© Masks during experiments with plague. Manila, Philippines 1912

Νικόλας Σεβαστάκης

Τα «κοινωνικά μέσα» και ο πανικός των ταυτοτήτων.
Τα όρια της φιλελεύθερης επικοινωνιακής υπόσχεσης

Μια καταγωγική υπόσχεση

Η φιλελεύθερη νεωτερικότητα συνδέθηκε από τις απαρχές της με την υπόσχεση της ελεύθερης δημοσιότητας, με την προσδοκία των μοντέρνων για μια σφαίρα ανεμπόδιστης, έλλογης και πολιτισμένης συζήτησης. Ακόμα και στην ατελώς δημοκρατική ή προ-δημοκρατική του φάση, ο φιλελευθερισμός εξιδανίκευσε το «εμπόριο των ιδεών» (commerce des idées) και τη διεύρυνση των κοινωνικών διαλόγων για το πέρασμα σε μια εποχή συναλλακτικού ορθολογισμού και πραότητας των ηθών. Αυτή στάθηκε η συμβατική ηθική αφετηρία γύρω από την οποία αναπτύχθηκαν η ιδέα της ελεύθερης χρήσης του λόγου στις πλουραλιστικές δημοκρατίες. Η επιδίωξη της ελεύθερης δημοσιότητας όμως, και έως τα τέλη του περασμένου αιώνα, είχε αδιαμφισβήτητη προϋπόθεση τη διάκριση μεταξύ του κοινού και μιας επαγγελματικής κατηγορίας διαμεσολαβητών της δημόσιας γνώμης. Πολιτικά, η έννοια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας βασιζόταν σε μια λογική μοιρασμένης εγγύτητας και απόστασης, όπου η άγρια σφαίρα των κοινωνικών παθών και των σκόρπιων ατομικών πεποιθήσεων διυλιζόταν και εκλεπτυνόταν από διάφορα φίλτρα. Το άρρητο συμβόλαιο απαιτούσε ότι ένας πομπός απευθύνεται και ένας δέκτης/ ακροατής ακροάται και παρεμβαίνει αντιδρώντας μέσα σε καθορισμένα πλαίσια. Αρκεί να δούμε πώς λειτούργησαν οι στήλες αλληλογραφίας με τους αναγνώστες στις εφημερίδες ή ακόμα και οι οριοθετημένες ζωντανές παρεμβολές μελών του κοινού στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση. Έπρεπε να υπάρχει ο επιτελικός έλεγχος μιας συντακτικής ομάδας ή ενός υπεύθυνου και υποθετικά καταρτισμένου προσωπικού. Τα κριτήρια της γνώσης, της εμπειρίας, του ταλέντου ή της θεσμικής θέσης περιόριζαν έτσι την πρόσβαση του μεγάλου αριθμού στη δημοσιότητα. Με αυτή την έννοια όλες σχεδόν οι σκέψεις για τη λεγόμενη «μαζική κοινωνία», από τους «αριστοκρατικούς» φιλελεύθερους του πρώιμου 19ου αιώνα μέχρι τον Αντόρνο και τους πολλούς επικριτές της αλλοτριωμένης κουλτούρας των μαζών στον ύστερο καπιταλισμό, βασιζόταν στον φόβο για το ενδεχόμενο να βγει βιαίως στο προσκήνιο ο «καθένας» ως «οποιοσδήποτε» με τα γούστα του. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που σύγχρονοι οπαδοί μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας έχουν σταθεί αιχμηρά απέναντι σε όλες αυτές τις κληρονομιές όπου καταξιώνεται η προτεραιότητα της πεφωτισμένης κρίσης εις βάρος του «αδαούς όχλου» και της λαλιάς του. Η λεγόμενη ριζοσπαστική κριτική των μέσων διχάστηκε εντέλει ανάμεσα σε όσους συνεχίζουν μία αντορνική ή καστοριαδική ελιτίστικη κριτική στη «μαζική αποβλάκωση» και σε όσους υιοθετούν το αίτημα της αδιαμεσολάβητης πρόσβασης, για παράδειγμα, την ιδέα του ελεύθερου διαμοιρασμού στην προοπτική της θέσμισης των λεγόμενων ψηφιακών κοινών (digital commons). Mε δυο λόγια, η πρώτη κριτική των μέσων διαβλέπει πάντα ελάχιστες πλευρές χειραφέτησης στα τεχνολογικά και αισθητικά παραδείγματα μιας μαζικής, ηδονιστικής κοινωνίας όπου οι πολλοί έχουν ενσωματώσει το «καπιταλιστικό φαντασιακό». Για τη δεύτερη κριτική (λαϊκιστική, μεταμοντέρνα) προέχουν, αντιθέτως, οι άπειρες δυνατότητες μεταστροφής και διαφορετικής χρήσης των μέσων από μια ριζοσπαστική σκοπιά.

