Αφιέρωμα: Πολιτική
Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Γιώργος Γρηγορίου

Συντηρητισμός και αμόλυντος από τον ιδεολογικό προμηθεϊσμό προοδευτισμός: ίσως πιο κοντά απ’ όσο νομίζεται. Μία προσέγγιση της Chantal Delsol

Θεωρία του κήπου. Κηπουρός και Δημιουργός

Ξεφυλλίζοντας το λεξικό για τον Συντηρητισμό[1] των εκδόσεωνCerf, με πολλές και αξιόλογες συμβολές και εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα, έπεσα επάνω στο λήμμα jardin (κήπος). Στις πρώτες κιόλας γραμμές ο συντάκτης του άρθρου παρουσίαζε με σαφήνεια και καθαρότητα τη θέση του. Σημείωνε εκεί ότι ο συντηρητικός δεν θεωρεί την κοινωνία ως ένα καινούργιο έργο τέχνης που είναι να δημιουργηθεί από τα χέρια του, αλλ’ ως έναν κόσμο προϋπάρχοντα απ’ αυτόν, που έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και τους δικούς του νόμους, και τον οποίο αυτός έχει το καθήκον να διαφυλάσσει και βελτιώνει. O συντηρητικός, συνέχιζε το άρθρο, βλέπει την πολιτική ως πρᾶξιν και όχι ως ποίησιν˙ την βλέπει ως μία ενέργεια επί μίας ύλης ήδη τεθειμένης ενώπιόν του και όχι ως δημιουργία. Για τον λόγο αυτό, για τον αρθρογράφο, ο κήπος, χωρίς αμφιβολία, αντιπροσωπεύει το πιο ζωντανό και παραστατικό σύμβολο της συντηρητικής σκέψης. O κηπουρός είναι εκείνος ο οποίος αισθάνεται ικανοποίηση να βελτιώνει με τα χέρια του τον φυσικό κόσμο. Τον βελτιώνει τόσο για την δική του ικανοποίηση όσο και για τη χρησιμότητά του. Το ίδιο κάνει και ο συντηρητικός. Βελτιώνει την κοινωνία μέσω της παιδείας και της πολιτικής, πράγματα τα οποία συνιστούν κηπουρικές τέχνες. Ο συντηρητικός, ως τεχνίτης, δεν κατασκευάζει το αντικείμενό του αλλά το παραλαμβάνει και το διαμορφώνει˙ και το κάνει αυτό για το κοινό καλό και την ευτυχία, αλλά και διότι είναι τίτλος τιμής να αφήσεις πίσω σου κάτι περισσότερο και καλύτερο απ’ αυτό που βρήκες και παρέλαβες.

Διαβάζοντας περαιτέρω το περιεχόμενο του λήμματος, σταματούσα στην παρατήρηση εκείνη, σύμφωνα με την οποία το να καλλιεργείς συνίσταται στο να επαυξάνεις εκείνο που υφίσταται ανεξάρτητα από σένα και του οποίου οι νόμοι κατά το μάλλον ή ήττον σε ξεπερνούν˙ υπογράμμιζα επίσης τη σκέψη που διατυπωνόταν στο κείμενο, ότι, όπως και ο κηπουρός, έτσι και «ο συντηρητικός δεν είναι ο δημιουργός ούτε ο κύριος του έργου του˙ είναι απλώς και μόνο ο αεικίνητος φύλακάς του».

Προχωρώντας πιο κάτω στο άρθρο του λεξικού, στεκόμουν στον παραλληλισμό που έκανε ο λημματογράφος μεταξύ καλλιέργειας (culture) και λατρείας (culte), προκειμένου να υποστηρίξει ότι οι δύο λέξεις δεν έχουν τυχαία την ίδια ρίζα, δεδομένου ότι για να καλλιεργήσουμε και να φροντίσουμε κάτι, πρέπει πρώτα απ’ όλα να το τιμούμε και να το ευλαβούμαστε. Πράγματι, συνέχιζε το άρθρο, η φιλοσοφία του κηπουρού ξεκινά από μία επίμονη αγάπη. Όπως ο κηπουρός αγαπάει με πάθος τη φύση του κήπου εις πείσμα των ατελειών της, των αγκαθιών και των αγριόχορτων, έτσι και ο συντηρητικός θέλγεται από την πραγματικότητα του κόσμου εις πείσμα της αδικίας ή της μόνιμης απουσίας μιας αληθινής αδελφοσύνης. Όπως ο κηπουρός αναμένει πάντοτε με προσδοκία να καταφέρει να κάνει να φυτρώσουν λουλούδια ανάμεσα στις πέτρες, έτσι και ο συντηρητικός πιστεύει ότι είναι δυνατόν, με φροντίδα και ζέση, να κατορθώσεις να γεννηθεί η δικαιοσύνη ακόμη και μέσα στους κόλπους διεφθαρμένων κοινωνιών.

