Karen Van Dyck, Αλλωνών / Lifted, μτφ. Ελένη Μπούρου, Άγρα, Αθήνα 2022.
Ένα από τα πιο γοητευτικά και ιδιαίτερα βιβλία που διάβασα μες στο 2022 είναι σίγουρα το Αλλωνών της Κάρεν Βαν Ντάυκ, όσο όμως περνάει ο καιρός, σαν να μου φαίνεται πως μας έχει μπερδέψει λιγάκι το βιβλίο αυτό. Στη ΒιβλιοΝet είναι καταχωρημένο στην κατηγορία «Αμερικανικό δοκίμιο», ενώ πρόκειται για ένα βιβλίο με ποιήματα· και όταν άκουσα τον Κώστα Καναβούρη να μιλάει γι’ αυτό στην εκπομπή του «Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα»[1], μου φάνηκε σαν να μιλάει για κάτι άλλο, όχι για το βιβλίο που είχα διαβάσει και κατευχαριστηθεί. Ο Καναβούρης έκανε λόγο για τη «θεϊκή αμεσότητα» της αμερικανικής ποίησης, ανέφερε πολλές φορές το όνομα της Βαν Ντάυκ και αρκετές εκείνο της μεταφράστριάς της στα ελληνικά, Ελένης Μπούρου, ούτε μια φορά όμως δεν ανέφερε κάποιο άλλο όνομα –πράγμα που μου έκανε εντύπωση και με κάνει να σκέφτομαι μέχρι σήμερα πως, αν άκουγα την εκπομπή χωρίς να γνωρίζω το βιβλίο, θα αποκτούσα μια εντελώς άλλη εικόνα γι’ αυτό. Θα προσπαθήσω παρακάτω να δείξω το γιατί, μην υποτιμώντας πάντως καθόλου το πόσο σημαντικό είναι να διαβάζει η καθεμιά (ο καθένας και το καθένα) τα βιβλία με τον τρόπο και για τους λόγους της (του).

Όσο σύνθετο κι αν είναι αυτό που κάνει η Βαν Ντάυκ στο Αλλωνών, φροντίζει να μας προετοιμάσει, να μας το εξηγήσει, να μας βάλει εξαρχής στο νόημα. Το βιβλίο έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Αλλωνών (Lifted στ’ αγγλικά, με την έννοια του κλεμμένου, του ξεσηκωμένου) και ανοίγει με το εξής σημείωμα: «Αυτή είναι μια ιστορία για μένα γραμμένη από άλλες και άλλους. Μια ιστορία γραμμένη από κομμάτια ξεσηκωμένα [έμφαση δική μου] από πρόζες αλλωνών τα οποία έγιναν ποιήματα. Οι στίχοι, οι στροφές και η σειρά των ποιημάτων συνδέουνε το κατά τα άλλα ασύνδετο υλικό. Τα αποσπάσματα, τα οποία φέρουν μια άλφα βαρύτητα εντός των πρωτότυπων έργων, γεννούν νέες δυνατότητες συνειρμών και συνδέσεων εντός αυτού του νέου πλαισίου». Τι κάνει δηλαδή εδώ η Βαν Ντάυκ; Παίρνει τα έτοιμα, ξένα λόγια, τα αποσπά απ’ το πλαίσιό τους και, χωρίς να πειράξει τα ίδια τα λόγια, τους προσφέρει νέο πλαίσιο, τα κάνει ποιήματα, τα βάζει στη σειρά και να πουν μια ιστορία. Τα λόγια δεν είναι δικά της. Τα ποιήματα είναι δικά της, γραμμένα όμως με λόγια αλλωνών. Η ιστορία είναι δική της και λέγεται μέσα από ποιήματα που είναι γραμμένα με λόγια αλλωνών. Για μένα το σημείωμα έφτασε και περίσσεψε –το βιβλίο με είχε ήδη κερδίσει.
Η Βαν Ντάυκ δεν περιορίστηκε σ’ αυτό ωστόσο, αποκάλυψε και τη μεθοδολογία της, παραθέτοντας, αμέσως μετά, τους «Κανόνες» που η ίδια θέσπισε και ακολούθησε. Οι κανόνες είναι δέκα, δίνονται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, μοιάζουν με ποίημα κι αυτοί και είναι οι εξής:
| 1. Πάρτε ένα κομμάτι πρόζας που θέλει να γίνει ποίημα. 2. Αντιγράψτε το. 3. Σημειώστε το όνομα της ή του συγγραφέα, 4. τον τίτλο του βιβλίου όπου βρήκατε το απόσπασμα, 5. και τη μεταφράστρια ή τον μεταφραστή, αν το πρωτότυπο είναι γραμμένο σε άλλη γλώσσα. 6. Ξαναδουλέψτε το ως ποίημα: 7. χωρίστε το σε στίχους 8. δημιουργήστε στροφές, 9. αλλάξτε τη στίξη. 10. Δεν μπορείτε να αφαιρέσετε ή να προσθέσετε λέξεις, πέραν του τίτλου. |
Οι κανόνες της Βαν Ντάυκ μπορεί να θυμίσουν εκείνα τα «πάρτε μια εφημερίδα» και «πάρτε ένα ψαλίδι» του Τριστάν Τζαρά, εκείνα τα «αφαιρέστε το μυαλό σας, τα ταλέντα σας» του Αντρέ Μπρετόν, κάτι άλλο συμβαίνει εδώ όμως, που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Και δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα προσωπικά με εξιτάρει τρομερά η πρόζα που έχει συνείδηση και «θέλει να γίνει ποίημα».