Παρουσίες του εκάστου τυχαίου;

Μια πρώτη, σημαντική αλλαγή θα προκύψει με την τηλεόραση των reality και των εκπομπών με πιο ενεργή συμμετοχή καθημερινών ανθρώπων. Άνθρωποι που ποτέ δεν θα εμφανίζονταν με άρθρο τους στην εφημερίδα ή ως εκφραστές άποψης σε μεγάλο δημόσιο κύκλο, πήραν τον λόγο ή έγιναν διασημότητες. Αυτή η πρόσβαση στη διασημότητα υπήρξε βασική υπόσχεση της ποπ κουλτούρας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως στις ΗΠΑ και αργότερα σε όλο τον πλανήτη. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο σύγχρονο τηλεοπτικό παράδειγμα, η ανάδειξη και προβολή ή ακόμη και η κατάκτηση της προσωπικής διασημότητας, περιορίζεται πάντα από έναν μηχανισμό παραγωγής, από ιεραρχικές δομές, επιτροπές κρίσης κ.λπ. Μόνο μετά το 2005 και την έκρηξη των κοινωνικών μέσων, κυρίως του facebook αλλά στη συνέχεια και του twitter, του instagram και των άλλων, μπορούμε να μιλήσουμε για αληθινή πολιτισμική επανάσταση. Ποιο είναι το κεντρικό στοιχείο αυτής της εξισωτικής έκρηξης; Τα μέλη του κοινού, τα στοιχειώδη σωματίδια της μέχρι τώρα ανώνυμης fun base των καλλιτεχνικών αστέρων, των πολιτικών προσωπικοτήτων ή άλλων εκπροσώπων της πολιτισμικής και πολιτικής ζωής, εμφανίζονται, μιλούν και μερικοί/ ες γίνονται, με τη σειρά τους, δημοφιλείς προσωπικότητες του ψηφιακού κόσμου. Η φήμη, η δημοφιλία, η επικοινωνιακή «υπεροπλία» μοιράζονται σε πολύ περισσότερους και περισσότερες, σε δισεκατομμύρια άτομα αλλά και αναρίθμητες ομάδες, συλλογικότητες, μικρά και μεγαλύτερα μορφώματα που προωθούν διάφορους σκοπούς και παρεμβαίνουν στον ψηφιακό δημόσιο χώρο μέσα από τα δικά τους κανάλια. Δικτυώσεις όπως οι «τραμπικοί» QAnon στις ΗΠΑ, το γερμανικό querdenken, οι Έλληνες νεο-αγανακτισμένοι και αρνητές του εμβολίου, ακόμα και αν είχαν συγκροτηθεί, δεν θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν τους οπαδούς τους χωρίς τα κοινωνικά μέσα. Τα υποκείμενα, τόσο ως μονάδες και μοναδικότητες όσο και με τη μορφή συλλογικών εγχειρημάτων, αναρτούν τις ζωές, τις απόψεις και τους κόσμους τους, με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να υπάρξει στα τεχνολογικά και κοινωνικά πλαίσια της προηγούμενης αστικής εποχής.

