Τρία ζητήματα προέκυψαν όταν πέθανε ο παππούς. Το πρώτο ήταν ποιος θα πήγαινε καθημερινά να ανάβει την καντήλα στον τάφο. Το δεύτερο, πώς θα πλήρωναν για να αγοράσουν το μνήμα. Και το τρίτο, τι δέντρο θα φύτευαν στον τάφο του παππού.
Τα δύο πρώτα λύθηκαν σχετικά εύκολα. Και σύντομα. Υπήρχε μια κυρία Τασσούλα που δούλευε στο κοιμητήριο και δουλειά της ήταν να ανάβει καντήλια και να ποτίζει τους τάφους. Για το δεύτερο μερίμνησε ο δήμος. Έκαναν ειδική τιμή στους πρόσφυγες. Πρόσφεραν τάφους στη νότια άκρη του κοιμητηρίου στις άκριες, που έκανε πιο φτηνά και δέχονταν επίσης να γίνει η πληρωμή με δόσεις. Ήταν για το τρίτο που είχανε πρόβλημα.
Την είχαν μόνο στο χωριό τους αυτή την παράδοση να φυτεύουν ψυχόδεντρα, δεν υπήρχε σε άλλους, οι γείτονες στον συνοικισμό που τους το έλεγαν δεν την είχαν ξανακούσει. Τι πάει να πει να φυτεύεις δέντρο στον τάφο, τι πάει να πει να βάζεις δίπλα από το μνήμα ένα φυτό, τι σήμαινε αυτό, ποιον εξυπηρετούσε, δεν καταλάβαιναν. Η γιαγιά έλεγε πως για κάποια πράγματα δεν ήταν ανάγκη να καταλάβεις. Υπήρχε απλώς αυτό. Όταν πέθανε ο άνθρωπος είχε ανάγκη παρηγοριάς. Από τα αρχαία χρόνια στο χωριό τους, που είχαν τόσα δέντρα, αμυγδαλιές και ελιές και ακακίες, φύτευαν στο μνήμα ένα δέντρο να θυμάται ο άνθρωπος πώς έζησε. Να έχει δίπλα του το φυτό να τον νοιάζεται. Να έχει κάτι να του θυμίζει την παλιά τη ζωή του. Κάτι τέτοιο. Υπήρχε απλώς αυτό. Και πώς διάλεγαν το δέντρο; Πώς διάλεγαν ποιο δέντρο θα φυτεύανε μαζί του; Άφηνε συνήθως παραγγελιά ο πεθαμένος. Πριν δηλαδή πεθάνει. Έλεγε στα ζώντα του τι δέντρο του άρεσε, τι φρόντιζε όταν ζούσε, και άφηνε στους δικούς την ευχή του με το δέντρο που επέλεγε να τον συντροφεύει. Κάτι τέτοιο. Έτσι διάλεγαν το δέντρο. Έτσι φύτευαν το δέντρο στον τάφο.
Ο παππούς δεν άφησε παραγγελιά για το δέντρο. Δεν είπε τι δέντρο ήθελε να του φυτέψουν στον τάφο. Δεν ξέρουμε γιατί, ίσως επειδή δεν πίστευε ποτέ πως θα πεθάνει. Στο χωριό του ήτανε μεγαλοκτηματίας, είχε στρέμματα ολόκληρα με αμυγδαλιές που έβγαζαν το ωραιότερο, το πιο καλό αθάσι. Με τσόφλι αφρούγιο, μαλακό, που έσπαζε εύκολα. Δεν πονούσε τα δόντια. Με αυτό έφτιαχνε και η γιαγιά το φρέσκο το γλυκό, το αθασάκι. Πώς κάνανε οι άλλοι το καρυδάκι, που το μαζεύανε και το ζαχαρώνανε χλωρό; Αυτοί στο χωριό κάνατε το αθασάκι, γλυκό χλωρό αμύγδαλο. Πολύ φίνο γλυκό. Άρεσε πολύ και στον παππού. Αλλά δεν ήταν σίγουροι αν θα ήθελε ο παππούς να του φυτέψουνε αμυγδαλιά στον τάφο. Με τα άσπρα τα ανθάκια και τα σχετικά. Ήταν λίγο αυστηρός ο παππούς για τέτοια. Ήταν κάπως άγριος η αλήθεια, συχνά θύμωνε και θύμωνε πολύ, του έβγαινε άγριος ο θυμός και γύριζε και το χέρι του, ακόμα και στην γιαγιά. Δεν του πήγαινε η αμυγδαλιά, δεν του άξιζε κιόλας. Άλλη επιλογή θα μπορούσε να ήταν η ελιά. Και ελιές είχε πολλές στο χωριό. Κάθε φθινόπωρο μίσθωνε εργάτες από τη γύρω περιοχή να μαζέψουν τις ελιές, έβαζαν κάτω από τα δέντρα ρούχινα σακούλια και χτύπαγαν να πέσει ο καρπός στις λινάτσες, πολλές ελιές είχε ο παππούς στο χωριό, στρέμματα ολόκληρα και έφτιαχνε ωραίο, κίτρινο, πυκνό λάδι. Έφτιαχνε και μια ελιόπιτα η γιαγιά, ελιόψωμο, στον φούρνο, σαν ψωμί, τα Σάββατα που φούρνιζε το ψωμί της βδομάδας και το ψητό. Αλλά ελιά, στον τάφο; Αν έκανε καρπό πώς θα τον μάζευαν δηλαδή; Κι επίσης, δεν ήταν πια στο χωριό. Τι θα έκαναν αν έπεφτε κάτω ο καρπός και λέρωνε γύρω τους άλλους τάφους; Έπρεπε να τα σκεφτούμε κι αυτά.
Αυτά τους είπαν και από τον δήμο όταν ρωτήσανε, ότι δηλαδή σέβονται μεν τις παραδόσεις και τα ήθη και τα έθιμα και τα λοιπά που είχαν όλα τα χωριά που φιλοξενούσαν μετά την εισβολή και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διευκολύνουν τους πρόσφυγες, ακόμα και τόσα χρόνια μετά τον πόλεμο, τόσα που είχαν περάσει στην περιοχή, δημότες λογίζονταν πια οι πρόσφυγες, έκαναν παιδιά και εγγόνια τόσα χρόνια στην προσφυγιά, έτερον εκάτερον όμως, δέντρα αλλοπρόσαλλα στο κοιμητήριο δεν μπορούσαν να δεχτούν, όλα κι όλα πια. Δηλαδή ναι, τα σέβονταν τα έθιμα που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες αλλά πέρασαν πόσα, πενήντα σχεδόν χρόνια πια, δεν μπορούσαν να παραβλέψουν την αντίδραση των άλλων, εκείνων κιόλας που κατάγονταν από την περιοχή και επιπλέον υπήρχε πάντα η επιλογή να βάλουν στον τάφο κάτι πιο παραδοσιακό, που να αρμόζει κιόλας σε νεκροταφείο. Ίσως ένα κυπαρίσσι;
Τη νύχτα που τους έκαναν λόγο από το δημαρχείο για το κυπαρίσσι, ήρθε στον ύπνο ο παππούς της γιαγιάς. Τη σκούντησε να ξυπνήσει, την έβαλε να του ψήσει χαράματα καφέ, έκατσε βαρύς δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας και της είπε πως κυπαρίσσι στον τάφο δεν δεχόταν να του βάλουνε ποτέ. Τι σχέση είχε ο ίδιος με κυπαρίσσια, τι ήταν αυτό το δέντρο, τέτοια πράματα δεν είχαν στο χωριό ποτέ. Κανένα σέβας, τι έλεγε, πού το σκεφτήκατε, να βάλετε τέτοιο δεντρί στον τάφο μου, πού ακούστηκε, τι σχέση έχω με αυτά εγώ; Και πως είναι δέντρο άχρηστο, που δεν βγάζει καρπό, που δεν είναι χρήσιμο. Αυτά της έλεγε και φώναζε, ήταν και λίγο αυστηρός ο παππούς, ήταν και κάπως άγριος η αλήθεια, συχνά θύμωνε, του έβγαινε άγριος ο θυμός και πεθαμένος ξεπεθαμένος η γιαγιά