Τα 33 ποιήματα του Αλλωνών δεν θα υπήρχαν αν δεν είχαν προϋπάρξει 33 κείμενα γραμμένα από άλλες και άλλους, από τα οποία άντλησε το υλικό της η Βαν Ντάυκ· το λέω ξανά, με άλλα λόγια: Δεν εμπνεύστηκε από τα κείμενα, δεν βασίστηκε απλώς σε αυτά, δανείστηκε τις λέξεις τους, αυτούσιες, και έφτιαξε ποιήματα με αυτές. Για τελευταία φορά: Η Βαν Ντάυκ δεν κάνει αυτό που έκανα μόλις εγώ, δεν ξαναλέει κάτι με άλλα λόγια –τα λόγια μένουν ίδια. Ούτε γράφει ποιήματα, όπως λέμε, με τον τρόπο τής (τού) –ο τρόπος αλλάζει. Συμβάλλει έτσι ιδιότυπα σε ερωτήματα όπως «τι διαφορές έχει ο πεζός λόγος από τον ποιητικό;» αλλά και «πώς γράφονται τα ποιήματα;»[2].
Η έκδοση είναι δίγλωσση (αγγλικά-ελληνικά). Τα περισσότερα ποιήματα που τη συναπαρτίζουν είναι ολιγόστιχα και οι περισσότερες πηγές είναι γραμμένες στ’ αγγλικά. Όταν δεν είναι, η Βαν Ντάυκ χρησιμοποιεί αγγλικές μεταφράσεις τους, δηλώνοντας πάντα τη μεταφράστρια ή τον μεταφραστή, όπως επιβάλλουν οι κανόνες. Τα αγγλικά ποιήματα δίνονται στ’ αριστερά. Με μικρότερους χαρακτήρες κάτω από το καθένα αναφέρεται η αντίστοιχη πηγή –το όνομα της ή του συγγραφέα δηλαδή (και της μεταφράστριας ή του μεταφραστή, όπου υπάρχει) και ο τίτλος του βιβλίου (όχι όμως κάτι πιο συγκεκριμένο, όπως, ας πούμε, ο αριθμός της σελίδας). Αντικριστά, στα δεξιά, στέκονται τα ελληνικά μεταφράσματα που τα οφείλουμε στην Ελένη Μπούρου.
Η συλλογή ανοίγει με το «Υπεραισιόδοξο», οι λέξεις του οποίου προέρχονται από το, αμετάφραστο μέχρι σήμερα στα ελληνικά, Aloft του Τσανγκ-ρέι Λι (Chang-rae Lee). Αμέσως μετά συντελείται ένα «Πισωγύρισμα»· έτσι τιτλοφορείται το δεύτερο στη σειρά ποίημα, το οποίο και παραθέτω δεξιά στον πίνακα που ακολουθεί, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τη Μπούρου. Αριστερά δίνεται η προϋπάρχουσα μετάφραση της Άννας Παπασταύρου, όπως θα εξηγήσω αμέσως παρακάτω:
| Οπότε τώρα, έχοντας πια γεννηθεί, ετοιμάζομαι να ξανατυλίξω την ταινία, κι έτσι η ροζ κουβέρτα μου πετάει από πάνω μου, η κούνια μου κυλάει στο πάτωμα ίσαμε την άλλη άκρη, ενώ ο λώρος μου επανασυνδέεται κι εγώ κλαίω γοερά, καθώς ξαναρουφιέμαι πίσω, ανάμεσα στα σκέλια της μάνας μου. Εκείνη ξαναχοντραίνει πολύ, στ’ αλήθεια. Και φτάνω λίγο πιο πίσω ακόμα, στη στιγμή που ένα κουτάλι σταματάει να αιωρείται κι ένα θερμόμετρο επιστρέφει στη βελούδινη θήκη του. Ο Σπούτνικ κυνηγάει την ουρά της ρουκέτας του στο σημείο εκτόξευσης και η πολιομυελίτιδα ρημάζει τη χώρα. Μεσολαβεί ένα γρήγορο ενσταντανέ του πατέρα μου, εικοσάχρονου κλαρινετίστα, που παίζει ένα κομμάτι του Άρτι Σώου στο τηλέφωνο, κι ύστερα βρίσκεται στην εκκλησία, σε ηλικία οχτώ χρονών, να σκανδαλίζεται από την τιμή των κεριών· στη