Οι παρενέργειες: ταυτοτική εχθροπάθεια

Έχουν φυσικά αναδειχθεί και συζητηθεί πειστικά οι παρενέργειες αυτής της πολιτισμικής επανάστασης. Οι ενημερωμένες έρευνες των κοινωνικών επιστημόνων στις media studies για πτυχές της μεταμόρφωσης αυτής καλύπτουν τεράστιο όγκο, παρά το ότι η ιστορία των κοινωνικών μέσων είναι μικρή. Αν περιοριστούμε στα παρεμβατικά κοινωνικά μέσα, σε αυτά ιδίως όπου η πιο ενήλικη κοινωνία των πολιτών σχολιάζει την καθημερινή πολιτικοκοινωνική ζωή, κάποιες βασικές παρενέργειες είναι:

  • Η ένταση των φανατικών διαχωρισμών με όρους ταυτοτικής «φυλετικής» διαμάχης που συχνά γίνεται πόλεμος.
  • Η γενίκευση του μοντέλου της «πλάνης του αχυρανθρώπου» (strawman). Δεν υπάρχει πια δημόσια αντιπαράθεση που να μην κινδυνεύει με αυτή την αναγωγή στην καρικατούρα και στην πολεμική στρέβλωση, όπου ο καθένας στήνει στον τοίχο τη χειρότερη εκδοχή του αντιπάλου του. Έτσι, για παράδειγμα, κάθε μη αριστερός ξεσκεπάζεται από τον αντιρρησία του ως σχεδόν ναζί και κάθε αριστερός θα στιγματιστεί περίπου ως οπαδός μιας λενινιστικής ή σταλινικής δικτατορίας.
  • Η μεταδοτικότητα του λόγου του μίσους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πώς «συζητήθηκαν» το me too στην ελληνική δημόσια σφαίρα μέσα από την βάναυση κομματικοποίηση περιπτώσεων και κάποιων περιστατικών της έμφυλης βίας και κακοποίησης (περίπτωση Λιγνάδη, Κιμούλη κ.λπ).
  • Η διασπορά της περιφρόνησης και αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε σφαίρα της ολικής καχυποψίας, ιδίως απέναντι σε οτιδήποτε προέρχεται από «επίσημα» κανάλια της επιστήμης, της πολιτικής και των θεσμών. Η κανονικοποίηση της αντιθεσμικής περιφρόνησης που φτάνει ως τον κανιβαλιστικό μηδενισμό.