Ο συντηρητικός, σύμφωνα πάντοτε με τον συντάκτη του λήμματος, σκέπτεται και φρονεί ότι δεν απόκειται σ’ αυτόν να επανανακαλύψει τα θεμέλια των πραγμάτων, καθ’ όσον δεν είναι αυτός που βρίσκεται στις καταγωγικές απαρχές τους. Προορισμός του είναι να ακολουθήσει και να βελτιώσει ένα έργο, το οποίο προηγείται απ’ αυτόν και τον ξεπερνά. Συντηρητικός είναι αυτός που θέλει να επαυξήσει τον κόσμο, με αφετηρία αυτό το οποίο τον συνιστά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του την ιστορία του, τις συνήθειές του ή ακόμη, όπως έλεγε ο Edmund Burke[2], και τις προκαταλήψεις του.

Αφού ο συγγραφέας του λήμματος ολοκλήρωνε την περιγραφή που επιχειρούσε, και προκειμένου να καταδείξει γιατί η φιλοσοφία του κήπου αρμόζει στον συντηρητισμό, ερχόταν, κατά λογική ακολουθία, να υποδείξει το ποιος θα έπρεπε να τοποθετείται στον αντίποδα του συντηρητικού. Αναπότρεπτα, διαβάζαμε τώρα στις γραμμές που ακολουθούσαν, στην απέναντι όχθη από αυτήν του συντηρητικού βρίσκεται εκείνος που δεν αγαπάει τον κόσμο˙ αυτός που θέλει να τον ξαναφτιάξει από το μηδέν και να τον θεμελιώσει επάνω σε άλλες αρχές.

Η ανάλυση αυτή που γινόταν στο σχετικό άρθρο του λεξικού, η οποία και τράβηξε την προσοχή μου, υπογραφόταν από την καθηγήτρια της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Παρίσι, συγγραφέα και αρθρογράφο Chantal Delsol.[3] Επόμενη και λογική συνέπεια ήταν να προχωρήσω στην αναζήτηση στα δημοσιευμένα δοκίμιά της μιας περαιτέρω ανάλυσης των σκέψεών της αυτών. Την ευκαιρία αυτή μου προσέφερε η Εισαγωγή της στο βιβλίο της La haine du monde. Totalitarismes et postmodernité (Το μίσος του κόσμου. Ολοκληρωτισμοί και μετανεωτερικότητα)[4]. Στις γραμμές της Εισαγωγής αυτής βρήκα την επέκταση των σκέψεων της Γαλλίδας φιλοσόφου που προσφέρονταν για περαιτέρω προβληματισμό και αναστοχασμό.

Προοιμιακώς, στην παραπάνω Εισαγωγή της, η Chantal Delsol θέτει το διακύβευμα του ζητήματος που πραγματεύεται στο βιβλίο της. Στην ιστορική στιγμή στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, γράφει, η αντιπαράθεση και η αντιπαλότητα που συναντούμε, αντιτάσσει εκείνους που θέλουν να αντικαταστήσουν τον κόσμο μας απέναντι σε εκείνους που θέλουν να τον υπερασπιστούν και να τον προστατεύσουν.

Ο κηπουρός που εργάζεται κάτω από το παράθυρό μου, μας λέει η Delsol, είναι ένας θαυμαστής του κόσμου. Δεν του περνάει από τη φαντασία ότι θα μπορούσε να παραγάγει εξ υπαρχής κάποιο φυτό. Απλώς καλλιεργεί. Για να το πούμε διαφορετικά, βοηθάει στο να αυξηθεί αυτό που ήδη υπάρχει χωρίς να τον έχει ρωτήσει. Δεν το δημιουργεί, δεν το κατασκευάζει. Το αγαπάει και το φροντίζει. Αισθάνεται ότι είναι ο διαχειριστής του. Του είναι δύσκολο να προλέξει το τι θα γίνει. Η βεβαιότητα είναι κάτι άγνωστο γι’ αυτόν. Το πιο συχνά εργάζεται σαν ένας κατάδικος, πάντα μέσα στους κανόνες της τέχνης του, η δε εργασία του αυτή, πολλές φορές, δεν του αποφέρει παρά ζιζάνια και καρπούς χωρίς γεύση. Όμως, υπάρχουν και φορές που κάτω απ’ τα πόδια του εμφανίζονται ομορφιές που τις θεωρούσε αδύνατες. Ασφαλώς κατέχει κάποιες γνώσεις. Ενισχύει τις άμυνες των φυτών του χάρις σε τεχνικές που έχει μάθει ή που επινοεί. Εν τούτοις παραμένει πάντοτε εξαρτώμενος από μια τάξη του κόσμου που δεν την θέσπισε ο ίδιος και που, στον πιο μεγάλο βαθμό, τον ξεπερνάει.