συνέχεια ο παππούς μου ξεδιπλώνει το πρώτο του δολάριο πάνω σ’ ένα ταμείο το 1931. Κι έπειτα βρισκόμαστε τελείως έξω από την Αμερική· βρισκόμαστε στη μέση του ωκεανού –ο δίσκος ακούγεται παράξενα από την ανάποδη. Ένα ατμόπλοιο σκάει μύτη και πάνω στη γέφυρα μια σωστική λέμβος σκαμπανεβάζει παράξενα: να όμως που το καράβι αράζει, πρώτα η πρύμνη, κι εμείς βρισκόμαστε ξανά στην ξηρά, όπου η ταινία ξετυλίγεται, και πάλι απ’ την αρχή… | Τώρα λοιπόν έχοντας πια γεννηθεί γυρίζω πίσω την ταινία και η ροζ κουβέρτα μου πετάει μακριά η κούνια μου τσουλάει στο πάτωμα ενώ ο ομφάλιος λώρος επανασυνδέεται κι εγώ μπήγω τα κλάματα καθώς ρουφιέμαι πίσω ανάμεσα στα σκέλια της μάνας μου. Εκείνη παίρνει βάρος ξανά. Γυρίζω λίγο ακόμα πίσω ένα κουτάλι σταματά να ταλαντεύεται κι ένα θερμόμετρο επιστρέφει στη βελούδινη θήκη του. Ο Σπούτνικ κυνηγάει την ουρά του πίσω στο σημείο εκτόξευσης και η πολιομυελίτιδα σαρώνει τη χώρα. Μεσολαβεί ένα γρήγορο καρέ με τον πατέρα μου εικοσάχρονο κλαρινετίστα να παίζει ένα κομμάτι του Άρτι Σω στο τηλέφωνο κι ύστερα να τος μέσα στην εκκλησία, οχτώ χρονών, να σκανδαλίζεται από την τιμή των κεριών και μετά ο παππούς μου να ξεκολλά το πρώτο του δολάριο από το ταμείο ενός ντάινερ το 1931. Κι έπειτα βρισκόμαστε εκτός Αμερικής εντελώς. Είμαστε στη μέση του ωκεανού, ο δίσκος ηχεί παράξενα: παίζει ανάποδα. Εμφανίζεται ένα ατμόπλοιο και στο κατάστρωμα μια σωσίβια λέμβος κουνιέται περίεργα να όμως που το καράβι δένει με την πρύμνη κι εμείς βρισκόμαστε ξανά στην ξηρά όπου η ταινία ξετυλίγεται πάλι από την αρχή. |
Κάποιες από τις πηγές της Βαν Ντάυκ έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (πολύ) πριν από την κυκλοφορία του Αλλωνών (ενίοτε μάλιστα όχι μόνο μία φορά, όπως το Τhe Lighthouse της Βιρτζίνια Γουλφ[3]). Μεταφρασμένο στα ελληνικά κυκλοφορεί και το Middlesex του Τζέφρι Ευγενίδη, που δίνει ζωή στο παραπάνω ποίημα, η Μπούρου όμως το μεταφράζει εκ νέου για τις ανάγκες του Αλλωνών. Στην αριστερή στήλη του προηγηθέντος πίνακα, δίπλα ακριβώς από τη μετάφραση του ποιήματος από τη Μπούρου, δίνω το απόσπασμα που χρησιμοποιεί η Βαν Ντάυκ, μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Άννα Παπασταύρου (Πατάκης 22014, 36). «Γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε η υπάρχουσα μετάφραση, παρά έγινε μια νέα;», θα αναρωτιόταν ενδεχομένως κάποια. Θεωρώ πως πρόκειται για συνειδητή επιλογή που δεν έχει να κάνει με την ποιότητα του εκάστοτε μεταφράσματος, αλλά με την πίστη πως αλλιώς μεταφράζεται η πρόζα κι αλλιώς η ποίηση. Και μπορεί η Βαν Ντάυκ να αντλεί το υλικό της από πεζά κείμενα, γράφει όμως ποιήματα με αυτό, άρα η Μπούρου ποιήματα μεταφράζει[4].
