Εισαγωγικά
Οι όροι «συντηρητισμός» και «προοδευτισμός» συνιστούν κοινωνικο-πολιτικές ιδεολογίες, συνεπώς, αν δεν τους αντιμετωπίσουμε ως ιστορικές κατηγορίες νοήματος δεν θα μπορέσουμε να κρίνουμε αν όντως σήμερα είμαστε πέραν αυτών, ή θα πρέπει η άποψη μας για την πολιτική του αύριο να τις συμπεριλάβει. Βεβαίως σχετίζονται με την εποχή που τις ανέδειξε στη Δυτική Ευρώπη, αλλά εν τω μεταξύ, όπως είναι φυσικό, υπέστησαν σημαντικές μεταλλάξεις στο πέρασμα των αιώνων. Μετάλλαξη μιας οντότητας σημαίνει αλλαγή της μορφής της, χωρίς ωστόσο ακύρωση του στοιχειακού της πυρήνα που καθορίζει την ταυτότητά της. Ως εκ τούτου, έχει ενδιαφέρον να εντοπίσουμε τον πυρήνα των κατηγοριών συντηρητισμός και προοδευτισμός, μιας και αυτές, παρότι αφομοίωσαν στην εξελικτική τους διαδρομή ιδιότητες άλλων ιδεολογικών ρευμάτων, εντούτοις εξακολουθούν να υποφώσκουν στην ταυτότητα των κομματικών μορφών με τις οποίες κατά καιρούς αυτός ο πυρήνας ενδύθηκε.
Ο εντοπισμός του ιδεολογικού πυρήνα στα ιστορικά ρεύματα του συντηρητισμού ή του προοδευτισμού αποτελεί για μας το κεντρικό θέμα ανάλυσης του παρόντος άρθρου. Ο πυρήνας αυτός θα πρέπει να φανερωθεί, όχι τόσο για να ταξινομούνται ιδεολογικά τα κόμματα εν σχέσει μ’ αυτόν, αλλά για να ερευνηθούν κατά το δυνατόν οι συνέπειές του στο κοινωνικό πεδίο όπως και στο πεδίο του νοήματος. Μόνον έτσι, η πολιτική που αναζητά ο τίτλος θα καταστεί δυνατόν να προσεγγιστεί.
Αναδρομή στην ιστορία των εννοιών της συντήρησης και της προόδου
Ο όρος «συντηρητισμός» επινοήθηκε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα για να χαρακτηρίσει τις αντεπαναστατικές ιδέες απέναντι στη γαλλική επανάσταση. Συνδέθηκε άρρηκτα με το θρησκευτικό και το πατριωτικό συναίσθημα, όπως και με τη διατήρηση της παράδοσης. Θεμελιώθηκε κυρίως την εποχή του ρομαντισμού, αντιδρώντας απέναντι στον μαθηματικό λογισμό και τη στατιστική μέτρηση των οικονομικών μεγεθών, όπως και στα αφηρημένα δικαιώματα –κυρίως σε αυτό της ισότητας. Ωστόσο, η καταγωγή του θα πρέπει να αναζητηθεί στον Μεσαίωνα, καθώς εκφράζει το κυρίαρχο κοινωνικο-ιδεολογικό ρεύμα το συνδεδεμένο με τον μεσαιωνικό φεουδαρχισμό και τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας πολιτών (societas civilis) εκείνης της εποχής.[1] Μπορεί η τότε κοινωνία να μην αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως ταξικά διαφοροποιημένο, παρόλα αυτά αποτελούσε μια ιεραρχικά οργανωμένη κοινωνική ολότητα, τα μέρη της οποίας συνεργάζονταν από κοινού για τη διατήρηση του όλου. Ο κύριος κοινωνικός δεσμός μεταξύ των μελών αυτής της κοινωνίας ήταν η αλληλεγγύη, όπως την περιγράφει ο Henry Maine κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ή η μηχανική αλληλεγγύη, θα έλεγε λίγο αργότερα ο Ντυρκέμ. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία αντλούσε τη συνοχή της από την πίστη των ανθρώπων σε σταθερές αξίες και πεποιθήσεις θεσμισμένες από ένα θείο ή φυσικό δίκαιο, την υπεράσπιση του οποίου την είχαν αναλάβει η εκκλησία και οι ευγενείς. Εν προκειμένω δεν ετίθετο ζήτημα ελεύθερης βούλησης, μιας και δεν υπήρχε ακόμη η έννοια «άτομο» για να την ενσωματώσει και υπερασπιστεί. Υπήρχε όμως η ηθική, η υπαγορευμένη από τα θεία κείμενα και τις δυνάμεις εξουσίας που την προστάτευαν, ως ένα μεσαίο επίπεδο διαμεσολάβησης της επίγειας ύπαρξης με το θείο.
Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι κεντρικό πρόταγμα του συντηρητισμού είναι η διατήρηση του υπάρχοντος status quo. Γι’ αυτό και ο Ernst Albrecht Günther, γράφει πως «ο συντηρητισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσκόλληση στο χθες, αλλά ως κάτι ζωντανό που έχει αιώνια ισχύ».[2] Ακόμη και οι σύγχρονοι συντηρητικοί πολιτικοί εξακολουθούν να βλέπουν τον εαυτό τους ως προασπιστές της κοινωνίας απέναντι σε δυνάμεις αλλαγής που την αποσταθεροποιούν από τη φυσική της τάξη. Εν ολίγοις, πυρήνας της ιδεολογίας του συντηρητισμού είναι το αναλλοίωτο του χρόνου, η ακινησία και αμεταβλητότητα απέναντι στη μεταβλητότητα, τη συνυφασμένη με την κίνηση και τη δημιουργία.
Η συντηρητική αντίληψη για τον χρόνο υποδαυλίζεται από τη χριστιανική θρησκεία. Ο άχρονος Θεός εκφράζει την ουσία του συντηρητισμού, διότι μόνον αυτός είναι η απόλυτη αλήθεια, η απόλυτη αυθεντία που φυλάσσει τον κόσμο από εχθρικές επιβουλές. Ο παράδεισος είναι ο εκτός χρόνου τόπος, ενώ ο όφις έρχεται να δώσει στον άνθρωπο τον χρόνο, καθιστώντας τον υπηρέτη του. Ο μεσαιωνικός κληρικός και συγγραφέας Meister Eckhart (στο Meister Eckhart Quotes) λέει: «Ο χρόνος είναι αυτός που εμποδίζει το φως να μας φτάσει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Θεό από τον χρόνο»: «και όχι μόνο ο χρόνος, αλλά και οι προσωρινότητες, όχι μόνο τα πρόσκαιρα πράγματα αλλά και τα πρόσκαιρα συναισθήματα, όχι μόνο τα πρόσκαιρα συναισθήματα, αλλά η ίδια η κηλίδα και η μυρωδιά του χρόνου». Επομένως, η επιστροφή στην άχρονη Εδέμ απαιτεί συνείδηση καθαρή από το μίασμα του χρόνου, εξ ου και η άρνηση εκ μέρους του συντηρητισμού του χρόνου ως σημασιοδοτικού όρου κοινωνικής κίνησης και αλλαγής.
Μετά τον Μεσαίωνα και τις συνταρακτικές αλλαγές που πραγματοποιούνται στη Δυτική Ευρώπη, μετασχηματίζεται η έννοια της κοινωνίας πολιτών καθώς ο φιλελευθερισμός διαχωρίζει, αφενός, άτομο και κοινωνία και, αφετέρου, κοινωνία και κράτος. Η κοινωνία πολιτών, υπό το φιλελεύθερο πρίσμα, χάνει όλες τις εσωτερικές της διαφοροποιήσεις. Το αόρατο χέρι της αγοράς θεωρείται πλέον ως το μόνο ικανό να ρυθμίζει τις οικονομικές συναλλαγές, οι οποίες αποκτούν τόση ισχύ, ώστε να σχηματίζουν τη δική τους σφαίρα κοινωνικής δράσης και επικοινωνίας. Η εμπιστοσύνη δεν εξαρτάται από το έθιμο και τις προσωπικές σχέσεις αμοιβαίας εξυπηρέτησης, αλλά από τους τυπικούς κανόνες μιας συμβολαιακής πράξης συναπτόμενης ανάμεσα σε πολιτικά ισότιμους ανθρώπους.