Όλα σχεδόν τα παραπάνω προϋπήρχαν των κοινωνικών μέσων. Απωθούμε συνήθως το γεγονός πως πηγάζουν από το αρχικό ιδεώδες μιας κοινωνίας πιο διάφανης και ανοιχτής στις επιλογές των μελών της, μιας ολότητας που βασίζεται στην αυτόνομη κρίση και στη διάνοια του καθενός και της καθεμιάς από τις μονάδες και τα υποκείμενά της. Πολλά άλλωστε απ’ όσα συναντούμε τώρα ως σκοτεινές ή επίφοβες πλευρές του δημόσιου λόγου στην εποχή των κοινωνικών μέσων και των εκδημοκρατισμένων τεχνολογιών είναι παθολογίες της αξιοσέβαστης κληρονομιάς του προσανατολισμού μας στην ελευθερία γνώμης, στην αυτονομία και, αργότερα, στην αυθεντικότητα των μοναδικών και διαφορετικών εαυτών. Η λογική των κοινωνικών μέσων μπορεί να ιδωθεί σαν ριζοσπαστικοποίηση του θεμελιώδους ιδεώδους μιας ελεύθερης και αυτόνομης επικοινωνίας, στην πιο φιλελεύθερη εκδοχή της ως σχέσης κοινωνών/συναλλασσόμενων, η οποία δεν συναντά πια φυσικά ή πολιτικά εξωτερικά εμπόδια. Αυτή ωστόσο η γιγάντια σε διαρκή λειτουργία μηχανή θα αναδείξει ακραία «φυλετικά» σχίσματα και μια γενικότερη αποσταθεροποίηση των πολιτικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Η τελευταία ένταση, ας πούμε, ανάμεσα στους πρόθυμους να εμβολιαστούν και στους αντιδρώντες (σκεπτικιστές ή προγραμματικούς αρνητές), είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο τα ίδια τα κοινωνικά μέσα μετατρέπονται σε τροφοδότες ψυχοπολιτικών σχισμάτων που επηρεάζουν και το συμβατικό πολιτικό παιχνίδι. Μπορεί, όπως λέμε συχνά, η «πραγματική κοινωνία» να μην είναι οι φίλοι μας και οι ακόλουθοι του facebook και το εκλογικό σώμα να μην ταυτίζεται με τις ομάδες ή τους influencers της ψηφιακής επικράτειας, ο τρόπος όμως που διεξάγονται πλέον οι εθνικές δημόσιες αντιπαραθέσεις επηρεάζεται βαθιά από τα ποστ, τις επιθετικές ατάκες και τις κατεδαφιστικές εκστρατείες. Η μη συνδεδεμένη, πιο παλαιά κοινωνία (η προσκολλημένη ακόμα στην κλασική τηλεθέαση) πολιορκείται από τάσεις, συμβάντα, «δηλώσεις» που έχουν δημιουργηθεί και αναπαράγονται στην ψηφιακή φούσκα. Οι ελίτ, οι αναδυόμενες ανατρεπτικές ή συστημικές «πρωτοπορίες» αλλά και οι εξτρεμιστικοί μικρόκοσμοι κάθε λογής, εκεί αναζητούν στρατολογήσεις οπαδών, δίκτυα επιρροών και διεξαγωγή εκστρατειών.

Εδώ όμως χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί. Η επικοινωνιακή υπερθέρμανση που είδαμε και με αφορμή την πανδημική «ακινητοποίηση» ενός μέρους της αγοράς και την παραμονή στο σπίτι ανταποκρίνεται σε διαφορετικές δυναμικές. Είναι λάθος να τη δει κανείς όπως κάνουν πολλοί σαν μια αρνητική ολοκλήρωση υπαγορευμένη από την καθολική επικράτηση ενός νεοφιλελεύθερου παραδείγματος στα media. Η σαρωτική επέκταση της ψηφιακής σφαίρας και των εφαρμογών της ενίσχυσε με τη σειρά της μια σκηνή λόγων που βλέπει παντού (και με κάποια ευκολία) τον ολοκληρωτισμό, την ποδηγέτηση και τη χειραγώγηση, ανατρέχοντας σε συγκεκριμένες ριζοσπαστικές θεωρήσεις της εξουσίας, συχνά χωρίς επαρκή κατανόηση των άλλων διαστάσεων της πολιτισμικής επανάστασης.

