1. Με τη συνοδεία του Ίμερου, της παρ’ αρχαίοις ερωτικής επιθυμίας ή του διακεκαυμένου πόθου, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης χρησιμοποιεί σ’ αυτή τη συλλογή του (Ίμερος, εκδ. Μεταίχμιο, 2012) μια οπτική που μπορεί να μην ήταν ποτέ απούσα από την ποίησή του, συνήθως όμως ήταν σύμφυτη με τις δραματουργικές ή τις διαχρονικές/στοχαστικές αναπαραστάσεις της. Ο απελπισμένος έρωτας για τον γενέθλιο τόπο, o διάλογος με τις μυθικές μορφές της ιστορίας ως ανάβαση προς το ονειρικό και το ιδεώδες, αλλά και η αισθησιακή συνάφεια της ύπαρξης με τον οργανικό και τον ανόργανο φυσικό κόσμο. Τέλος, η ανυψωμένη λυρική συγκίνηση πολλών ποιημάτων του ως προς το αντίκρισμα της ομορφιάς, μιας ομορφιάς διϋποκειμενικής αλλά που αποτελεί σαν κοσμολογικό στοιχείο ένα εικονοστάσι για τον ανθρώπινο βίο. Η έξαρση άλλωστε της παθητικής/ επιθυμητικής σχέσης του με τον λόγο, στο ποιητικό πεδίο, έδινε πάντοτε στον Χαραλαμπίδη την ευκαιρία της προνομιακής επιλογής από το πλούσιο μάγμα της ελληνικής γλώσσας. Στη σύνθεση του Ίμερου γίνεται ιδιαίτερα εμφανές ότι τον ποιητή τον συνδέει με αυτό το απεριόριστο ορυκτό κοίτασμα της γλώσσας η εκστατική σχέση της μαθητείας που δεν τελειώνει ποτέ! Μια σχέση που αποτελεί ένα ταυτοτικό σημείο της ποίησης του Χαραλαμπίδη, καθώς την υπαγορεύει ο οργανικός/σπλαχνικός ρυθμός της και η εκτεταμένη αλλά πάντοτε με τη συνέργεια όλων των αισθήσεων μουσική του λόγου. Πάντως, όπως άλλωστε συμβαίνει γενικότερα σ’ αυτήν, με την ελεύθερη (και γιατί όχι; συνειρμική) άγρα από το διϊστορικό κοίτασμά τους, από την αρχαία και τη νέα ελληνική, την κυπριακή ιδιωματική, τη βυζαντινή, τη λαλούμενη, τη λογία βιβλική ή άλλη διαστρωμάτωσή τους, περισσότερο από την περιγραφή ενός συναισθήματος για τον κόσμο μάς ανοίγεται στα ποιήματα του Ίμερου ένα μάλλον «υψηλό βάθος», αυτό του μεταισθήματος ή του αναστοχασμού για το συναίσθημα.

2. Προϊόντος του χρόνου η ποίηση του Μιχάλη Γκανά ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της κοχλιώνεται στη μνήμη των απωλειών. Απώλειες τόπων και προσώπων. Στα ποιήματα της Αψίνθου (εκδ. Μελάνι, 2012) ή του Αψίνθου, του αψεντιού δηλαδή, η πικρή γεύση από τον πρασινωπό χυμό αυτού του πανάρχαιου φυτού που οι αρχέγονες (αλλά και οι σύγχρονες, του 19ου αιώνα) ιεροτελεστίες τον χρησιμοποίησαν ως ανακλητικό της παρουσίας εκείνων που χάθηκαν, αποτελεί για τον Γκανά ένα συμβολικό διάμεσο. Φαρμάκι και φαρμακεία! Η ύπαρξη, κυνηγημένη από την πίεση των γεγονότων που διαδέχονται το ένα το άλλο, όλο και περισσότερο ξεμακραίνει, θέλοντας ή μη θέλοντας, από οικείες μορφές, από περιβάλλοντα που άλλοτε της πρόσφεραν έναν χώρο «φυσικής αναπνοής» και οικειότητας. Έτσι, η πικραμένη ανάμνηση της μητέρας ή και των φίλων που πέρασαν αλλού, αποτελεί σ’ αυτά τα ποιήματα έναν δίαυλο, την κινητήρια άκρη μιας νέκυιας, το κίνητρο ενός εις εαυτόν διαλόγου μέσα στην αδιαίρετη διαχρονία, έτσι ώστε να διατηρούνται ανοιχτές οι πύλες της ποιητικής φαντασίας και να συγκλίνει αδιάκοπα το εκεί και το εδώ, το άλλοτε και το τώρα, το διακριτό και το συγκεχυμένο. Η άψινθος γίνεται η μετωνυμική μορφή της ίδιας της ποίησης, μεταφορικά βέβαια, βοηθώντας μας να κρατήσουμε ενεργή την ανάμνηση των απόντων, δεν αφήνει να χαθεί και αυτός ο χώρος της «φυσικής αναπνοής»! Απώλειες, αναμφίβολα, αλλά την ίδια στιγμή μέσω της ενάργειας των συνειρμών οι απώλειες μεταμορφώνονται σε κέρδη. Τα μνημόσυνα αντί να παίρνουν μαζί τους την ύπαρξη, τη βοηθούν να επιτελέσει την επανένταξη των απόντων στο βιωματικό γίγνεσθαι, όπως άλλωστε μας έμαθε από παλιά η ποίηση, από τις τραγωδίες και τα επιγράμματά της. Μπορεί η κοχλίωση της ποιητικής φαντασίας του Μιχάλη Γκανά στη μνήμη των απωλειών να εντείνεται από το συναίσθημα της ανοικειότητάς του με τα τρέχοντα, αλλά αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, από την εποχή ακόμα του Ομήρου.