Η μεγάλη όμως διαφορά που επήλθε κατά τους Νέους Χρόνους έγκειται στις επιστημονικές και, κατ’ επέκταση, στις κοινωνικές αντιλήψεις για τον χρόνο που συνόδευσαν τη στροφή από τη θρησκευτική πίστη στην πίστη στην ανθρώπινη λογική. Από την μεσαιωνική αμεταβλητότητα του θείου σύμπαντος και την φυσική μεταβλητότητα των γήινων οντοτήτων, από την επαναληπτικότητα του μόχθου στο πλαίσιο του κυκλικού χρόνου, φθάσαμε στην νευτώνεια λογική περί του αφηρημένου χρόνου, του ανεξάρτητου από τον χώρο και τα αντικείμενα,όπως και στην εδραίωση των κοινωνικών αντιλήψεων για έναν χρόνο ασύλληπτο μεν στην αφαιρετικότητά του, εν τούτοις τείνοντος προς την αιωνιότητα.
Από τα τέλη του 17ου αιώνα ήδη, άρχισε να εμπεδώνεται η νέα αντίληψη για τον ευθύγραμμο χρόνο όταν ο Λοκ, στο Δοκίμιο για την Ανθρώπινη Νόηση, επηρεασμένος από τον Νεύτωνα, έγραψε ότι η χρονική διάρκεια μοιάζει με το μήκος μιας ευθείας γραμμής που εκτείνεται στο άπειρο. Η νεωτερικότητα φαντασιώνεται τον κοινωνικό χρόνο να ευθυγραμμίζεται προς τον κοσμολογικό και να τρέχει προς τον ανοιχτό ορίζοντα των επιστημονικών ανακαλύψεων, ιδίως στο πεδίο της φυσικής και της τεχνολογίας. Συμβατός με την εγκατάσταση στην κοινωνία της βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογικής εξέλιξης, οδήγησε στην πολιτική θεωρία του προοδευτισμού, η οποία ευαγγελίστηκε για την ανθρωπότητα, ιδίως των πολιτισμένων ευρωπαϊκών λαών, την αέναη πρόοδο, έως ότου η ανθρωπότητα φθάσει προς ένα ιδεατό πέρας κοινωνικής τελείωσης και ασυννέφιαστης ευτυχίας.
Συνεπώς, ο χρόνος ως κεντρική φαντασιακή σημασία, συγκροτεί τον πυρήνα της προοδευτικής ιδεολογίας. Όσο οι συντηρητικοί αποστρέφονται τον χρόνο, αρνούμενοι να δεχθούν την κοινωνική του διάσταση, τόσο οι προοδευτικοί τον λατρεύουν και μαζί μ’ αυτόν κάθε καινοφανές αντικείμενο που ο χρόνος γεννά. Με λίγα λόγια, η εκκοσμίκευση δεν συνετέλεσε μόνο στην εκθρόνιση του θείου, αλλά και στην αναγνώριση και ενθρόνιση του χρόνου, βασιλέα στο εξής κάθε αισιόδοξης προσδοκίας. Η φαντασιακή σημασία του όρου «πρόοδος» ήρθε ακριβώς για να σημασιοδοτήσει την προς τα εμπρός, πολλά υποσχόμενη πορεία του χρόνου.
Το παρελθόν χάνει την πρωτοκαθεδρία του, ενώ στη θέση του ορθώνεται ένα μέλλον έμπλεο αισιόδοξων προοπτικών για την άφιξη σ’ έναν επίγειο παράδεισο. Σε κάθε περίπτωση, ο θνητός άνθρωπος της νεωτερικής εποχής αποβλέπει στην αιωνιότητα, ενώ όμως ο συντηρητικός πιστεύει ότι θα φθάσει σ’ αυτήν μετά θάνατον, αφού θα ζήσει βίο συμβατό με τη χριστιανική διδασκαλία, ο φιλελεύθερος την βλέπει ως όραμα ικανό να επαληθευτεί σε τούτον εδώ τον επίγειο κόσμο, μέσα από τον τιτάνιο αγώνα του ανθρώπου να δαμάσει τις φυσικές και κοινωνικές αναγκαιότητες.