Σήμερα, συνεχίζει η Γαλλίδα συγγραφέας στην Εισαγωγή του βιβλίου της, βρισκόμαστε στην εποχή της μετα-νεωτερικότητας, εποχή η οποία προεκτείνει τη νεωτερικότητα, αλλά και συγχρόνως διαστέλλεται απ’ αυτήν. Στην εποχή μας, δύο είναι τα ρεύματα σκέψης που παρατηρούνται και τα οποία αντιπαρατίθενται μεταξύ τους. Το πρώτο είναι μία επέκταση της νεωτερικότητας υπό άλλες βεβαίως οπτικές από εκείνες του 20ού αιώνα, πράγμα που εισάγει και την διαφοροποίηση ως προς αυτήν. Έτσι, για παράδειγμα, η άλλοτε αναμονή του λαμπρού αύριο της κλασικής νεωτερικότητας τοποθετείται σήμερα στην προσμονή του αθάνατου ανθρώπου του μετα-ανθρωπισμού. Σε κάθε περίπτωση, στο ρεύμα αυτό εξακολουθούμε να είμαστε δημιουργοί. Συνεχίζοντας, κατά κάποιον τρόπο, το έργο που χάραξε ο σοσιαλιστικός ολοκληρωτισμός, παραμένουμε εγκλωβισμένοι στον πειρασμό να παραγάγουμε έναν άνθρωπο αμέριμνο για τα υπαρκτικά ερωτήματα, αρνούμενοι κάθε ανθρωπολογία που έχει προηγηθεί, θεωρώντας ότι μέχρι σήμερα ζούμε ακόμη μέσα σε μία προ-ιστορία, αναμένοντας την έλευση της νέας «παρουσίας». Το δεύτερο ρεύμα, αντιτίθεται στο πρώτο, που το θεωρεί ως ένα ανεξημέρωτο είδος φανατικού προμηθεϊσμού και ως κληρονόμο ενός αποχαλινωμένου Διαφωτισμού. Το ενδιαφέρον του ρεύματος αυτού εστιάζεται στην καλλιέργεια του κόσμου αντί της επαναδημιουργίας του. Επιδίδεται περισσότερο στην προσοχή και τον σεβασμό προς αυτόν παρά στην κατασκευή του. Στο ρεύμα αυτό βρίσκουμε τους κηπουρούς.

Φαίνεται λοιπόν, συνεχίζει η Chantal Delsol, ότι η εποχή μας παράγει δημιουργούς και κηπουρούς, των οποίων η θέαση πάνω στον κόσμο δεν είναι μόνο διαφορετική, αλλά και αντιθετική. Προς το παρόν, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι οι κηπουροί εκφράζουν την αντι-κουλτούρα, καθ’ όσον δεν κατέχουν την πολιτισμική εξουσία. Αυτή σήμερα κατέχεται από τους δημιουργούς.

Στο σημείο αυτό η Γαλλίδα πολιτική φιλόσοφος κάνει μία επισήμανση. Ο διαχωρισμός των κηπουρών και των δημιουργών, λέει, φαίνεται ότι υπερβαίνει την διάκριση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς˙ μιας δεξιάς, που θα λέγαμε ότι ενδιαφέρεται για τη διαφύλαξη του κόσμου και μιας αριστεράς που επιδιώκει τη μεταμόρφωσή του ή, με άλλους όρους, μιας δεξιάς του ριζώματος και μιας αριστεράς της χειραφέτησης. Πράγματι, συνεχίζει, είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της αριστεράς (οικολογική, αντι-υλιστική) συντάσσεται με την ιδέα της διαφύλαξης, ενώ, την ίδια στιγμή, μία μερίδα της δεξιάς, η φιλελεύθερη δεξιά, συντάσσεται με τις ιδέες του μετασχηματισμού και της χειραφέτησης. Παρά ταύτα, σε κάθε περίπτωση, ο παλαιός διαχωρισμός φαίνεται ότι ανασυντίθεται: ο δημιουργός είναι με την πλευρά της χειραφέτησης και ο κηπουρός με την πλευρά του ριζώματος.