Εν προκειμένω (βλ. παραπάνω πίνακα), η Βαν Ντάυκ παίρνει μια παράγραφο του βιβλίου του Ευγενίδη και φτιάχνει ένα ποίημα τεσσάρων στροφών, στο οποίο δίνει τον μονολεκτικό τίτλο «Πισωγύρισμα» («Rewind»). Θυμίζω πως το Middlesex είναι ένα εκτενέστατο μυθιστόρημα, διαιρεμένο σε τέσσερα βιβλία, καθένα από τα οποία σπάει σε επιμέρους ενότητες. Το απόσπασμα που επιλέγει η Βαν Ντάυκ είναι από τη δεύτερη ενότητα του πρώτου βιβλίου, που έχει τίτλο «Τα προξενιά», έχει προηγηθεί μόνο «Το ασημένιο κουτάλι», είμαστε δηλαδή ακόμα στην αρχή. Βέβαια ο Σπούτνικ και η πολιομυελίτιδα του αποσπάσματος έχουν αναφερθεί και νωρίτερα στο βιβλίο (22), αλλά όλες αυτές οι πληροφορίες μάς είναι εντελώς άχρηστες για την ανάγνωση του ποιήματος. Εδώ καλούμαστε να ξεχάσουμε όσα μπορεί να ξέρουμε για το Middlesex και να απολαύσουμε το ποίημα (που τυγχάνει να έχει ζωή χάρη στο συγκεκριμένο βιβλίο). Πίσω από το πρώτο ενικό του ποιήματος δεν κρύβεται ο Καλ, ο αφηγητής του Middlesex, αλλά ένα κάποιο ποιητικό υποκείμενο, που δεν ταυτίζεται φυσικά (ούτε με τον Ευγενίδη ούτε) με τη Βαν Ντάυκ[5].
Τι βλέπουμε λοιπόν κοιτώντας τις δύο στήλες; Δυο φορές το ίδιο πράγμα, γραμμένο απλώς (;) αλλιώς ή δυο διαφορετικά πράγματα; Ένα πεζό και ένα ποιητικό κείμενο (είναι πιθανό να) διαβάζονται με τον ίδιο τρόπο; Η στίξη, ας πούμε, είναι μάλλον αναμενόμενο ν’ αλλάξει, καθώς μεταφερόμαστε απ’ το πεζό στο ποιητικό. Στην αγγλική παράγραφο υπάρχουν πάνω από δέκα κόμματα, πάνω από πέντε τελείες, μερικές άνω τελείες, και το απόσπασμα καταλήγει σε αποσιωπητικά. Στο ποίημα τα σημεία στίξης είναι εμφανώς λιγότερα. Κάθε αλλαγή στίχου συνεπάγεται παύση, όταν αλλάζει η στροφή η παύση είναι μεγαλύτερη. Τελικά άλλος είναι τόσο ο ρυθμός όσο και ο χρόνος ανάγνωσης. Στις συγκεκριμένες στήλες βέβαια διαφορές δεν παρατηρούνται μόνο στην όψη και τη στίξη, αλλά και στην επιλογή των λέξεων, πράγμα απολύτως αναμενόμενο, εφόσον πρόκειται για δυο διαφορετικές μεταφραστικές δουλειές. Μεταφράζει, για παράδειγμα, η Παπασταύρου «ετοιμάζομαι να ξανατυλίξω την ταινία» («I’m going to rewind the film») και, πιο σύντομα, η Μπούρου, «γυρίζω πίσω την ταινία»· «κλαίω γοερά» («I cry out») η μία, «μπήγω τα κλάματα» η άλλη –πρόζα η μία, στίχους η άλλη.
Ο ρόλος της μετάφρασης είναι σημαντικός και ενδιαφέρων σε ολόκληρο το βιβλίο, το πράγμα περιπλέκεται όμως έξτρα στην παρακάτω περίπτωση:
| Δώρο | |
| […] δεν άλλαζε έκφραση με ό,τι και να ’λεγε ή ν’ άκουε, όμως τα χέρια του δεν τα κυριαρχούσε. Ελεύθερα, αυθόρμητα, φάνταζαν άλλοτε χαρούμενα, άλλοτε λυπημένα, πολλές φορές αδιάφορα ή ειρωνικά· τον τόνο της ειρωνείας τον έδινε ένα δάχτυλο που έμενε στον αέρα ενώ έκλεινε όλο το άλλο χέρι κι όταν ήταν κάτι για να λυπάσαι, πέφταν και τα δυο μαζί απάνω στο τραπέζι, το ’να απάνω στ’ άλλο, σαν χτυπημένα πουλιά που διπλώσαν τα φτερά τους. | Ποτέ δεν άλλαζε έκφραση Ό,τι και να άκουγε, ό,τι και να έλεγε Τον πρόδιδαν ωστόσο τα χέρια του Ελεύθερα κι αυθόρμητα Άλλοτε χαρούμενα Άλλοτε λυπημένα, συχνά αδιάφορα ή ειρωνικά Όταν ειρωνεύονταν, ένα δάχτυλο έμενε μετέωρο Και το υπόλοιπο χέρι μαζευόταν Όταν θλίβονταν, ακουμπούσαν στο τραπέζι Το ’να πάνω στ’ άλλο, σαν πληγωμένα πουλιά που ’χουν διπλώσει τα φτερά |