Μετά τον Διαφωτισμό και ό,τι ακολούθησε, θα έλεγε κανείς πως ο συντηρητισμός ως κοινωνικο-πολιτικό, ιδεολογικό φαινόμενο έχει ουσιαστικά ηττηθεί. Όμως ποτέ ένα ιδεολογικό ρεύμα, που έχει βγει από την κοινωνική πρακτική κι έχει ριζωθεί στις συνειδήσεις ως τρόπος για την υπερνίκηση του θανάτου, δεν ηττάται οριστικά, παρά αναπροσαρμόζεται στις νέες συνθήκες υπό το ίδιο ή παραλλακτικό όνομα. Δεν διατηρεί βεβαίως την ίδια πολιτική ισχύ, ωστόσο το σκεπτικό του εξακολουθεί να το αναμοχλεύει η συλλογική μνήμη όταν το παρόν δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες της. Αυτό ίσχυσε όχι μόνο για τον συντηρητισμό αλλά και για τον φιλελευθερισμό, γι’ αυτό και στη διαδρομή της ιστορίας συναντάμε αμφότερους υπό ποικίλες πολιτικο-κομματικές ονομασίες.
Τον 19ο αιώνα, η έννοια της προόδου ενισχύθηκε περαιτέρω από τις αντιλήψεις περί ιστορίας του Χέγκελ, των πρώιμων σοσιαλιστών και φυσικά του Μαρξ. Ασπαζόμενος ο τελευταίος την επιστημονική στην εποχή του έννοια του χρόνου και της προόδου, επιχείρησε να συγκροτήσει μιαν υλιστική θεώρηση της ιστορίας, όπου η προοπτική της προόδου υπαινίσσετο ουσιαστικά το τέλος της οικονομικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Ο κομμουνισμός του μέλλοντος ήταν ουσιαστικά το πέρας του ιστορικού χρόνου, καθώς σήμαινε την άφιξη σε μιαν εποχή όπου το νόημα της ζωής θα απέρρεε από τη δράση μιας ανθρώπινης συλλογικότητας ικανής να ελέγχει τις φυσικές αναγκαιότητες, και η οποία δράση θα υπηρετούσε τους από κοινού σχεδιασμένους και επιδιωκόμενους σκοπούς.
Την ίδια εποχή, το κίνημα του ρομαντισμού αποφάσισε να θέσει ισχυρούς ιδεολογικούς φραγμούς στην έννοια της προόδου. Οι φραγμοί ήταν δύο ειδών: στο μεν πεδίο της κοινωνίας έθεσε την αξία και σταθερότητα της παράδοσης, στο δε πεδίο του κράτους, την έννοια του έθνους. Και οι δύο έννοιες επιστρατεύθηκαν από τον συντηρητισμό μεταλλαγμένες σύμφωνα με τα δικά του πιστεύω.
Όσον αφορά τις παραδόσεις, χωρίς άλλο συνδέουν μια κοινωνική ολότητα με το παρελθόν της και είναι πολύτιμες για την ιστορική μνήμη. Ωστόσο, η σπουδαιότητα του ρόλου τους εξαρτάται από το κατά πόσο συντρέχουν θετικά τη ζωή του παρόντος. Παραδόσεις, όμως που επιστρέφουν την κοινωνία στο παρελθόν, όπως αυτές που προέκρινε ο συντηρητισμός και οι οποίες επιμένουν στην υπακοή στην οργανωμένη εκκλησία, στον σεβασμό στις κοινωνικές ιεραρχίες και την ηρωοποίηση του ατόμου λόγω θανατώσεως του εχθρού, ανασύρθηκαν από τη λήθη για να αντιπαρατεθούν στα ιδεώδη της ελευθερίας και της ισότητας, ή της απελευθέρωσης του ατόμου από εκκλησιαστικές και κληρονομικές προκαταλήψεις που πρέσβευε η Αριστερά εν γένει.
Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς για την ιδέα του έθνους. Ορθώνοντας ο συντηρητισμός απέναντι στον γιακωβίνικο οικουμενισμό το «έθνος», ως αντίβαρο στη χαμένη και γι’ αυτό ωραιοποιημένη «κοινωνία πολιτών», οδηγήθηκε σε ρατσιστικές συλλήψεις του έθνους, έως την ακραία περίπτωση του γερμανικού ναζισμού.