Ένα εργαλείο κατανόησης και ανάλυσης: ο Γνωστικισμός

Δημιουργός: ένας χαρακτηρισμός που παραπέμπει κατά τρόπον άμεσο στην κατηγορία εκείνων που στη σημερινή πολιτική συζήτηση αποκαλούμε «ελίτ». Πράγματι, είναι εδραία σήμερα η πεποίθηση σε πολλούς ότι η επίλυση των μεγάλων προβλημάτων του κόσμου δεν μπορεί να προέλθει παρά από μία ελίτ, η οποία θα κατείχε συγχρόνως τόσο τη γνώση, όσο και τη θέληση και την ικανότητα να συλλάβει τις ενδεικνυόμενες λύσεις και να τις υλοποιήσει ώστε να είναι δυνατή η έλευση του «νέου κόσμου». Παρά το γεγονός ότι αυτές οι απόπειρες να εγκαταστήσουμε έναν επίγειο παράδεισο έδωσαν πάντοτε μέσα στην ιστορία καταστροφικά αποτελέσματα, η δοξασία αυτή δεν παύει να επιμένει. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της επιμονής, θα μας βοηθούσε το να ανατρέξουμε πίσω στην ιστορία και να δούμε την εμφάνιση ενός φιλοσοφικο-θρησκευτικού κινήματος με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στον προκείμενο προβληματισμό. Θα μας βοηθούσε το να στραφούμε στην εμφάνιση του γνωστικισμού. Το κίνημα αυτό, που εμφανίστηκε στις αρχές της χριστιανικής εποχής, δεν υφίσταται ασφαλώς σήμερα ως ένα θεσμικό σχήμα, πλην εξακολουθεί και διατηρεί πάντοτε μία μείζονα επίδραση στη σύγχρονη πολιτική σκέψη.

Ο γνωστικισμός, που εμφανίσθηκε ως αίρεση παραχάραξης του χριστιανισμού, υπήρξε ένα σύνολο εσωτεριστικών σωτηριολογικών δογμάτων που διδάσκονταν από διάφορες σέχτες κατά τους πρώτους αιώνες. Οι διδασκαλίες αυτές επιβίωσαν, και στη συνέχεια αναπαράχθηκαν, από διάφορα κατάλοιπα και επανεμφανίσεις που δείχνουν την εξακολούθηση του αντικτύπου της γνωστικής σκέψης μέσα από τους αιώνες. Χαρακτηριζόμενη από ένα ριζικό αντι-βιβλισμό, η Γνώσις, έβλεπε μέσα στον υλικό χαρακτήρα της φύσης το απόλυτο κακό. Σε όσα σημεία η Βίβλος προέβαλλε ότι η δημιουργία ήταν καλή, ο γνωστικισμός έσπευδε να αντιτάξει ότι ήταν κακή. Για τους οπαδούς της αίρεσης, ο κόσμος των απαρχών ήταν πνευματικός, αποτελούμενος από θεϊκά όντα, απόρροια της απόλυτης θειότητας. Κατόπιν, η πρώτη αυτή τελειότητα του κόσμου διεφθάρη από μία κατώτερη θεότητα, από έναν δημιουργό Θεό, το πιο συχνά ταυτιζόμενον με τον Γιαχβέ της Βίβλου, ο οποίος σχημάτισε ένα κακό γήινο κόσμο, εφ’ όσον αυτός ήταν κατασκευασμένος από ύλη, στον οποίο και βασιλεύουν έκτοτε η ασχήμια, τα βάσανα και ο θάνατος. Ακόμη περισσότερο, ο κατώτερος αυτός δημιουργός Θεός έπραξε το χειρότερο απ’ όλα. Ενέκλεισε μέσα στην ύλη και τον χρόνο πνευματικές σπίθες του θείου και ουράνιου φωτός. Φυλακισμένα μέσα στο σώμα ορισμένων ανθρώπων, τα πνευματικά αυτά ψήγματα, οι ουράνιες ψυχές, προσβλέπουν πάντοτε στην επανένωσή τους με τον Θεό. Στους «ιδιαίτερους» αυτούς ανθρώπους, στις ουράνιες αυτές ψυχές, το πνεύμα, το οποίο και συνιστά το αγαθόν, βρίσκεται αναμεμιγμένο με την ύλη, με το σώμα, πράγματα που συνιστούν το κακό.