τον φοβήθηκε, ώρα ήταν τώρα να έρχεται συνέχεια στον ύπνο της και να φωνάζει. Αλλά λύση να βρούνε δεν μπορούσανε, όσο κι αν έδερνε το κεφάλι της η γιαγιά, όσο κι αν πήγαινε στο μνήμα του παππού να τον καλοπιάσει. Και τι καλό που ήτανε το κυπαρίσσι του έλεγε, και πόσο ταίριαζε με τον χώρο γύρω. Τίποτα ο παππούς. Παρέμεινε θυμωμένος. Το καταλάβαινε που έσβηνε συνέχεια η καντήλα του, που στέρευε γρήγορα το λάδι λες και το κατάπινε. Αφού το παρατήρησε και η Τασσούλα και τους ρώτησε. Γιατί σβήνει έτσι γρήγορα η καντήλα; Το και το, της είπε η γιαγιά. Έχουμε πρόβλημα με το δέντρο. Αμυγδαλιά δεν του αξίζει και ελιά δεν γίνεται και κυπαρίσσι δεν θέλει. Το έθιμο το αρχαίο, όμως, πρέπει να το τιμήσουμε. Από τα αρχαία χρόνια στο χωριό τους, που είχαν τόσα δέντρα, αμυγδαλιές και ελιές και ακακίες, φύτευαν στο μνήμα ένα δέντρο να θυμάται ο άνθρωπος πώς έζησε. Να έχει δίπλα του το φυτό να τον νοιάζεται. Να έχει κάτι να του θυμίζει την παλιά τη ζωή του. Κάτι τέτοιο. Υπήρχε απλώς αυτό. Έτσι φύτευαν το δέντρο στον τάφο. Τι να κάνουμε;
Να βάλουμε τριαντάφυλλα, της είπε η Τασσούλα, να βάλουμε μια τριανταφυλλιά της Δαμασκού. Τις ήξερε αυτές τις τριανταφυλλιές η Τασσούλα, είχανε πολλές στο χωριό της, τα λουλούδια της, κάτι μικρά πικρούτσικα μοσχοβολούσαν, μπορούσες ακόμα και να τα φας και να τα πιεις και ο κορμός της γινόταν χοντρούτσικος, πάχαινε, φαινόταν σαν δέντρο, αλλά δεν ήτανε, μάλλον σαν θάμνο θα τον χαρακτήριζε, σαν δεντράκι μικρό και ήταν και ξένο φυτό, το είχαν φέρει κάποιοι από μακριά, κάτι σαν πρόσφυγας και η τριανταφυλλιά, την ρώτησε με ελπίδα την Τασσούλα η γιαγιά. Ίσως. Σημασία είχε πως ήταν σαν δέντρο, με κορμό χοντρούτσικο, ήταν όμως και λουλούδι, θα τους άφηναν από το δημαρχείο να το φυτέψουνε, έκανε λουλούδια πικρούτσικα που μοσχοβολούσανε και ήταν μικρά, αλλά είχε και αγκάθια, σε τρύπαγε, ήτανε φυτό άγριο, σχεδόν ανεξέλεγκτο, θα του άρεσε αυτό του παππού. Έτσι και έκαναν, έφεραν την τριανταφυλλιά την πικρούτσικη, την άγρια, με τα αγκάθια της, που μεγάλωνε και θύμωνε και κύκλωσε τον τάφο του παππού και τον συντρόφευε, είχε και ο άνθρωπος δίπλα του ένα δέντρο να θυμάται πώς έζησε, τον αγκάλιασε, πήγανε οι ρίζες στον τάφο, ακούμπησαν το σώμα του, παρηγορήθηκε, άφηνε και τη γιαγιά να κοιμάται ήσυχη τα βράδια. Ήτανε μια παρηγοριά το φυτό στον τάφο του παππού, μια ηρεμία, μια σιωπή, κάτι τέτοιο. Υπήρχε απλώς αυτό. Έτσι έκαναν από τα αρχαία τα χρόνια, έτσι γίνεται και σήμερα, έτσι είναι το πρέπον. Έτσι διάλεξαν το δέντρο. Έτσι φύτευσαν το δέντρο στον τάφο. Υπήρχε απλώς, αυτό.