Μετά το λυκόφως του ρομαντισμού, συμμεριζόμενος ο συντηρητισμός τις αρχές όσων πρέσβευαν έναν φιλελευθερισμό προστάτη της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά, επίσης, της διατήρησης της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους απέναντι στην κοινωνία πολιτών, ευθυγραμμίστηκε μαζί τους, όμως συνηγορούσε σχεδόν πάντοτε υπέρ της σταθερότητας και της απόλυτης αυθεντίας, ήτοι, της απολυταρχίας και εν προκειμένω της βασιλείας, όταν ο κίνδυνος για δημοκρατικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ήταν ορατός. Ιδιαίτερα, εναντιωνόταν στη αρχή της ισότητας, καθώς πίστευε πως η ανισότητα και διαφορά είναι θεμελιακά στοιχεία της φύσης, και ως τέτοια δεν θα έπρεπε να αναθεωρηθούν.
Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως τον 20όν αιώνα, οι απόγονοι του Μαρξ, αρχής γενομένης από τους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης, είναι από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την έννοια της προόδου. Ενώ στο μαρξικό έργο οι παραγωγικές δυνάμεις και οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις ωθούν την κοινωνία όλο και σε ανώτερα επίπεδα αυτοοργάνωσης σχεδόν κατά τρόπο ντετερμινιστικό, ο Αντόρνο στο Minima Moralia, παραπέμποντας στην 9η θέση στο έργο του Μπένγιαμιν Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας ─όπου ο Μπένγιαμιν, σχολιάζοντας τον Angelυs Novus του Klee, δείχνει την καταστροφική συνέπεια της προόδου─,αναφέρει πως ήταν μια έμπνευση γι’ αυτόν.
Στη σύγχρονη εποχή, πέραν των επαναστατικών θεωριών της σχετικότητας και των κβάντα για τον κοσμολογικό χρόνο, έρχονται οι περιβαλλοντολόγοι (όπως παραδείγματος χάριν ο Jared Diamond), για να διακηρύξουν ότι οι αλλαγές στη φύση δεν ακολουθούν γραμμική παρά μη γραμμική πορεία, με αποτέλεσμα οι φυσικές καταστροφές ─και ως εκ τούτου οι επιπτώσεις τους πάνω στην κοινωνία─ να είναι τρομερές. Η μη γραμμική εξέλιξη της κοινωνίας διαποτίζει το κοινωνικό φαντασιακό, έτσι που οι πολιτισμικές και κοινωνικές καταρρεύσεις να μη θεωρούνται στο εξής η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.
Αυτή η αβεβαιότητα ως προς το μέλλον του πλανήτη, συνοδευομένη από την αμφισβήτηση της κοινωνικής προόδου ενίσχυσαν την εμμονή του συντηρητισμού σε παραδοσιακές αξίες μιας φαντασιακής κοινωνικής σταθερότητας. Τελικά, ο σύγχρονος συντηρητισμός ─όπως εκφράζεται από κόμματα λαϊκά, εθνικόφρονα, χριστιανοδημοκρατικά και άλλα ─, ενώ έχει εγκαταλείψει τις παλιές του οργανισμικές αντιλήψεις για την κοινωνία πολιτών, επιμένει στην άρνηση του χρόνου και της ισότητας, στη προστασία του έθνους, της κλασικής οικογένειας και της θρησκείας. Ταυτόχρονα, προσεταιρίζεται την έννοια της κουλτούρας, πράγμα που τον διαφοροποιεί από τις ρατσιστικές ιδέες του μεσοπολέμου. [3]