Δυο παθολογικά σήματα

Μιλώντας τώρα πιο συγκεκριμένα για την ελληνική ψηφιακή δημόσια σφαίρα, είδαμε να διασχίζεται από δύο διαφορετικά παθολογικά σήματα. Το πρώτο σήμα φαίνεται να είναι συνέχεια ή προέκταση των καιρών της κομματικής ισχύος και συνδέεται με την πολωτική, παραταξιακή κινητοποίηση. Το ανιχνεύουμε στις εμφανώς κομματικά συντονισμένες καμπάνιες ή στις καθοδηγούμενες επιθέσεις των λεγόμενων τρολ που εγγράφονται σε ένα οικείο πλαίσιο: στη διαμάχη για πολιτική επικράτηση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, μάχη που περιλαμβάνει και τεχνικές δυσφήμισης ή ηθικής αποδόμησης του αντίπαλου παίκτη. Αυτό το στοιχείο φτάνει έως την αισχρότητα της επίθεσης σε οικογενειακούς, ερωτικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του πολιτικού αντιπάλου, όπως έχει φανεί με τις δικτυακές καμπάνιες για την οικογένεια του Πρωθυπουργού. Η κριτική της εξουσίας –για ορισμένους χειριστές της σοσιαλμηντιακής λογικής– επιτρέπει την ολική διαγραφή οποιουδήποτε προσώπου διατηρεί σχέσεις με κάποιον αντίπαλο που έτσι γίνεται απόλυτος εχθρός που πρέπει να αποδομηθεί πάση θυσία. Παράλληλα όμως με αυτό το κληρονομημένο στοιχείο αναφύονται ενεργές εστίες πολιτισμικών πολέμων, όπου άτομα και ομάδες δεν μοιράζονται πλέον κοινούς κόσμους σημασιών και διαιρούνται στη βάση του οποιουδήποτε σημείου, με έναν τρόπο που δεν επιτρέπει καν την ανταγωνιστική πολιτική τους σχέση. Εδώ θα ήταν προτιμότερο να μιλήσουμε για την ακραία αντιπολιτική των ταυτοτήτων: άτομα και συλλογικότητες, πιο συγκροτημένες ή με τη ρευστή και εφήμερη ανάβλυση στιγμών του ψηφιακού «όχλου», απολαμβάνουν την εμπειρία του διαχωρισμού τους, της εχθροπάθειας και της στείρας ηθικής αποξένωσής τους. Η αντιπολιτική των ταυτοτήτων σπεύδει να μεταφράσει όποιο κοινωνικό θέμα ή ακόμα και συμβάν του αστυνομικού δελτίου, σε ζήτημα ταυτοτικής «ζωής ή θανάτου» για τους συμμετέχοντες στον ψηφιακό blitz krieg. Το ζήτημα του εμβολιασμού, της σεξιστικής βίας κατά των γυναικών, της διαφθοράς κάποιων από τις κρατικές ελίτ, έγιναν τον προηγούμενο καιρό πεδία δοκιμής αυτής της βαναυσότητας που παίχτηκε σε μεγάλο βαθμό σε πολέμους του πληκτρολογίου. Αυτοί όμως οι πόλεμοι γνώμης επιμολύνουν πλέον την παραδοσιακή δομή της σχέσης μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, την ίδια δηλαδή την άρθρωση του πολιτικού συστήματος. Η αντιπολιτική των ταυτοτήτων στη συνάντησή της με τους υγειονομικούς περιορισμούς και τα σύνθετα πρωτόκολλα ευθύνης της περιόδου είναι εντέλει ένα εργαστήριο που μπορεί να γεννήσει πολιτικά τέρατα όπως διαπιστώνουμε αυτή την τελευταία περίοδο.

 Ούτε «Κίνα» ούτε απορρύθμιση

Το άνοιγμα δημιουργικών πεδίων για πολιτική αντιπαράθεση και διαμάχες ιδεών δεν απειλείται μόνο από κάθετους μηχανισμούς λογοκρισίας και πολιτικής καταπίεσης. Η «Κίνα» ως μετωνυμικό ισοδύναμο κάθε ελεγχόμενου/λογοκριμένου πλουραλισμού είναι ένας εξωτερικός και αφηρημένος πολιτικός κίνδυνος, παρά το ότι πολλές αποτυχίες των φιλελεύθερων κοινωνιών δημιουργούν εδώ και καιρό, σε μέρος των ελίτ και του πληθυσμού, μια επιθυμία για «Κίνα» και κινεζοποίηση επιμέρους συστημάτων, όπως φάνηκε, κάποια στιγμή, και στην κρίση του covid-19.

Η υποχώρηση της δημόσιας σφαίρας στην ανερμάτιστη εναλλαγή ταυτοτικών διενέξεων, δείχνει ότι η φιλελεύθερη εκσυγχρονιστική νεωτερικότητα δυσκολεύεται να υπερασπιστεί τις ίδιες τις βασικές της συντεταγμένες: η κριτική σκέψη της αμφιβολίας, για παράδειγμα, γίνεται πλέον θύμα ερμηνευτικής οικειοποίησης από τη συνωμοσιολογική ολική καχυποψία, ο ορίζοντας της ίσης ελευθερίας και της αυτονομίας μεταστρέφεται σε δικαιωματική φρενίτιδα, ο πλουραλισμός εκτρέπεται σε πολυδιάσπαση περιτειχισμένων echo chamber, όπου η κάθε μερική πεποίθηση σκληραίνει για να διατηρήσει τη διατρητική της ισχύ στο επικοινωνιακό πεδίο και να χαλυβδώνει το φρόνημα των οπαδών της.

