Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Βασίλης Παπαδόπουλος

Τα καινούργια βιολιά του αυτοκράτορα

Ένας θίασος ανεβάζει ένα θεατρικό έργο που διαδραματίζεται στην Ιταλία γύρω στο 1600. Σε κάποια ιδιαίτερα φορτισμένη σκηνή ο πρωταγωνιστής μπαίνει κρυφά μέσα στη νύχτα σε ένα μοναστήρι προκειμένου να συναντήσει έναν γέρο καλόγερο. Μετά από μια βαρυσήμαντη συνομιλία ο καλόγερος βγάζει από ένα ερμάρι μια παμπάλαιη, χιλιοταλαιπωρημένη από τους αιώνες Βίβλο, που προφανώς είχαν αντιγράψει τα χέρια κάποιου άλλου αφοσιωμένου καλόγερου, ο πρωταγωνιστής γονατίζει αργά υπό το φως των λιγοστών κεριών και τοποθετώντας το χέρι του τελετουργικά πάνω στο ιερό βιβλίο ορκίζεται κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ο σκηνοθέτης της παράστασης ζητάει από τον βοηθό του να βρει μια παλιά Βίβλο για την εν λόγω σκηνή. Ο ευσυνείδητος βοηθός κάνει τον κόσμο άνω κάτω και τελικά καταφέρνει να βρει μια πολύ παλιά Βίβλο, ένα πραγματικό κειμήλιο, μια έκδοση του 1600, ένα ογκώδες τυπογραφικό ερείπιο ιδιαίτερα επιβλητικό που παρουσιάζει στον σκηνοθέτη όχι χωρίς κάποια περηφάνια. Ο σκηνοθέτης βλέπει το βιβλίο, το παίρνει στα χέρια του, διαβάζει την ημερομηνία έκδοσης και αναφωνεί: «Μα αυτό το βιβλίο εκείνη την εποχή ήταν ολοκαίνουργιο!»

Ο 20ός αιώνας έφερε, εκτός από ένα πλήθος μοντερνιστικών μουσικών τάσεων στη μουσική –με καθεμιά από αυτές να αποκτά ουκ ολίγα παρακλάδια και μεταλλάξεις συν τω χρόνω– κι ένα ισχυρό ρεύμα αναβίωσης της λεγόμενης «παλιάς» μουσικής, μουσικής δηλαδή που γράφτηκε κυρίως την εποχή του μπαρόκ (1600 με 1750 πάνω κάτω), πολύ νωρίτερα ή και λίγο αργότερα, με το μπαρόκ πάντως να παίρνει τη μερίδα του λέοντος από όλη αυτή την προσπάθεια. Ιστορικοί, μουσικολόγοι, μουσικοί εκτελεστές, μαέστροι, ιστορικοί τέχνης και άλλοι έφεραν στο προσκήνιο πλήθος μουσικών αριστουργημάτων της εποχής, όχι φυσικά με στόχο να τα αναδείξουν –στις περισσότερες περιπτώσεις επρόκειτο για ήδη πασίγνωστα έργα που παίζονται τακτικά– αλλά με σκοπό να τα παρουσιάσουν όπως είχαν παρουσιαστεί την εποχή που γράφτηκαν, να τα παρουσιάσουν δηλαδή με τα όργανα, το ύφος, τη μουσική τεχνική παιξίματος, τραγουδιού κ.τ.λ. της εποχής που είχαν γραφτεί… όσο αυτό φυσικά ήταν ανθρωπίνως δυνατόν. Προς επίρρωση του εγχειρήματος, κατασκευάστηκαν μουσικά όργανα πιστά αντίγραφα οργάνων της εποχής, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και αυθεντικά όργανα που έχουν επιβιώσει ως τις μέρες μας και που ανέλαβαν να παίζουν με ευλάβεια εξειδικευμένοι στον τρόπο παιξίματος της εποχής μουσικοί. Μαέστροι, που είχαν εντρυφήσει στο σχετικό ρεπερτόριο, ενέσκηψαν με πάθος και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τα σχετικά έργα με τον τρόπο που θεώρησαν πως θα ερμηνεύονταν στην εποχή τους. Εμπόδια στη «σωστή» ερμηνεία της σημειογραφίας της εποχής, –γιατί, προφανώς, ηχητικά ντοκουμέντα του 17ου αιώνα που θα μας έλυναν εν πολλοίς τα χέρια δεν μπορούμε να έχουμε– ξεπεράστηκαν με εκτενή μελέτη μουσικών αρχείων, σχετικών μαρτυριών κ.λπ. και με τη χρήση φυσικά της φαντασίας που αναγκαστικά έπρεπε να συμπληρώσει τα κενά που δεν μπορούσε να καλύψει τελεσίδικα η ιστορική έρευνα. Τεχνικά ζητήματα μουσικής ερμηνείας, κουρδίσματος των οργάνων κ.τ.λ. λύθηκαν με παρόμοιο τρόπο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η γενικευμένη αυτή προσέγγιση έφερε στις αίθουσες συναυλιών, σε εκκλησίες και λυρικά θέατρα, εξαιρετικές ερμηνείες από ανθρώπους με πολύ ταλέντο και αγάπη για τη μουσική. Είναι όμως αυτό που ακούμε σε σχετικές συναυλίες αυτό που πραγματικά θα άκουγε ο άνθρωπος π.χ. του 16ου αιώνα σε κάποιο ιταλικό Παλάτσο; Ας αφήσουμε στην άκρη το ερώτημα γιατί θα πρέπει να αναβιώσουμε τον τρόπο εκτέλεσης της εποχής και αν κάτι τέτοιο είναι τελικά όντως πρακτικά εφικτό.

