): μεταξύ φαντασίας και νεωτερικότητας», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, σ. 632-653.
[64] Έργα Ε΄, σ. 15-16.
[65] Έργα Ε΄, σ. 228.
[66] Σπύρος Μοσχονάς, «Αναβιώνοντας έναν “πεθαμμένο κόσμο”», στο: Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους, σ. 45.
[67] «Ένας δημιουργός που νιώθει την ανάγκη να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο οφείλει να έχει κάποιους εχθρούς. Ο Κόντογλου βιώνει αυτή την αλήθεια και οι ακρότητές του είναι μια δημιουργική αλλά και ουσιαστική ρήξη με ένα πνευματικό κατεστημένο. Έτσι, ο Κόντογλου δικαιούται να τα πει αυτά. Οι μαθητές του όμως και οι μιμητές του όχι…»: Καλογερόπουλος, «Ο συντηρητισμός του Φώτη Κόντογλου», στο: Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου, σ. 698.
[68] Σπυρίδων Μαρίνης, Νεοβυζαντινισμός: πρωτοπορία ή Kitsch;, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1996, σ. 55.