Τι κάνουμε λοιπόν; Μήπως ήρθε η ώρα να «κάψουμε» τα κοινωνικά μέσα και ένα μεγάλο μέρος της πολιτισμικής επανάστασης των τελευταίων χρόνων; Μήπως πρέπει να υποστηρίξουμε την αποσύνδεση, την ελάττωση του επικοινωνιακού φόρτου, την καλλιέργεια μιας νέας εσωτερικότητας ή την ανάπτυξη ενσώματων φόρουμ διαλόγου και επαφής, αφήνοντας πίσω την ψευδαίσθηση μιας τεχνολογικά διαμεσολαβημένης κοινωνικότητας; Συμπυκνώνω εδώ κάποιες από τις ιδέες που διαβάζουμε σε ηθικούς οδηγούς ή φιλοσοφικούς σχολιασμούς της τεχνολογικής και ανθρωπολογικής μας συνθήκης.

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Και γιατί κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο σε κοινωνίες που αρνούνται το μοντέλο «Κίνα» αφού αποδέχονται, καταστατικά, την ιδέα της ελεύθερης δημοσιότητας μιας πολλαπλότητας διαφορετικών ανθρώπινων υποκειμένων. Και για έναν ακόμα λόγο: παρά τις αναθεωρητικές δεύτερες σκέψεις που κάνουμε, δεν έχουμε βρει ακόμα μια ιδέα πειστικότερη από αυτήν της φιλελεύθερης πλουραλιστικής δημοσιότητας που πλαισιώνεται από διαφορετικά ρυθμιστικά πρωτόκολλα. Απορρίπτουμε τον αυταρχικό πολιτικό έλεγχο των κοινωνικών μέσων ενώ συγχρόνως διαισθανόμαστε πως δεν μπορούμε να είμαστε τυφλοί στις πολλές τοξικές παρενέργειες που έχει η ψηφιακή απορρύθμιση και οι τρόποι που εκδηλώθηκε την τελευταία δεκαπενταετία (από την κουλτούρα της καταστρατήγησης πνευματικών δικαιωμάτων, μέχρι την άνθιση του ψηφιακού νεοφασισμού και διαφόρων ακρο-ανορθολογικών δικτύων). Με άλλα λόγια, είναι αδιανόητο ένα αυταρχικό κλείσιμο των επικοινωνιακών ροών, αλλά δεν μας ενθουσιάζει καθόλου ο αναρχο-καπιταλισμός ή ο ύπουλος σχετικισμός που πάει συχνά να καθοδηγήσει τα κοινωνικά μέσα.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι τα κοινωνικά μέσα ή τουλάχιστον ορισμένες τους χρήσεις, παραμένουν χώροι για δημιουργικό πειραματισμό, κοινωνικές συνομιλίες και έκφραση ατόμων και συλλογικοτήτων που συχνά δυσκολεύονται να βρουν έρεισμα σε μια πιο παραδοσιακή, πιο ελεγχόμενη από το χρήμα ή άλλες «ρήτρες» εισόδου, δημοσιότητα. Η διοχέτευση πολιτισμικών προτάσεων ή και πληροφοριών που, για διαφόρους λόγους, δεν ενδιαφέρουν τα συμβατικά μέσα, είναι ένας ακόμα λόγος. Η έκρηξή των κοινωνικών μέσων, όπως είπαμε, δεν εντάσσεται σε μία και μόνο λογική, σε αυτή, λόγου χάρη, ενός εκφρασιακού ναρκισσισμού ή μιας κουλτούρας φλύαρης αδιακρισίας –όπως ισχυρίζεται μια ορισμένη παράδοση ριζικής κριτικής στη ριζοσπαστική νεωτερικότητα από τον Χάιντεγκερ και τον Καστοριάδη ως τον Αλέν Φινκιελκρώτ ή τον Μισέλ Ουελμπέκ. Τα κοινωνικά μέσα δεν είναι η ήπειρος της «ασημαντότητας», της προσποιητής και αλλοτριωμένης ταυτότητας ή του μοντέρνου μηδενισμού: φέρουν στο εσωτερικό τους πολλές ποιότητες και ανταγωνιστικά σχέδια, αν και κάποια από αυτά διαθέτουν ελάχιστη ελκυστικότητα με τους όρους που παίζει στα κοινωνικά μέσα.