3. Οξύς ο Γιάννης Πατίλης και σ’ αυτά τα ποιήματά του (Αποδρομή του αλκοόλ, εκδ. Ύψιλον, 2012), παρά τη σχετικά μεγάλη χρονική απόσταση που χωρίζει αυτήν από την προηγούμενή του συλλογή. Αυτό σημαίνει ομοτροπία στις βαθύτερες αντιλήψεις του για τα φαινόμενα της ζωής. Εξ ιδιοσυγκρασίας μάλλον προέρχεται και ο επιθετικός/διδακτικός τόνος της Αποδρομής του αλκοόλ, εύκολα αναγνωρίσιμος για τους αναγνώστες των κειμένων του Πατίλη από τα πολύ πρώιμα ποιήματά των αρχών του 1970. Σαρκαστής, είρων και επιτιμητικός, ενδιαφέρεται για το ηθικό αποτύπωμα του λογοτεχνικού λόγου, επομένως για μια ποίηση που δεν μένει στην αφηρημένη εντύπωση αλλά, οργανωμένη γύρω από εννοιολογημένες με αρκετή σαφήνεια εικόνες, προσδοκά συνεχώς την «πολιτική» επικοινωνία με τον άλλο. Συνήθως επιζητεί (με κάποια παρεπόμενη ξηρότητα που οφείλεται στην αντιλυρική διάθεση) να δείξει τη δυσοίωνη όψη που το βλέμμα μας από λόγους άμυνας την απωθεί. Από αυτήν την πλευρά, ο Πατίλης, εσκεμμένα ή όχι, ακολουθεί τη μεγάλη και ανεξάντλητη παράδοση των αρνητών ποιητών ή των αρνητών λογίων, καθώς δεν έχουν εκλείψει (και κατά τα φαινόμενα ούτε πρόκειται) τα φαινόμενα συλλογικής έκπτωσης ή απόκλισης από τον κανόνα του μέτρου. Η έκπτωση αυτή, βαθύτατα ηθική, του δημιουργεί, άλλωστε, μια διπλή (ενίοτε αντιφατική) αντίδραση κινούμενη από μια εσωτερική αίσθηση δικαίου: να αποκαλύψει με κάθε τρόπο τη διασάλευση του μέτρου και, την ίδια στιγμή, με τη σαρδόνια γλώσσα του, να ομολογήσει απελπισμένος την παντοδυναμία της κοινωνικής θεσμικής συνθήκης που τον κάνει να έχει απέναντί της μια αμείωτη αρνητική στάση! Η Αποδρομή του αλκοόλ ασφαλώς και συγκεντρώνει ποιήματα μιας τέτοιας στοχαστικής ωριμότητας. Με γελοιοποιητική/σατιρική αποστροφή, ο ποιητής έχει ως στόχο του φαινόμενα του τρέχοντος δημόσιου βίου, την έπαρση, την οίηση, την ευτέλεια, την ανεντιμότητα, αναπαριστώντας την Ελλάδα ως ένα σώμα και πνεύμα μεθυσμένο που, αφυπνισμένο βίαια λόγω των παγκόσμιων συνθηκών, εξακολουθεί να παραπαίει, μη έχοντας καν συναίσθηση της κατάστασής του.