Από την ιδέα ότι η ύλη είναι κάτι το κακό απορρέει όλος ο κοινωνικός αρνητισμός της γνωστικής διδασκαλίας. Φτιαγμένος από ύλη, ο κόσμος δεν αξίζει κανέναν σεβασμό. Οι κανόνες που τον διέπουν, άρα και την κοινωνία, είναι κανόνες του πεδίου του κακού και της αδικίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι η ψυχή μερικών ανθρώπων συνιστά μία ουράνια σπίθα, είναι ένα γεγονός που θεοποιεί την ατομικότητά τους και την θέτει υπεράνω της κοινής ηθικής και των νόμων.

Η Γνώσις είναι μία φιλοσοφική και θρησκευτική δογματική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η σωτηρία της ψυχής περνάει μέσα από μία άμεση γνώση της θειότητας και, κατά συνεκδοχήν, μέσα από τη γνώση του εαυτού. Ο γνωστικός βλέπει τον κόσμο σαν έναν ξένο τόπο, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος έχει ριχτεί ως ένας ξεστρατισμένος και πρέπει έτσι, αναγκαστικά, να βρει τον δρόμο του προς τον άλλον κόσμο, τον πνευματικό, τον κόσμο των καταγωγικών απαρχών. Εκείνο από το οποίο θέλει να ξεφύγει ο γνωστικός είναι από μία φυλακή στην οποία είναι εγκλωβισμένος. Επομένως, για να το πετύχει, θα πρέπει να προχωρήσει προς τη γνώση της αληθινής ζωής και την επίγνωση των όρων της αλλοτρίωσής του μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Έτσι, σκοπός του γνωστικισμού είναι να καταστρέψει την τάξη της πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας ελαττωματικής και άδικης, και δυνάμει της «δημιουργού» δυνάμεως του ανθρώπου να την αντικαταστήσει από μία καινούργια τάξη, δίκαιη και τέλεια. Με όρους ψυχαναλυτικούς, θα λέγαμε ότι ο γνωστικός βρίσκει το νόημα του κόσμου και της εσχατολογίας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε μία ναρκισσιστική «αυτοθέωση», και τούτο σε αντίθεση με τους προφήτες και τον Παύλο, οι οποίοι δεν παρέλειπαν να τονίζουν την εσχατολογική επιφύλαξη,[5] το ότι δηλαδή δεν υπάρχει μία τελική τέλεια κοινωνία ως ανθρώπινη κατασκευή, πλην ο άνθρωπος καλείται πάντοτε να την μεταβάλλει επί το δικαιότερον, χωρίς βεβαίως αυτό να θεωρείται ως η τελειωτική ικανοποιητική λύση.[6]

Η επανεμφάνιση της Γνώσης στις μεγάλες ιδεολογίες του 20ού αιώνα

Ήδη από τη δεκαετία του 1950, ο Γερμανοαμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Eric Voegelin[7] θεωρούσε ότι τόσο ο Μαρξ, όσο και ο Χίτλερ υπήρξαν γνωστικοί επαναστάτες και έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου επάνω στο γεγονός ότι ο γνωστικισμός ενέπνεε τις μεγάλες ιδεολογίες του 20ού αιώνα, οι οποίες είχαν τούτο το κοινό μ’ αυτόν, το ότι χαρακτηρίζονταν από την υποκατάσταση του πραγματικού κόσμου από έναν κόσμο του φαντασιακού. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του ονείρου, η παραγνώριση της πραγματικότητας αποτελεί για τον Voegelin την πρώτη και κύρια αρχή˙ αρχή, από την οποία αναπότρεπτα απορρέει ότι το καλό και το κακό δεν καθορίζονται από την κατανόηση της πραγματικότητας αλλά εν αναφορά προς τα ιδεώδη μιας ουτοπίας, την οποία πρέπει με κάθε τίμημα να εγκαθιδρύσουμε μέσα στον κόσμο μας. Έτσι, καλό είναι κάθε τι που αναγνωρίζεται στην ουτοπία αυτήν και την επικαλείται και το οποίο οδεύει προς την κατεύθυνση της έλευσής της, κακό δε κάθε τι που αντιλέγει στην αλήθεια του κόσμου αυτού του φαντασιακού μας. Για τον Voegelin, αυτή η παραγνώριση της πραγματικότητας, χαρακτηριστική της γνωστικής σκέψης, αφορούσε όλες τις ιδεολογίες που προέκυπταν απ’ αυτήν, όχι μόνο εκείνες που θεμελίωσαν τις ολοκληρωτικές αυτοκρατορίες του 20ούαιώνα, την κομμουνιστική Ρωσία και τη ναζιστική Γερμανία, αλλά και όλα τα ιδεαλιστικά προοδευτικά ρεύματα που εμφανίζονταν μέσα στις δυτικές δημοκρατίες, τα οποία συντελούσαν ώστε να βασιλεύει σ’ αυτές μία παράξενη και φαντασματική ατμόσφαιρα ενός, όπως έγραφε, ασύλου παραφρόνων. Ο Voegelin έφτανε μέχρι του σημείου να αναρωτηθεί εάν αυτή η υποκατάσταση του πραγματικού κόσμου από τον κόσμο του φαντασιακού δεν είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο και δεν είχε τόσο διαφθείρει τις δυτικές κοινωνίες, ώστε κάθε ορθολογική πολιτική να έχει πλέον καταστεί αδύνατη.