Το ποίημα (δεξιά στον πίνακα) οφείλει την ύπαρξή του στο γνωστότερο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Έχω διαβάσει τα Ψάθινα καπέλα, αλλά δεν θυμόμουν/αναγνώρισα το απόσπασμα. Κάθισα και το έψαξα σε ολόκληρο το βιβλίο, ανεπιτυχώς στην αρχή. Στο τρίτο φυλλομέτρημα (ώρες μετά, δεν είναι και κανένα σύντομο μυθιστόρημα), το βρήκα –ή περίπου: βρήκα αυτό που βλέπετε στην αριστερή στήλη, για την ακρίβεια (172)[6]. Η Βαν Ντάυκ γνωρίζει καλά τα Ψάθινα καπέλα, τα έχει μεταφράσει η ίδια στα αγγλικά, απ’ το μετάφρασμά της προέρχονται οι λέξεις του (αγγλικού, εννοείται) ποιήματος, όπως φαίνεται και από τη δήλωση της πηγής του: «Margarita Liberaki, Three Summers, tr. Karen Van Dyck». Οι ελληνικές λέξεις όμως δεν είναι, όπως φαίνεται και στον παραπάνω πίνακα, οι λέξεις της Λυμπεράκη, αλλά μετάφραση από την Ελένη Μπούρου της αγγλικής μετάφρασης της Βαν Ντάυκ[7]. Αν τώρα φαντάζεστε τον Ουμπέρτο Έκο να τρίβει τα χέρια του πίσω από ένα συννεφάκι, φανταζόμαστε το ίδιο.
Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο στήλες είναι πάμπολλες και έκδηλες (από το «σαν χτυπημένα πουλιά που διπλώσαν τα φτερά τους» στο «σαν πληγωμένα πουλιά/ που ’χουν διπλώσει τα φτερά» δυο μεταφραστικά στάδια δρόμος), θα εστιάσω όμως τώρα στο ποίημα. Το ποίημα μιλάει για κάποια χέρια· κάποια ιδιαιτέρως εκφραστικά χέρια που δεν έχει καμία σημασία σε ποιον ανήκουν κι ίσως τελικά να μην ανήκουν σε κανέναν (στα Ψάθινα καπέλα ανήκουν στον Δαβίδ). Το διαβάζουμε και φανταζόμαστε αυτά (;) τα χέρια ή βάζουμε τα δικά μας χέρια να κάνουν ό,τι και εκείνα του ποιήματος, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία. Στο ποίημα δεν υπάρχει ούτε μία τελεία, ούτε καν στο κλείσιμο, θαρρείς και πρέπει να μείνει ο δρόμος ανοιχτός για τα χέρια-πουλιά. Οι στίχοι χωρίζονται έτσι ώστε από τους χαρακτηρισμούς των χεριών η μεγαλύτερη έμφαση να δίνεται στο «χαρούμενα»: Το «ελεύθερα» πάει μαζί με το «αυθόρμητα», το «λυπημένα» από κοντά με το «αδιάφορα» και το «ειρωνικά», το «χαρούμενα» κρατάει απόσταση απ’ το «λυπημένα», απομονώνεται και δίνει τελικά τον συντομότερο στίχο του ποιήματος: «Άλλοτε χαρούμενα»[8]. Ποιο είναι όμως το «δώρο»; Τι σημαίνει ο τίτλος, που θυμίζω πως αποτελεί προσθήκη της Βαν Ντάυκ; Δώρο για μας είναι το ωραίο ποίημα. Δώρο για κάποιον μπορεί να είναι τα ιδιαίτερα χέρια. Δώρο για τα χέρια είναι να γίνονται πουλιά. Δώρο για τα χέρια-πουλιά είναι η δυνατότητα ν’ ανοίγουν φτερά και να πετάν μακριά. Δώρο για μας είναι οι αναγνώσεις μας να μην έχουν τέλος.
Βάσει των κανόνων της, η Βαν Ντάυκ έχει πλήρη ελευθερία γύρω από την επιλογή των τίτλων της, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν μαρτυρούν τις πηγές της. Εξαίρεση αποτελούν τα διαδοχικά «Επικούρειο» («Epicurean»), που ξεσηκώνει ένα πασίγνωστο χωρίο του Επίκουρου, και «Η Λαίδη Άμλετ» («The Lady Hamlet»), που προέρχεται από το φερώνυμο έργο της Σάρα Σούλμαν (Sarah Schulman)[9]. Παίρνω πάσα από τον Επίκουρο για να διευκρινίσω κάτι σημαντικό που νομίζω πως δεν θα το υποθέταμε εύκολα: Η Βαν Ντάυκ δεν αντλεί υλικό μόνο από λογοτεχνικά κείμενα. Κάποια ποιήματά της γεννιούνται μέσα από φιλοσοφικά γραπτά, δοκιμιακό λόγο, συνεντεύξεις κ.λπ. Ακολουθεί ένα παράδειγμα, με το ερώτημα «όλα μπορούν να γίνουν ποίηση;» να αιωρείται:
| In Retrospect | Εκ των υστέρων |
| Do not retell in mediocre verse what has already been done in good prose. Don’t think any intelligent person is going to be deceived when you try to shirk all the difficulties of the unspeakably difficult art of good prose by chopping your composition into line lengths. | Μην επαναλαμβάνετε σε μέτριο στίχο αυτό που έχει ήδη γραφτεί σε ωραίο πεζό λόγο. Μη σας περάσει από το μυαλό πως κάποιο νοήμον ον θα εξαπατηθεί αν προσπαθήσετε να αποφύγετε τις δυσκολίες που κρύβει η απερίγραπτα δύσκολη τέχνη της καλής πρόζας τεμαχίζοντας τη σύνθεσή σας σε στίχους. |
Τα λόγια ανήκουν στον Έζρα Πάουντ, προέρχονται από τις πρώτες σελίδες του Literary Essays, συγκεκριμένα από κείμενο με τίτλο «A Retrospect» (Ανασκόπηση) –μια μικρή αλλαγή, ένα «a» που φεύγει, ένα «in» που έρχεται και ο τίτλος της Βαν Ντάυκ συνομιλεί μεν μ’ εκείνον του Πάουντ, σημαίνει όμως κάτι άλλο. «Do not retell in mediocre verse what has already been done in good prose. Don’t think any intelligent person is going to be deceived when you try to shirk all the difficulties of the unspeakably difficult art of good prose by chopping your composition into line lengths», γράφει ο Πάουντ και η Βαν Ντάυκ παίρνει τα λόγια του (με ύφος κατεργάρικο, νομίζω, μπορεί και με διάθεση αναστοχαστική[10]), δεν πειράζει ούτε τη στίξη αυτή τη φορά και τα κάνει εφτά στίχους, που μπορεί να εκληφθούν και ως (μετα-) σχόλιο πάνω στο ίδιο το εγχείρημά της[11].
Υπάρχει ποικιλία στις επιλογές της Βαν Ντάυκ και ο μόνος συγγραφέας που ανθολογείται δυο φορές, με δυο διαφορετικά βιβλία του, στο Αλλωνών είναι ο Ορχάν Παμούκ (50 & 62). Αν ψάξουμε να βρούμε εμφανείς συνδέσεις ανάμεσα στα ποιήματα, θα σταθούμε ίσως στους τίτλους «Η ώρα του δείπνου» και «Ώρα του δείπνου ξανά» (29 & 51), στην αναφορά στην Αμερική στο «Πισωγύρισμα» (19) και στον τίτλο «Νέα Υόρκη» (25), σε μια «βελούδινη θήκη», επίσης στο «Πισωγύρισμα», και στο, με τα λόγια του Μπένγιαμιν, ποίημα «Βελούδινες θήκες» (37[12]). Δεν ξέρω αν η ιστορία που λένε τα ποιήματα φτάνει ολόιδια στα αυτιά ολωνών, είναι πάντως μια ιστορία τόσο των αναγνωσμάτων όσο και του βίου της Κάρεν Βαν Ντάυκ, «μια αφήγηση ενηλικίωσης»[13], όπως το θέτει η ίδια στο επίμετρό της (93). Δίνω δυο τελευταία χαρακτηριστικά αποσπάσματα: 1) τους πρώτους στίχους του τελευταίου ποιήματος της συλλογής (την προσοχή σας στο όνομα): «Η Κάρεν, με τους αγκώνες στην κουπαστή,/ ήθελε να μοιραστεί με κάποιον/ το πόσο απολάμβανε να είναι μόνη:/ κάθε ευτυχής μοναξιά κουβαλά αυτό το παράδοξο.» (89) και 2) τα λόγια με τα οποία κλείνει το επίμετρο του βιβλίου (που καλό θα ήταν να διαβαστούν μαζί και με τα πρώτα πρώτα λόγια του: «Αυτή είναι μια ιστορία για μένα»): «Αυτή είναι μια ιστορία για μένα αλλά επίσης μια ιστορία για τη γραφή και τη μετάφραση» (97). Και δοκιμάζω για δεύτερη και τελευταία φορά να δω μήπως σκεφτόμαστε το ίδιο: Περνάει και απ’ το δικό σας μυαλό να πάρετε λίγο απ’ το επίμετρο και να το κάνετε ποίημα;
Το Αλλωνών μπορεί να μας ανοίξει δρόμους, να μας βάλει σε περιπέτειες. Αν διακατεχόμαστε από δυσπιστία, πιθανόν να ανατρέξουμε στα πρωτότυπα, να αναζητήσουμε τα ακριβή σημεία, να βεβαιωθούμε πως, από την πρόζα στην ποίηση, δεν άλλαξαν τα λόγια ούτε λίγο. Αν επικρατήσει η δημιουργικότητα, ίσως να δοκιμάσουμε να γράψουμε δικά μας ποιήματα από τα ίδια αποσπάσματα, τα ίδια βιβλία, άλλα βιβλία. Αν θέλουμε να κρατήσουμε το μυαλό μας σε φόρμα, ενδείκνυται ν’ αφεθούμε σε φανταστικούς διαλόγους: «Οι λέξεις είναι ίδιες, άρα ίδιο είναι και το νόημα;», «Ε ναι, πώς θα μπορούσε να είναι άλλο το νόημα, αφού οι λέξεις είναι οι ίδιες;», «Και τότε γιατί να μπει στον κόπο να ξαναπεί το ίδιο πράγμα; Τι νόημα έχει;»· reset: «Οι λέξεις είναι ίδιες, άρα ίδιο είναι και το νόημα;», «Όχι βέβαια, άλλο θέλει να πει ο Κόνραντ και άλλο η Βαν Ντάυκ», «Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως ξέρεις τι θέλει να πει ο ένας και τι η άλλη;».