4. Έχω συγκρατήσει από τις τελευταίες συλλογές ποιημάτων της Ζέφης Δαράκη, ότι είναι αναπτυγμένες γύρω από διερωτήσεις του λυρικού στοχασμού της για τη βίωση της ύπαρξης και του γύρω της αφιλόξενου. Τα ποιήματα του Ερήμωνε (εκδ. Ύψιλον, 2012) είναι μια κίνηση εις εαυτόν δραματικής επίκλησης, αλλά και παραδοχής ή διαπίστωσης της ποιήτριας ως προς το πένθος που είναι το βέβαιο αντίτιμο της γνώσης. Όσο βαθαίνει με την πάροδο των ετών η συναίσθηση των ορίων, τόσο η ύπαρξη (ως σώμα και συναίσθημα) χάνει τις βεβαιότητες και τις ασφάλειες που της απομένουν. Και ότι αυτό που τελικά κερδίζει (ως οξύμωρη νίκη) είναι η πικρή επίγνωση της οντικής μοναξιάς, πολλαπλασιασμένης όσο αυξάνονται οι απώλειες κατά τη διάρκεια του ανθρώπινου βίου. Ετούτη την κατ’ ουσίαν τραγική αντίληψη της ζωής που νιώθει μέσα της να φυλλοροεί και να απογυμνώνεται, η Δαράκη την παριστάνει με τον από καιρό γνωστό τρόπο της, τον ιδιαίτερα διαυγή σαν σε κατάσταση διαρκούς ονείρου, αντιθέτοντας στον φυσικό κόσμο που συρρικνώνεται και χάνεται μαζί με τα αγαπημένα πρόσωπα, μια άλλη φύση που ξεπροβάλλει ανθηρή μέσα από τον προηγούμενο κύκλο του μαρασμού της. Με αυτή την έννοια, ο κόσμος ξαναγεννιέται από τον θάνατό του, ανταποκρινόμενος στην αρχέγονη κίνησή του να αυτοτροφοδοτείται: είναι το καρυωτακικό μηδέν και άπειρον, η έλευση του τέλους που κρύβει μέσα του τη νέα εκκίνηση. Μια τέτοια ζεύξη των αντιθέτων ως βιοστοχαστικός κανόνας διαπερνά ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του Ερήμωνε, έτσι ώστε η απόγνωση από τη συναίσθηση της ερημιάς να μετατρέπεται σε ζωτική άρνηση του μοιραίου και η στωϊκή σιωπή να μην είναι παθητική αποδοχή αλλά άρνηση του τετελεσμένου.

5. Τα λύτρα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012) του Μάρκου Μέσκου, το πολυειδές αντάλλαγμα ή αντίτιμο που δια βίου αποδίδει η ύπαρξη στη συνθήκη της, δεν είναι ποτέ κάτι το αφηρημένο, όπως ο ίδιος ο ποιητής ανέφερε. Τα αποτελούν οι πιο σημαντικές ασχολίες και στόχοι του ανθρώπου: ο διαρκώς κινητικός έρωτας, αυτός που δύσκολα μένει αλώβητος∙ η άστατη και γεμάτη απροσδόκητα ιστορία∙ οι ουτοπίες και τα όνειρα∙ ο θάνατος που έχει σχέση με όλα τα προηγούμενα και που έχει πάντοτε την τελευταία λέξη για όλα! Τα λύτρα για τη ζωή και τα λύτρα που αποδίδονται συμβολικά στον θάνατο, σ’ αυτή τη συλλογή ποιημάτων, που δεν είναι βέβαια η μόνη, παίρνουν ένα διαφορετικό, οργανικό νόημα από τη στιγμή που ο ποιητής τα συνδέει με τη φυσιολογία του μακεδονικού τοπίου, με τη χλωρίδα και την πανίδα του –τα πουλιά, τα τετράποδα, τα ερπετά, οι κορμοί των δέντρων, οι ρίζες και τα κλαδιά, παίρνουν και δίνουν, όπως και σε άλλους ομότροπους ποιητές, τον Τάσο Πορφύρη, τον Χρήστο Μπράβο, τον Πάνο Κυπαρίσση. Η ποίηση του Μέσκου συνδέεται ταυτόχρονα με τη διαχρονία αυτού του τοπίου (ηρωϊκές μορφές που έγιναν θρύλοι) και με την εξαιρετικά γόνιμη παράδοση της ανώνυμης, λαϊκής μούσας που πολλές φορές έδωσε ένα υπερβατικό, μαγικό νόημα στον κόσμο της ορεινής ενδοχώρας. Σχετική με αυτά είναι, άλλωστε, η αδιάκοπη επιστροφή της σ’ ένα πρωτογενές, μελαγχολικό βίωμα «παιδικής αθωότητας», με τη σκηνογραφία των ποιημάτων να είναι σταθερά η ίδια: η ζωή και ο θάνατος αποτελούν προέκταση της φύσης, οι άνθρωποι όπως και τα άλλα έμβια συνήθως υποτάσσονται στην κυριαρχική δύναμη του χώρου.
[2014, 2020]