Η ανάλυση αυτή του Voegelin είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση των μεγάλων ιδεολογιών που εμφανίστηκαν στον 20ό αιώνα, έστω και αν, στο σημείο αυτό, επιβάλλεται να κρατήσουμε μία επιφυλακτική στάση για το αν ο γνωστικισμός είναι η μόνη αίρεση, το μόνο κλειδί, για την ερμηνεία της εμφάνισης των ιδεολογιών αυτών. Στην επιφύλαξη αυτή μας ωθεί το γεγονός ότι ο Voegelin κατατάσσει στην αίρεση του γνωστικισμού τον περίφημο μυστικό στοχαστή του 12ου αιώνα Ιωακείμ του Φιόρε. Πράγματι, μπορεί η διδασκαλία του μυστικού αυτού θεολόγου να έφερε στοιχεία γνωστικιστικά, πλην όμως, όπως γράφει και ο Jean-Louis Harouel[8], η σκέψη του μεσαιωνικού αυτού στοχαστή είναι συνδεδεμένη και με μια άλλη μεγάλη αίρεση, τον χιλιασμό. Επιχειρώντας τη διάκριση μεταξύ γνωστικισμού και χιλιασμού, ο J.-L. Harouel γράφει ότι ο δεύτερος χαρακτηρίζεται από την επαγγελία του παραδείσου επάνω στη γη, της έλευσης δηλαδή ενός καινούργιου κόσμου αποκαθαρμένου απ’ όλες τις παλαιές ατέλειες, ενώ ο πρώτος, η Γνώσις, απορρίπτει την υλική πραγματικότητα και δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για να γνωρίσει το πνεύμα, πράγμα που τον οδηγεί στον απόλυτο ατομικισμό και κατά συνέπεια στην απόρριψη κάθε κοινωνικής τάξης. Παρά το γεγονός, συνεχίζει τη σκέψη του ο J.-L. Harouel, ότι στον ονειρικό προοδευτισμό του Ιωακείμ του Φιόρε βρίσκουμε μία σύνθεση χιλιασμού και γνωστικισμού, εν τούτοις, όπου ο Voegelin γράφει «γνωστικός», θα πρέπει να μεταφράζουμε άλλοτε γνωστικός, άλλοτε χιλιαστής και άλλοτε γνωστικο-χιλιαστής. Για τον Harouel, από τη σκέψη και τη διδασκαλία του Ιωακείμ του Φιόρε απορρέουν δύο κύρια ρεύματα: το ένα, χιλιαστικό, αποβλέπει στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, το άλλο, γνωστικιστικό, είναι φορέας μιας ανατροπής των κοινωνικών ηθικών κανόνων. Ο χιλιασμός τρέφει το όνειρο του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, ο γνωστικισμός την καταστροφή κανόνων και πραγματικοτήτων. Ο ένας οδηγεί στην κοινωνική (social) ουτοπία, ο άλλος στην κοινωνιακή (societal).

Σε κάθε περίπτωση, και υπό τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν, δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να παρατηρήσουμε ότι ο σύγχρονος γνωστικισμός, στη διαδρομή του, έχει προσλάβει τη μορφή μιας θεωρητικής στάσης απέναντι στην κατεύθυνση της ιστορίας, κατεύθυνση την οποία θεωρεί ικανή να προσδιοριστεί, και την οποία μπορεί να αναλάβει να χειριστεί κάποια ελίτ που διαθέτει συγχρόνως τόσο τη γνώση της ακολουθητέας πορείας όσο και τη βούληση για αλλαγή. Η ελίτ αυτή αυτοανακηρύσσεται ως τέτοια δεδομένου ότι πιστεύει πως διαθέτει το προνόμιο της αποκλειστικής γνώσης. Ακριβώς επειδή θεωρεί ότι κατέχει αυτή τη γνώση και αυτή τη βούληση, αποξενώνεται από τον υπόλοιπο πληθυσμό που δεν την καταλαβαίνει και συχνά της είναι εχθρικός. Παρά ταύτα, την αποξένωση αυτή δεν την εκλαμβάνει ως ένα αδύνατο σημείο της που θα κινδύνευε να την θέσει εν αμφιβόλω, αλλά, τουναντίον, την αντιμετωπίζει ως την αναπόφευκτη και νομοτελειακή συνέπεια της κατοχής εκ μέρους της ενός αποκλειστικού γιγνώσκειν, στο οποίο θεωρεί ότι οι μάζες της καθυστερημένης πλέμπας δεν μπορούν εκ της καταστάσεώς τους να έχουν πρόσβαση.