Είναι όμως καιρός να σταματήσουμε να σκεπτόμαστε το παράδειγμα της επικοινωνίας σαν να πρόκειται για απλή ποσοτική προέκταση του «καφενείου», της ταμπλόιντ εντυπωσιοθηρίας ή της γραφικής αρένας από τηλεοπτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του ΄90. Η ψευδο-φιλελεύθερη προσπάθεια να απαλυνθούν οι σκοτεινές πτυχές αυτού που συντελείται εδώ και λίγα χρόνια, δεν μας βοηθάει να βρούμε ένα σωστό μέτρο δημοκρατικής κριτικής. Πολύ απλά γιατί οι άλλες μορφές και τόποι δημοσιότητας δεν μπορούσαν να φιλοξενήσουν εκατομμύρια χρήστες αποτελώντας το πεδίο εκφραστικής δράσης των πιο διαφορετικών ηλικιών, από δεκάχρονα παιδιά μέχρι ογδοντάχρονους πρεσβύτες. Ούτε μπορούσαν να γίνουν ένα τόσο ισχυρό εργαλείο εξουσίας, οικονομικών και τεχνολογικών καινοτομικών εφαρμογών. Η ισχύς των κοινωνικών μέσων, η ικανότητα κινητοποίησης αλλά και η συναισθηματική και ιδεολογική τους επίδραση δεν έχει προηγούμενο στις παραδοσιακές μορφές δημοσιότητας.

Απομένει λοιπόν να δούμε ως πολιτικές κοινωνίες τους όρους του δημόσιου διαλόγου στις δημοκρατίες των κοινωνικών δικτύων. Έχει ακόμα κάποιες ευκαιρίες εκείνη η «κριτική δημόσια σφαίρα» όπου οι κοινωνικές δυνάμεις αναστοχάζονται τις πρακτικές και τις αξίες τους; Μήπως συνιστά ένα μύθο ορθολογικής συναίνεσης που με κάποιο δέος και τρόμο νιώθουμε πως δεν μπορεί πια να συντηρηθεί στη ζωή στην εποχή των αρνητών, των ψηφιακών έκτακτων δικαστηρίων και της αντεπίθεσης των αντιδημοκρατικών παθών; Από καιρό νομίζω μας τρομάζει η διαπίστωση πως ο πραγματικός επικοινωνιακός χώρος μας δεν είναι τόσο χαμπερμασιανός, όσο κοντά στις σκοτεινές περιγραφές ενός Μπωντριγιάρ που η εικονοκλαστική υπερβολή και εξωφρενικότητά τους υπηρετούσε μια επιθυμία κατανόησης με στοιχεία εξορκισμού του Κακού.