Κάθε μουσικό έργο που εκτελείται ζωντανά στην εποχή του αποτελεί μια σημαντική (μουσική) εμπειρία για το κοινό. Μια εμπειρία που είναι δεμένη με το μουσικό, πολιτιστικό και γενικότερο περιβάλλον που γέννησε το έργο. Με το περιβάλλον που διαμόρφωσε με τη σειρά του αυτό το κοινό, με το κοινό που έχει βιώσει μια συγκεκριμένη περίοδο σε έναν συγκεκριμένο χωροχρόνο, που βρίσκει αναφορές γι’ αυτό το περιβάλλον στο έργο που ακούει, που μπορεί να «συνδιαλέγεται» με το έργο, ενώ και το ίδιο το έργο –που γεννήθηκε μέσα σε αυτό το περιβάλλον– είναι που προσπαθεί εξ αρχής να δημιουργήσει έναν τέτοιο λειτουργικό δίαυλο επικοινωνίας. «Μα δεν μπορεί κανείς να εκτιμήσει βαθιά και σήμερα ένα έργο του 1700; Χρειάζεται να έχει ζήσει εκείνη την εποχή για να νιώσει απέραντη συγκίνηση ακούγοντάς το;» Φυσικά και μπορεί να το εκτιμήσει, φυσικά και μπορεί να συγκινηθεί και φυσικά αυτό είναι που βιώνει με μαγικό τρόπο στη πράξη σε κάθε συναυλία ο ευαίσθητος ακροατής είτε πρόκειται για ένα θρησκευτικό έργο του Μπαχ είτε για μια οπερέτα του Όφενμπαχ. Όμως η συγκίνηση του σημερινού ακροατή είναι διαφορετική από εκείνη του ακροατή της εποχής που γράφτηκαν αυτά τα έργα–και γιατί άραγε θα πρέπει να είναι η ίδια; Είναι συγκίνηση διαφορετική, όχι καλύτερη ή χειρότερη, αλλά φύσει διαφορετική μιας και όσο κι αν το θέλει κανείς δεν μπορεί να μπει δυο φορές στο ίδιο ποτάμι. Το θρησκευτικό συναίσθημα, το περιβάλλον και οι γενικότερες συνθήκες εκτέλεσης αυτών των έργων δεν μπορούν ποτέ να αναπαραχθούν με φωτοτυπική ακρίβεια, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί –ακόμα κι αν μπορούσαν να αναπαραχθούν, θα επρόκειτο ακριβώς γι’ αυτό, απλά δηλαδή για μια εν μέρει αναπαράσταση κάποιων από τα άπειρα στοιχεία που δομούν μια πραγματικότητα, αναπαράσταση σε κάθε περίπτωση και όχι καθολική μεταφορά των τότε συνθηκών στο σήμερα. Ούτε η ατμόσφαιρα που εξυφαίνει το μουσικό κείμενο ή τα θρησκευτικά λόγια, ούτε η συνύπαρξη των μουσικών και των ακροατών, ούτε τα καυστικά σχόλια για τον Ναπολέοντα Γ’ θα είχαν στον σημερινό ακροατή την επίδραση που είχαν στον άνθρωπο της εποχής τους –εξ ου και σωστά στην περίπτωση του Όφενμπαχ, για παράδειγμα, συνήθως παραλείπονται ή αντικαθίστανται από ανάλογα πιο σχετικά με την πολιτική και κοινωνική τρέχουσα επικαιρότητα. Από την άλλη οφείλουμε να παραδεχτούμε πως πολλές από τις τεχνικές λύσεις που υιοθετούνται σε παρόμοιες «μουσικές αναστηλώσεις» στηρίζονται σε ενδελεχή μεν μελέτη ιστορικών στοιχείων, όμως σε τελική ανάλυση – και αυτό φυσικά γίνεται πιο έντονο όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το παρόν– δεν παύουν να είναι υποθέσεις, που στηρίζονται σε μια συλλογιστική, λιγότερο ή περισσότερο εύστοχη, σε μια σειρά επιλογών που καλούμαστε να κάνουμε και που θεωρούμε –εμείς, οι άνθρωποι του 21ου αιώνα με τις σκέψεις, τις προκαταλήψεις και τις πεποιθήσεις μας, τη γνώση και την εμπειρία μας– πως μας οδηγούν σε μιαν «αλήθεια» που πρακτικά δεν έχουμε χειροπιαστό τρόπο να προσεγγίσουμε.

Το μουσειακού χαρακτήρα ενδιαφέρον που μπορεί να έχει φυσικά μια συγκεκριμένη κοινωνία –εν προκειμένω η δική μας– για τον τρόπο που έδρασε καλλιτεχνικά μια άλλη κοινωνία 2, 3 ή και 10 αιώνες πριν νομίζουμε πως είναι αντιστρόφως ανάλογο με τη γενικότερη αξία των πολιτιστικών πεπραγμένων του καιρού μας. Η μουσειακή ανασύσταση ενός έργου δεν προσθέτει φυσικά τίποτα στην αξία του έργου του ίδιου, στην καλύτερη περίπτωση δίνει ίσως μια αίσθηση για το πώς εμείς πιστεύουμε πως ήταν το έργο την εποχή που γεννήθηκε, σίγουρα όμως δίνει μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα για τον τρόπο που εμείς σήμερα σκεφτόμαστε.

Κύλιση στην κορυφή