Εάν, υπό το φώς των παραπάνω, παρατηρήσουμε τα πράγματα στην εποχή μας, δεν θα διστάσουμε να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε σήμερα ενώπιον μιας θριαμβευτικής επανεμφάνισης της Γνώσεως. Όπως σημειώνει και πάλι ο J.-L.Harouel, την επανεμφάνιση αυτή σηματοδότησε ήδη το New Age, το οποίο, με τη διάχυτη πνευματικότητά του, εξαπλώθηκε στις δυτικές κοινωνίες και δημιούργησε μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία κάθε τι που έρχεται σε ρήξη με τη δυτική παράδοση και τα ήθη της προσφερόταν ως καλό για να υιοθετηθεί. Η Γνώσις είναι και πάλι αυτή που εμπνέει μία κοινωνιακή (societal) αριστερά αλλά και έναν ελευθεριακό φιλελευθερισμό που επικρατούν σήμερα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, η στάση απέναντι στην οικογένεια. Μισούμενη από τη νεο-γνωστική νοοτροπία, η οικογένεια υπόκειται σε μία επιχείρηση αποδόμησής της, είτε με την υποτίμηση του γάμου είτε με αυτήν της νόμιμης υιικής σχέσης είτε με την ανακατασκευή της γονεϊκότητας. Μέσα σε μία γνωστικιστική λογική της κυριαρχίας μιας απόλυτης ατομικής ελευθερίας, μιας κυριαρχίας του πνεύματος πάνω στην ύλη και στη φύση, το υποκειμενιστικά απολυτοποιημένο άτομο, διεπόμενο από μία κουλτούρα ναρκισσισμού, απελευθερωμένο από τον σεβασμό και την τήρηση κάθε κανόνα, αλλά και απ’ αυτήν τη λήψη υπ’ όψιν της πραγματικότητας, μπορεί να διεκδικήσει ακόμη και την πιο παρανοϊκή σεξουαλική ταυτότητα.

Συντηρητισμός και αμόλυντος από τον ιδεολογικό προμηθεϊσμό προοδευτισμός

Δημιουργός, ως μία και πάλι ανάδυση του παλαιού γνωστικού, ενσαρκούμενος σήμερα στον χειραφετημένο προοδευτικό, και κηπουρός, ως ο συντηρητικός, ως αυτός που αναγνωρίζει την πραγματικότητα, ως αυτός που καλλιεργεί και βελτιώνει αυτό που υπάρχει. Όμως, τα εκφραζόμενα από τους δύο αυτούς χαρακτήρες ρεύματα δεν συναντώνται άραγε κάπου; Δεν έχουν κάποιο κοινό σημείο τομής; Κάθε βελτίωση του κόσμου δεν είναι άραγε και ένας μετασχηματισμός του; Ποιο είναι το κριτήριο βάσει του οποίου θα μπορούμε να εντοπίζουμε κάθε φορά τη μετατόπιση από τον κήπο στη δημιουργία; Για να επανέλθουμε στην Chantal Delsol,[9] η οποία μας έδωσε και το έναυσμα για τη διατύπωση των παραπάνω σκέψεων, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ποιο είναι το σημείο εκείνο κατά το οποίο η βελτίωση ξεπερνάει κάποια όρια και γίνεται ὕβρις. Ασφαλώς, σημειώνει η Γαλλίδα φιλόσοφος, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι βρισκόμαστε στην τάξη του δημιουργού από τη στιγμή που η ώθηση προς την χειραφέτηση, προς τον μετασχηματισμό, είναι τυφλή και άνευ όρων. Πράγματι, γράφει, εάν η ώθηση αυτή υπερβαίνει τα όριά της, καταλήγει στο να καταστρέψει εκείνο το οποίο βάλθηκε να βελτιώσει και επαυξήσει. Τα όρια δεν είναι δεδομένα ούτε εύκολο να τα γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων. Αποτελούν πάντοτε αντικείμενο διερωτήσεων που τίθενται κάθε φορά ενώπιόν μας. Σε κάθε περίπτωση, αυτούς που ξεκινούν από την παραδοχή ότι τέτοια όρια δεν υφίστανται και ότι το παν είναι δυνατόν, δεν χωράει αμφιβολία ότι τους κατατάσσουμε στους δημιουργούς. Η δικαιολόγηση της τυφλής και άνευ ορίων πορείας τους βασίζεται στην πεποίθησή τους ότι κάθε τι το οποίο προχωράει, έστω και τυφλά, προς την χειραφέτηση, ανήκει στο στρατόπεδο του Καλού.

Παρά ταύτα, και από την άλλη, ο συντηρητισμός δεν πρέπει να εξιδανικεύεται. Εάν ο προοδευτισμός αντιμετωπίζει τον πειρασμό της άνευ όρων χειραφέτησης, εάν η γνωστικιστική του απόκλιση είναι ένα γνώρισμα που συναντάμε ξανά και ξανά μέσα στην ιστορία, εάν μεταπίπτει συχνά σε έναν ιδεολογικό προμηθεϊσμό, αυτό δεν σημαίνει ότι ο συντηρητισμός δεν υπόκειται στις δικές του εκπτώσεις. Η έκπτωση για τον συντηρητισμό, σημειώνει η Chantal Delsol, είναι η κόπωση και η αποθάρρυνση και εν τέλει o πειρασμός του «δεν βαριέσαι» και του «ας ζήσουμε κι έτσι». Είναι ο κίνδυνος να αρκεστείς στην ακινητοποίηση του κόσμου στην κατάσταση που βρίσκεται. Είναι επί πλέον, όπως γράφει και ο Christofer Lasch, η επικίνδυνη εμμονή τού να παρουσιάζεται ως η παράταξη της κοινής λογικής, παραβλέποντας, από διανοητική ανεπάρκεια των εκπροσώπων του, τα σύγχρονα διακυβεύματα.[10]

Πού λοιπόν μπορούν να συναντηθούν ή έστω να πλησιάσουν, συντηρητισμός και προοδευτισμός; Για τη Γαλλίδα φιλόσοφο, η απολυτότητα της διάκρισης κάμπτεται όταν ο προοδευτισμός δεν είναι μολυσμένος από τον ιδεολογικό προμηθεϊσμό. Όταν συμβαίνει αυτό, γράφει,[11] τότε δεν βρίσκεται τόσο μακριά από τον συντηρητισμό. Σε μια τέτοια εκδοχή και οι δύο έχουν κοινούς εχθρούς. Από τη μια τον δημιουργό και από την άλλη τον μοιρολάτρη αντιδραστικό που θέλει να αφήσει τα πράγματα στην κατάσταση που βρίσκονται.


[1] Le dictionnaire du conservatisme, εκδ. Cerf, Παρίσι 2017.

[2] Edmund Burke, Réflexions sur la Révolution de France, εκδ. Les Belles Lettres, Παρίσι 2016.

[3] Chantal Delsol , Le dictionnaire du conservatisme, εκδ. Cerf, Παρίσι 2017, «Jardin».

[4] Chantal Delsol, La haine du monde, Totalitarismes et postmodernité, εκδ. Cerf, Παρίσι 2017.

[5] Όρος, τον οποίο για πρώτη φορά διατύπωσε ο Ernst Käsemann (Zum Thema den Urchristlichen Apokalyptik, 1962) και υιοθετήθηκε μετέπειτα και από άλλους θεολόγους, σύμφωνα με τον οποίο κάθε κατάσταση στην οποία μπορούν να βρεθούν οι κοινωνίες σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή δεν μπορεί να είναι η τελική, αλλά πρέπει να θεωρείται προσωρινή.

[6] Θάνος Λίποβατς, Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006, σ. 30.

[7] Eric Voegelin, Science Politics & Gnosticism, εκδ. Paperback, 2005, καθώς και La nouvelle science du politique, εκδ. Seuil, Παρίσι 2006.

[8] Jean-Louis Harouel, Le Dictionnaire du Progressisme, εκδ. Cerf, Paris 2022, «Gnose», σ. 495 κ.επ.

[9] Chantal Delsol, ό.π. σελ. 11.

[10] Κρίστοφερ Λάς, Ποιο είναι το σφάλμα της Δεξιάς; Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον; Μτφρ. Γιώργος Καραμπελιάς, Εισαγωγή Γιώργος Ρακκάς, Eναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2019, σ. 32, 43.

[11] Chantal Delsol, Le dictionnaire du conservatisme, ο.π., λήμμα «Jardin».

Κύλιση στην κορυφή