Προσωπικά, αφέθηκα να παρασυρθώ προς δύο κατευθύνσεις κυρίως, μέσα από τις διαδοχικές αναγνώσεις του Αλλωνών. Αφενός σκέφτηκα πολύ πάνω στη μετάφραση. Η ποιήτρια είχε τους κανόνες της και μπορεί καμία στιγμή να μην μπήκε στον πειρασμό ν’ αντικαταστήσει μια λέξη με μια άλλη πιο εύηχη, να κάνει μια μικρο-παρέμβαση ώστε να πετύχει μια ρίμα· η μεταφράστρια όμως; Μοιάζει περίεργο μάλλον, αλλά έχω την αίσθηση πως στο Αλλωνών η μεταφράστρια είχε μια ελευθερία παραπάνω –την ελευθερία ν’ αποφύγει μια επανάληψη[14], ας πούμε, ή να χρησιμοποιήσει ένα σχήμα λόγου, ένα υπερβατό («που διατηρούν κάθε αγγίγματος το αποτύπωμα»)[15], μια επαναφορά («Άλλοτε χαρούμενα/ Άλλοτε λυπημένα, συχνά αδιάφορα ή ειρωνικά»)[16]. Δεν εννοώ μ’ αυτό πως το έργο της ήταν εύκολο και, αν θέλουμε να το αξιολογήσουμε, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνυπολογίσουμε την επιπλέον δυσκολία πως κάθε ποίημα ανήκει σε άλλο κειμενικό είδος και έχει άλλο ύφος. Ως προς τα μεταφραστικά, προσθέτω μόνο πως εκείνα τα «της ή του συγγραφέα» («the author») και «τη μεταφράστρια ή τον μεταφραστή» («the translator») των «Κανόνων», που προσωπικά πολύ τα εκτίμησα, τα οφείλουμε στη μεταφράστρια. Δεν το βλέπουμε σπάνια, ακόμα και σήμερα, να παραλείπεται το θηλυκό από ανάλογα πλαίσια, τάχα μου για λόγους συντομίας.
Αφετέρου πέρασα ώρες ολόκληρες τσαλαβουτώντας στα Παλίμψηστα του Ζεράρ Ζενέτ, ψάχνοντας κι εγώ δεν ξέρω τι κι ωστόσο βρίσκοντάς το. Το κεφάλαιο 42 του Ζενέτ αφορά τη στιχούργηση[17], χρειάστηκε να φτάσω μέχρι το 80ό και τελευταίο όμως για να αποφασίσω να δοκιμάσω κι εγώ την τύχη μου σε ποίημα. Θα το πω «Δίπορτο», θα το πω «Polyamorous», θα το πω καλύτερα «Σε διαβάζω»:
| Αν πράγματι αγαπάμε τα κείμενα πρέπει να επιθυμούμε πότε πότε να αγαπάμε τουλάχιστον δύο ταυτόχρονα |
| Gérard Genette, Παλίμψηστα: Η λογοτεχνία δευτέρου βαθμού, μτφ. Βασίλης Πατσογιάννης |
[2] Η απάντηση «δεν γράφονται απαραίτητα με στίχους και στροφές» είναι απολύτως θεμιτή, πλην όμως, εντός του Αλλωνών, υπάρχουν, όπως είδαμε, συγκεκριμένοι κανόνες.
[3] Από την Έλλη Μαρμαρά (Μέχρι το φάρο, Οδυσσέας 1981) και από τον Άρη Μπερλή (Στο φάρο, Κρύσταλλο 1982 & Ύψιλον 1995).
[4] Βλ. και τα λόγια της ίδιας της Βαν Ντάυκ στο επίμετρό της: «τι κάνουμε με ένα κείμενο όπως η αγγλική μετάφραση του Βαλτινού, όπου το πρωτότυπο έργο είναι γραμμένο στα ελληνικά, τη γλώσσα στόχο της ανά χείρας μεταφρασμένης συλλογής; Η παράθεση του πρωτότυπου αποσπάσματος από το έργο του Βαλτινού θα υπονόμευε την έμφαση στην αναδημιουργία και την ένταξη σε νέα συγκείμενα, μια έμφαση που υπαγορεύει η συγγραφική μου διαδικασία» (97).
[5] Για το θέμα αυτό, βλ. και το ποίημα «Το λυρικό εγώ» («The Lyric I»), παρακάτω στο βιβλίο.
[6] Στο μεταξύ είχα πέσει πάνω και σε άλλα ενδιαφέροντα αποσπάσματα που έχουν να κάνουν με χέρια, όπως π.χ.: «Ήταν ολόιδια με χέρια κούκλας τα χέρια της όταν κεντούσε, που την κουρδίζεις και κάνει κινήσεις ορισμένες, χιλιάδες ίδιες κινήσεις» (286).
[7] Βλ. τη σχετική σημείωση της Βαν Ντάυκ: «Θα ήθελα να τονίσω πως το ελληνικό κείμενο που διαβάζετε εδώ δεν είναι το πρωτότυπο κείμενο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, απαλλοτριωμένο και μεταμορφωμένο σε ποίημα, αλλά μετάφραση της αγγλικής μου μετάφρασης πίσω στα ελληνικά από τη μεταφράστρια της παρούσας συλλογής» (99). Οι σημειώσεις είναι μόλις εφτά, υποθέτω πως επισημαίνονται μόνο όσα θεωρείται απολύτως απαραίτητο να επισημανθούν.
[8] Αν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για ζητήματα διασκελισμού, σας παραπέμπω στο ποίημα «Ένα κορίτσι που ήξερα», από όπου παραθέτω ενδεικτικά: «μας περίμεναν ο γάμος και το διαζύγιο. Καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πάνω,/ μολονότι θα τον γνώριζα αργότερα,// έμενε ένας από τους πλέον επιφανείς ιστορικούς της Αγγλίας,/ ο Έρικ Χόμπσμπωμ, σε ένα μεγάλο φιλόξενο σπίτι».
[9] Κάποτε κλειδί για την εύρεση μιας πηγής μπορεί ν’ αποτελέσει ένα όνομα, ο κ. Ράμζυ φερειπείν ή και ο Χάμπτυ Ντάμπτυ (21 & 41).
[10] Ανάλογο ύφος και διάθεση εντοπίζω και στο τρίστιχο «Το ερώτημα όμως είναι, είπε η Αλίκη,/ αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις/ να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα.» (41).
[11] Και σε άλλα ποιήματα του βιβλίου θίγονται ζητήματα γλώσσας (π.χ. «Έτσι όπως είναι η γλώσσα/ δεν υπάρχει τίποτα απλό σε αυτή» [79]) ακόμα και μετάφρασης («Τα όρια κάνουν την πρακτική/ της μετάφρασης συγκεκριμένη/ και δύσκολη και ενδιαφέρουσα» [81]) και προσωπικά βρήκα άκρως απολαυστικά τέτοια σημεία. Το θέμα της μετάφρασης θίγεται βέβαια από τη Βαν Ντάυκ και στο επίμετρό της.
[12] Ή και στη διπλή εμφάνιση κάποιας Αλίκης (35 & 41). Ή και στις δύο αναφορές στον Βόσπορο: «Ας πάμε να φάμε στον Βόσπορο απόψε», «ο Βόσπορος είναι πανέμορφος» (51 & 63).
[13] Ή μια ποιητική αυτοβιογραφία, βασισμένη σε δάνεια.
[14] Βλ., π.χ. τους τέσσερις πρώτους στίχους του ποιήματος «Méconnaisance» στ’ αγγλικά και στα ελληνικά: «It hadn’t been at Rome/ –it had been at Naples/ and it hadn’t been eight years before/ –it had been more nearly ten.», «Δεν ήταν στη Ρώμη/ –ήταν στη Νάπολη/ όχι οκτώ χρόνια πριν/ –αλλά σχεδόν δέκα.» (46-7).
[15] «that deserve the impression of every touch» (36-7).
[16] «They sometimes seemed happy/ Other times sad, and often indifferent or ironic» (52-3).
[17] Κι αυτό δεν το αναφέρω βέβαια τυχαία, αν και έχω μια αλλόκοτη τάση να σκέφτομαι αυτό που γίνεται στο Αλλωνών σαν κάτι που θα μου άρεσε να το πω ειδομετάβαση.