Από την άλλη μεριά, οι σημερινοί οπαδοί της ιδέας της προόδου, και ιδίως τα κόμματα που συντάσσονται με αυτήν, φιλελεύθερα και αριστερά, έχουν παύσει να την αντιμετωπίζουν ως έναν αγωνιστικό ανήφορο για την άφιξη της ζωής σ’ ένα επίπεδο άξιο να τη βιώνει το ανθρώπινο είδος. Βλέπουν την πρόοδο ως αντίθεση στο κατεστημένο, ως σειρά τεχνολογικών καινοτομιών που βελτιώνουν τις υλικές συνθήκες του βίου. Η αισιοδοξία τους αυτή εμπνέεται εν πολλοίς από την τεχνολογία πληροφοριών, η οποία δεν περιορίζεται στο να οξύνει απλώς τις ανθρώπινες φυσικές δυνατότητες, αλλά παρεμβαίνει και προωθεί τη γνώση. Υποτιμούν ωστόσο δύο μεγάλες μεταβολές που συνοδεύουν την εν λόγω τεχνολογία: αφενός ότι αυτή αποτελεί συμβολικό, γλωσσικό σύστημα, με τους δικούς του σημασιολογικούς κώδικες. Ως γλώσσα προχωρεί σε δική της σύλληψη της πραγματικότητας ενώ εξεικονίζει τις πληροφορίες τις αντλούμενες από αυτήν τη σύλληψη κατά το δοκούν, συγκροτώντας έτσι έναν εικονιστικό νέο κόσμο. Αφετέρου, μεταφέροντας στο παρόν, στο εδώ και τώρα, κάθε κίνηση, κάθε πληροφορία, κάθε ανάμνηση και κάθε προσδοκία, επιδρά επί της συνειδησιακής χρονικότητας, συνεπώς, επί του νοήματος των εσωτερικών αλλά και των από έξω προκαλουμένων εμπειριών. Υποκείμενες οι εμπειρίες στην τεχνολογική χρονικότητα, χάνουν την έννοια του χρόνου ως κεντρικής σημασίας, άρα ως πηγής νοήματος, με αποτέλεσμα η πρόοδος να χάνει όχι μόνο το έδαφος προελάσεώς της αλλά και τις αισιόδοξες φαντασιακές ριπές των ανέμων του μέλλοντος.
Ποια πολιτική για το αύριο;
Πέρα από τις πολλαπλές μεταμφιέσεις των ιδεών του συντηρητισμού και του προοδευτισμού στο πολιτικό πεδίο, αξίζει να παρατηρήσουμε πως πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται το μέλλον ενώ αναθυμούνται νοσταλγικά το παρελθόν∙ που προτιμούν την τάξη και τη συνήθεια από την αλλαγή∙ που αντιμετωπίζουν με φόβο κάθε νεωτερισμό. Όπως υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που ατενίζουν το μέλλον με ελπίδα για μια ατομική ή κοινωνική αναγέννηση. Αυτή η ψυχολογική στάση υπέρ της στασιμότητας ή της αλλαγής, της επιστροφής στον παλαιό χρόνο και στον χαμένο παράδεισο ή υπέρ της ταχύτητας και των οραμάτων, κάνουν τις ιδέες της συντήρησης και της προόδου να εξακολουθούν να διαχέονται στο κοινωνικό σώμα ανεξαρτήτως κομματικών επιλογών.
Η διαφορά Δεξιάς-Αριστεράς σήμερα θολώνει, καθώς οι δύο έννοιες έρχονται να συμπέσουν με τον σύγχρονο φιλελευθερισμό. Η μεν πολιτική Δεξιά μιλά για έναν κοινωνικό φιλελευθερισμό (κοινωνική Δεξιά), η δε πολιτική Αριστερά για μια φιλελεύθερη Αριστερά ή φιλελεύθερο σοσιαλισμό, εννοώντας τον τελευταίον ως εκείνο το πολιτικό σχήμα που συνενώνει κοινωνική ελευθερία και δικαιοσύνη. Αν όμως ξεφύγει κανείς από τους ταξινομικούς προσδιορισμούς της πολιτικής και επιχειρήσει να δει τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, και δη στην ελληνική, θα καταλήξει σε κάποιες σκέψεις που αποδεικνύουν τη σύγχυση του ανθρώπου και την ασυμφωνία της συμπεριφοράς του με τον νεωτερικό κόσμο των ιδεών. Κι αυτό, διότι ο σημερινός πολιτισμός, ως εξέλιξη του νεωτερικού, με την προτεραιότητα που απέκτησε στην κοινωνική ζωή η οικονομία και το χρήμα, αντικατέστησε σχεδόν κάθε ηθική αξία με αυτήν της λειτουργικότητας.
Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, στρεφόμενος σχεδόν αποκλειστικά στην ικανοποίηση χρηστικών αναγκών, εξύψωσε τη λειτουργικότητα σε αξιακό μέγεθος της κοινωνικής δράσης, και κατ’ επέκταση της ζωής, αφού προηγουμένως διαμέλισε την ανθρώπινη ύπαρξη σε μέρη υπολογιστικά, μετρήσιμα και ελέγξιμα. Η ίδια η φύση της λειτουργικότητας συνιστά αφηρημένη νοητική οντότητα, ανήκει ως εκ τούτου στον κόσμο των ιδεών. Δεν απορρέει όμως από τη σφαίρα της ηθικής, αλλά ασκεί εποπτεία σε όλα τα είδη λειτουργιών ─μηχανικών, κοινωνικών, διανοητικών─, προκειμένου αυτές να οργανώνουν μέσα και διαδικασίες για την ταχύτερη επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Σύμμαχος στην επιδίωξη της λειτουργικότητας είναι η τεχνολογία και ο χρόνος που αυτή επιβάλλει.
Εν ολίγοις, κοινωνία και άτομο καλούνται να συμπεριλάβουν τις εμπειρίες του σ’ ένα όσο το δυνατόν πιο πεπιεσμένο χρονικό διάστημα, ειδάλλως αυτές θα αποκλειστούν, καθώς η συνείδηση δεν θα προλάβει να τις επεξεργαστεί. Ουσιαστικά, το κυνήγι της λειτουργικότητας, εντεινόμενο μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας, όχι μόνο δεν καλλιεργεί στο ψυχικό έδαφος αξίες αναγκαίες για μια δημιουργική ζωή, αλλά απογυμνώνει από τα συστατικά του στοιχεία το ίδιο το ψυχικό υπέδαφος καθώς επιδρά επί της χρονικότητας της συνειδησιακής ροής, καθιστώντας έτσι αχρείαστη τη φαντασία και τη διαισθητική ενατένιση κάθε υπερβατικής έκστασης που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Στο σύμπαν της λειτουργικότητας ο χρόνος είναι ο μόνος κυρίαρχος, όχι ο καιρός. Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο χρόνου. Οι μονάδες του χρόνου τρέχουν στα πληροφοριακά ρολόγια του σήμερα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα διαφοροποιήσεως αξιών και στοχαστικών διερωτήσεων. Η ατομική συνείδηση αγχωμένη, ζεμένη στο άρμα της λειτουργίας, καθώς δεν προλαβαίνει να συλλάβει το κοινωνικό γίγνεσθαι και να το αναστοχαστεί, αδιαφορεί, περιοριζόμενη στον δικό της ιδιωτικό μικρόκοσμο.
Στο σημερινό πολύμορφο και αχανές κοινωνικό πεδίο, το μη οριζόμενο πλέον από τον χρόνο της κοινοτικής μνήμης ούτε από τον χώρο της γενέθλιας γης, κινούνται ως παθητικά ενεργούμενα τα άτομα του σύγχρονου βίου. Τα τελευταία, τρέφοντας φιλοδοξίες ασήμαντες εμπρός στα ιστορικά συμβάντα της ανθρωπότητας, αδιάφορα ως προς τη συλλογική μοίρα και εθελοτυφλούντα ως προς την δική τους τύχη, μοιάζουν σαν να παραδίνονται εκούσια στην ισοπέδωση κάθε νοήματος ενισχυτικού του ανθρώπινου πνευματικού βίου. Η πρόοδος ως κίνηση της ανθρωπότητας προς έναν μετασχηματισμό των κοινωνιών για το καλύτερο, δεν σημαίνει πλέον τίποτε, μιας και ο χρόνος είναι αυτός του παρόντος ή το πολύ να επιμηκύνεται έως εκεί που φθάνουν οι βραχύβιες ατομικές προσδοκίες.
Ειδικά η πολυκερματισμένη Αριστερά, αφ’ ης στιγμής αποδυναμώθηκε από τη λογική της ατέρμονης υλικής ανάπτυξης αλλά και από τα οράματα ενός τεχνολογικού οπτιμισμού, απώλεσε κάθε ουσιαστικό πρόταγμα που έφερε η έννοια της προόδου. Η πρόοδος μετατράπηκε σε σύνθημα δικαιωματιστών, υπέρμαχων ενός «επιθετικού μισανδρικού νεο-φεμινισμού ή ενός λεσβιο-κοινοτισμού».[4] Ταυτόχρονα, άτομα νεαρής κυρίως ηλικίας, στρέφουν τα νώτα σε κάθε κοινωνικά επεξεργασμένο νόημα, ασπαζόμενα τη βία ως μέσον πληρώσεως του ψυχικού τους κενού.
Ο σύγχρονος Λεβιάθαν δεν είναι το θεϊκό φιδίσιο τέρας της Παλαιάς Διαθήκης με το οποίο τρόμαζε ο Ιεχωβάς τους ασεβείς, ούτε το τεχνολογικό δημιούργημα που ο ίδιος ο άνθρωπος κατασκεύασε στην προσπάθειά του να ελέγξει τη φύση και τον άλλον άνθρωπο. Είναι το νόημα της λειτουργικότητας που έχει ενσωματωθεί στο τεχνολογικό δημιούργημα. Απορροφώντας η λειτουργικότητα τον υπολογιστικό χρόνο, γίνεται ο σύγχρονος Λεβιάθαν, που δεν τρώει το θνητό ατομικό σώμα εκάστου, ίσα, ίσα που το φροντίζει και το εξυψώνει σε κοσμοείδωλο. Όμως, απογυμνώνοντας αυτό το προκλητικά ωραίο σώμα από κάθε πνευματικότητα, το αποκόπτει από κάθε νόημα που το ανθρώπινο είδος μέσα από τρομακτικές προσπάθειες παρήγαγε. Η ουτοπική τελειότητα που ονειρεύτηκαν οι οπαδοί της τεχνολογικής προόδου του 19ου αιώνα, πιστεύοντας πως ο φυσικά και κοινωνικά απελευθερωμένος χρόνος θα επέτρεπε τη δημιουργική ενασχόληση του ανθρώπου, έχει οριστικά μεταλλαχθεί, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη επιχειρεί να κατασκευάσει τον τεχνάνθρωπο.
Κατόπιν όλων αυτών, το ερώτημα που τίθεται, δεν είναι «ποια πολιτική για το αύριο;», αλλά αν ο σύγχρονος άνθρωπος, υπό την προοπτική των νέων τεχνολογικών συνθηκών, θα μπορέσει να φαντασιωθεί και να θεσμοθετήσει στο εξής ένα κοινωνικό πράττειν για το καλό της «Πόλεως», δηλαδή, για το κοινό καλό. Η απάντηση θα μπορούσε να είναι θετική εφόσον η κοινωνία αντικαταστήσει την έννοια της προόδου ─ως συνεχούς πορείας προς ένα άχρονο τέρμα─, όχι με το εφήμερο, αλλά με την κατάφασή της σ’ ένα μέλλον ταυτισμένο με τη δημιουργική συμμετοχή του ανθρώπου στο άπειρο της ζωής.
[1] Βλ. Κονδύλης, Π. Συντηρητισμός: ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015.
[2] Friedrich Romig, «The Essence of Conservatism», στο Dušan Dostanić & Aleksandar Novaković (επιμ.), Conservatism and Capitalism, Belgrade: Institute for Political Studies, 2022, σ. 25-29.
[3] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του βραβευμένου από τη γαλλική ακαδημία διανοούμενου Αλαίν ντε Μπενουά, με πρωτοβουλία του οποίου ιδρύθηκε το 1968 ο όμιλος GRECE (Όμιλος για την έρευνα και μελέτη του ευρωπαϊκού πολιτισμού). Ο Αλαίν ντε Μπενουά ανήκει σε όσους προσπάθησαν να κατακτήσει η Δεξιά την εξουσία μέσω της κουλτούρας (εξ ου και οι κριτές του μίλησαν για έναν δεξιό γκραμσισμό).
[4] Pierre-André Taguieff, «Για την πρόοδο, τον προοδευτισμό και την Aριστερά», μτφρ. Α. Πανταζόπουλος, The Books’ Journal, 4.12.2020.