Από την άποψη όμως της δημόσιας προσπάθειας, του πολιτικού στόχου και της ατομικής ευθύνης δεν έχουμε άλλη διέξοδο. Ο καταστροφισμός έχει κάποιο παραγωγικό νόημα μόνο ως «πεφωτισμένος» και όχι σαν αναμάσημα αρνητικών ηθικολογικών κοινών τόπων για την έκπτωση διανοητικών και πολιτικών αξιών. Πώς να επιστρέψουμε άλλωστε σε κοινωνίες της εκφραστικής και γνωμοδοτικής αυτάρκειας των ολίγων και της σιωπής ή της σποραδικής παρουσίας των πολλών; Το ερώτημα, με βάση τα όσα έχουν διαμορφωθεί, δεν μπορεί καν να νοηθεί. Με αυτή την έννοια, η «κοινωνικοποίηση» των μέσων και η αντίστοιχη εξατομίκευση, είναι κοσμο-ανθρωπολογικοί ορίζοντες της εποχής και όχι αναστρέψιμες πολιτικά επιλογές. Αντιθέτως, η τολμηρή μεταρρύθμιση στα πρωτόκολλα λειτουργίας των κοινωνικών μέσων, ο περιορισμός της ισχύος των ψηφιακών κολοσσών, η καταπολέμηση των νέων μορφών ταυτοτικής ωμότητας και μηδενισμού, είναι στοιχεία μιας δυνατής πολιτικής απάντησης που αναζητεί μεγάλες συναινέσεις και κυρίως διεθνικούς συντονισμούς.

Μένει ακόμη η παρέμβασή μας στον δημόσιο διάλογο εναντίον της βαρβαρότητας, με όποιο προσωπείο δανείζεται αυτή στην εκάστοτε συγκυρία, σε αντιπαραθέσεις που συχνά έχουν απίστευτο ψυχικό και συναισθηματικό κόστος μα που πρέπει να αναλάβει κανείς την ευθύνη τους και να μην τις αποφεύγει. Είναι κάτι που προϋπήρχε της εποχής μας και θα μας ακολουθήσει, φαντάζομαι, και στις αυριανές διαμάχες των ιδεών. Ας πούμε ότι μέχρι τότε οι ατομικές και συλλογικές φωνές κατά της άγριας ψηφιακής απορρύθμισης θα έχουν γίνει δημοκρατικό στοίχημα περισσότερων και θα έχουν βρει περισσότερα τεχνικά και κρατικά ερείσματα ώστε να αλλάξουν τα δεδομένα.

 ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για τις μορφές επικοινωνίας:

  • Patrice Flichy, Iστορία της σύγχρονης επικοινωνίας, Αθήνα, Κάτοπτρο, 2004.

Για την πολιτική επικοινωνία και τις διακινδυνεύσεις (προ των social media επικοινωνιακή σφαίρα):

  • Νίκος Δεμερτζής, Πολιτική Επικοινωνία. Διακινδύνευση, Δημοσιότητα, Διαδίκτυο, Παπαζήσης, 2002.

Για τον δημόσιο λόγο και την επικοινωνία στην δεκαετία του 2010 (οικονομική κρίση, μνημονιακή διαμάχη κ.λπ.):

  • Βασίλης Βαμβακάς, Ο λόγος της κρίσης: πόλωση, βία, αναστοχασμός στην πολιτική και δημοφιλή κουλτούρα, Επίκεντρο, 2014.

Για την ιστορία, τις εμπειρίες και τα προβλήματα της διαδικτυακής εμπειρίας στην Ελλάδα:

  • Διανέοσις, Έρευνα ΕΚΚΕ: World Internet Project Greece (IWP), To Διαδίκτυο στην Ελλάδα, Μάιος 2020.

Τελείως ενδεικτικά και διαφωτιστικά της διεθνούς συζήτησης για τις πολιτικές των κοινωνικών μέσων:

  • Zisi, Papacharissi. «The Virtual Sphere 2.0. The Internet, the Public Sphere, and Beyond». Στο Routledge Handbook of Internet Politics, (επιμ. Andrew Chadwick και Philip N. Howard), 230-245. New York: Routledge, 2009.
  • Sara Schoonmaker, Free Software, the internet, and the global communities of resistance, London, Routledge, 2018.
  • Bridgette Wessels, Communicative civic-ness. Social media and political culture, London, Routledge, 2018
  • Cass Sunstein, #Republic. Divided Democracies in the Age of Social Media, Princeton University Press, 2018.
  • Tim Highfield, Social media and everyday politics, Polity, 2016
  • Tania Bucher, If…then. Algorithmic power and politics, Oxford University Press, 2018.
«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή