Και μόνο να σκεφτείς τον όρο «γενιά» αντιλαμβάνεσαι πόσο προβληματικός είναι, ιδιαίτερα αν αρχίσεις να θυμάσαι τους δρόμους της δικής σου ενηλικίωσης, μέσα στο γενικό πλαίσιο της εποχής σου που φυσικά έπαιξε τον καθοριστικό της ρόλο, αλλά με όλη την επίσης καθοριστική συμμετοχή μιας παλέτας άπειρων αποχρώσεων των χαρακτηριστικών της. Χρονικά η γενιά μου είναι άνθρωποι που γεννήθηκαν γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ʼ50, βίωσαν ως παιδιά το αρχικό στάδιο του μετεμφύλιου, πέρασαν την εφηβεία σε συνθήκη δικτατορίας, έβγαλαν τα πρώτα τους βιβλία περί τα μέσα της δεκαετίας του ʼ70 και κυρίως (ο μεγαλύτερος όγκος) περί τις αρχές του ʼ80, ωστόσο εκεί σταματούν και οι όποιες ομοιότητες των κοινών χαρακτηριστικών κι αρχίζει το φοβερό παιχνίδι με τις προσλαμβάνουσες. Τόσο τις αδρές, όσο και τις ατελείωτες, λεπτές, αδιόρατες, ακόμα και αόρατες.
Σε ό,τι με αφορά, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκα είχε τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: γεννήθηκα στην Καβάλα το 1955. Παιδί προσφύγων, και από πατέρα και από μητέρα. Η μητέρα μου είχε γεννηθεί στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Μακρύκιοϊ (Μακροχώρι) που περιγράφει και η Μαρία Ιορδανίδου στη Λωξάντρα, ο πατέρας σε ένα χωριό της Προποντίδας (Μικρασιατική ακτή) απέναντι από την Πρίγκηπο. Τους πείραζα λέγοντας ότι για να γεννηθούμε ο αδελφός μου κι εγώ χρειάστηκαν δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, μια προσφυγιά κι ένας εμφύλιος. Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία γιατί ένωσε δυο ανθρώπους κάτω από το βάρος της μεγάλης χορείας των ηττημένων του εμφύλιου. Κόρη «καλής οικογενείας» της επαρχίας η μητέρα, παιδί εργατικής οικογένειας ο πατέρας. Τέσσερα χρόνια φυλακή η μητέρα, Μακρόνησο ο αδελφός της, φυλακές και εξορίες ο πατέρας και τα άλλα τρία αδέλφια του, συν το ότι ο μικρότερος αδελφός του πέρασε όλη τη Βουλγαρική κατοχή (στην Καβάλα είχαμε Βούλγαρους) όμηρος (τα γνωστά «ντουρντουβάκια») στη Βουλγαρία. Το προξενιό δεν θα είχε γίνει ποτέ υπό άλλες συνθήκες και το παλίμψηστο από καταστροφές που αυτές επισώρευσαν. Και μέχρι σήμερα μου είναι αδύνατο να εξηγήσω σε συνομήλικους που γεννήθηκαν στην «άλλη όχθη», ότι εγώ μεγάλωσα σε εντελώς διαφορετική Ελλάδα από τη δική τους. Θα χρειαζόταν βιβλίο ολόκληρο για να εξηγήσω τι εννοώ, γι’ αυτό θα περιοριστώ σε ένα μόνο παράδειγμα:
Εμείς μεγαλώσαμε έχοντας τη συνείδηση, σχεδόν από προσχολική ηλικία, να θεωρούμε φυσική κατάσταση ότι για μας δουλειές όπως οι περιζήτητες, σε τράπεζες, οργανισμούς, δημόσιο και τα συναφή, είναι αποκλεισμένες. Αυτό μας καλλιέργησε μια, τρόπον τινά, «αντάρτικη» ψυχολογία. Ποτέ δεν τέθηκε θέμα να έχουμε «μέσον», να παρακαλέσουμε για κάτι, να πάμε στο γραφείο του βουλευτή. Προχωράμε μόνοι μας με υψηλό φρόνημα εντιμότητας, περηφάνιας και αξιοπρέπειας. Και μαζί βέβαια μεγαλώσαμε μέσα σε έναν άρρητο φόβο. Όσοι μεγάλωσαν σε μεγάλα αστικά κέντρα, ούτε αυτό μπορούν να το αντιληφθούν.
Άλλο βασικό χαρακτηριστικό της επαρχίας, βασανιστικό θα έλεγα για ένα παιδί που διψάει να μάθει, ήταν η έλλειψη πληροφορίας, παιδείας και πολιτιστικής εγερσιθυμίας, παρά το γεγονός ότι υπήρξα τυχερός ως προς το οικογενειακό περιβάλλον που μου καλλιεργούσε την από εξαιρετικά νωρίς εκδηλωμένη αγάπη για το βιβλίο. Το πρώτο μου βιβλίο το απέκτησα πριν την πρώτη δημοτικού (ακόμα το έχω), δώρο της θείας Φαιναρέτης που το έστειλε από την Αθήνα, μόλις απολύθηκε από τις φυλακές Αβέρωφ ύστερα από δεκαετή εγκλεισμό, μαζί με μια σειρά υπέροχες σιδερένιες μινιατούρες αυτοκινήτων (κι αυτές ακόμα τις έχω), από τις οποίες αγαπούσα ιδιαίτερα (αλήθεια λέω) μια Φερράρι! Το βιβλίο ήταν Οι μικροί ήρωες του 1821 των Άλκη Τροπαιάτη και Δημήτρη Γιάκου. Πού να ήξερα ότι πολλά χρόνια αργότερα θα τους γνώριζα… Εν πάση περιπτώσει το βιβλίο με μπέρδεψε. Όντας ωτακουστής ιστοριών της «πατρίδας» από όπου είχαν έρθει οι δικοί μου και ιστοριών της «κατοχής», μπέρδευα τους ηρωισμούς του ʼ21 με την Αντίσταση. Τα πράγματα βέβαια κάποτε ξεμπερδεύτηκαν. Κι από κοντά, σιγά σιγά, τα παραμύθια του Βάρναλη, Ελληνική Μυθολογία, Σκανδιναβική Μυθολογία, Ιούλιος Βερν, Κρόνιν, Περλ Μπακ, Διάπλαση των Παίδων (τελευταία περίοδος) και αρκετά άλλα, όσα άντεχε το, όχι και τόσο εύρωστο, βαλάντιο της οικογένειας.
Και φτάνουμε στην εφηβεία και μαζί με αυτήν στη δικτατορία που η φρίκη της με βρήκε στην έκτη Δημοτικού, με τον δάσκαλο, έναν φασίστα με χιτλερικό μουστάκι, να μας λέει ότι «τώρα με την επανάστασιν θα σταματήσουν να υπάρχουν διάφοροι αλήτες όπως οι Λαμπράκηδες». Ο ουρανός σφοντύλι σ’ ένα παιδί που ήξερε τους Λαμπράκηδες για ήρωες. Δεν ξέρω πόσοι ένιωσαν ότι έχασαν κάτι με την επιβολή της χούντας, πάντως εμείς τη βιώσαμε ως τρομακτική απώλεια ελευθερίας. Κι από δίπλα ένας ολόκληρος κόσμος όπου «κάτι» συνέβαινε, κάτι άπιαστο και μεγαλειώδες, αντηχώντας σαν όνειρο και σαν οδυνηρά αδιαμόρφωτη έλλειψη που στην ουσία δεν πληρώθηκε ποτέ.
Σανίδα σωτηρίας, η δημοτική βιβλιοθήκη Καβάλας. Πρώτη ταυτότητα μέλους στη δευτέρα Γυμνασίου. Παράδεισος. Καζαντζάκης, Τερζάκης, Καραγάτσης, Βενέζης, Πρεβελάκης, Μοσκόβης, Ουγκώ, Θερβάντες, Δουμάς, όλα ανακατεμένα και όσα προλάβαινα. Ήδη από την πέμπτη Δημοτικού είχα ομολογήσει στον εαυτό μου (ήμαρτον Κύριε!) ότι θα γίνω διάσημος συγγραφέας! Και μαζί ψαξίματα σε μουσικές, κινηματογράφο, θέατρο (όσα αραιά έρχονταν στην Καβάλα), όλα… ανακατεμένος ο ερχόμενος. Ώσπου φτάνουμε στην Πέμπτη Γυμνασίου και μπαίνει στην τάξη ένας φιλόλογος που οι προηγηθείσες φήμες τον ήθελαν εξαιρετικά αυστηρό. Και ήταν. Το όνομά του, Κωνσταντίνος Προκόβας. Του οφείλω τα πάντα. Δημιουργικός, εξαιρετικός φιλόλογος (υπήρξε αργότερα Διευθυντής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη) και βαθιά δημοκράτης. Καινοτόμος, γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια τον ατσάλινο κορσέ της χούντας, είχε καθιερώσει ελεύθερη ώρα στο μάθημά του όπου μας διάβαζε άγνωστα ονόματα που με συγκλόνιζαν. Ακόμα και τώρα θυμάμαι την απέραντη έκπληξη που ένιωσα όταν άκουσα για πρώτη φορά το όνομα Ραπιντρανάθ Ταγκόρ, που έριξε συθέμελα όλα τα όρια των βεβαιοτήτων μου γι’ αυτά που ήξερα.
Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο μπορεί να γίνει αντιληπτό σήμερα, τι θα πει έλλειψη πληροφορίας στα πάντα, πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα της ασφυξίας όταν σου λείπουν όλα κι αυτό το «όλα» δεν έχει σχήμα. Θα μπορούσα να γράψω βιβλία ολόκληρα για την έκπληξη που ένιωθα κάθε φορά που ανακάλυπτα μια καινούργια ήπειρο. Αργά και βασανιστικά να ανοίγεται ο κόσμος, περισσότερο ως υποψία για το τι υπάρχει μετά και αγωνία να το γνωρίσεις (αυτή η αγωνία που διαμορφώθηκε τότε, δεν με εγκατέλειψε ποτέ). Από ποίηση όμως τίποτα. Άγνωστος κόσμος, σχεδόν ανύπαρκτος. Ώσπου πέφτει στα χέρια μου μια ανθολογία Ελληνικής Ποίησης από τις εκδόσεις ΒΙΠΕΡ (Βιβλία Περιπτέρου). Μου είναι αδύνατον να περιγράψω τι μου συνέβη. Αν δύο φορές στη ζωή μου ήμουν παρών σ’ ένα θαύμα, η πρώτη ήταν αυτή. Ποτέ πια δεν θα ήμουν ίδιος. Μαζί και μέσα στην παραζάλη, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς, πέφτουν στα χέρια μου τα Ποιήματα του Σεφέρη, το Άξιον Εστί του Ελύτη και η Γέφυρα του Ρίτσου. Δεν ξανακοίταξα πίσω. Όποιος δεν έζησε στην επαρχία έφηβος και διψασμένος, την εποχή της χούντας, δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλάβει.
Ωστόσο η ώρα να γράψω ποίημα δεν είχε έρθει ακόμα. Όμως εκείνος ο ευλογημένος άνθρωπος, ο κύριος Κωνσταντίνος Προκόβας, μέσα στις άλλες καινοτομίες, εκτός προγράμματος, είχε καθιερώσει και ώρα ελεύθερης ασχολίας όπου το κάθε παιδί μπορούσε να γράψει ή να διαβάσει ό,τι ήθελε. Ή απλώς να ακούσει τους συμμαθητές του. Χωρίς βαθμολογία. Μέσα στις χαλύβδινες σχολικές νόρμες της εποχής, εύκολα μπορεί να φαντασθεί κανείς τι ήταν το αίσθημα ελευθερίας που νιώσαμε. Τότε επιχειρώ να «γράψω». Άλλος σεισμός! Γράφω όπως αυτά που διαβάζω. Γράφω ένα διήγημα! Πολλά χρόνια μετά όταν διάβασα αυτό που λέει ο Γιάννης Ρίτσος, πως «ο ποιητής είναι ο πρώτος έκπληκτος αναγνώστης των ποιημάτων του», δάκρυσα. Ήξερα μέχρι τα μύχια της ψυχής μου την έκπληξη που άλλαξε τη ζωή μου.
Αργότερα ήρθε η κάθοδος στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο φθινόπωρο της Μεταπολίτευσης. Το πρωί δουλειά, το απόγευμα μια σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων! Ελευθερία όμως. Κορίτσια. Πολιτική. Λύσσα για κινηματογράφο. Από κοντά βιβλιοπωλεία, συναυλίες στο Παλέ ντε σπορ, παθιασμένες συζητήσεις, όλα ανακατεμένα, όλα βουλιμικά, έρωτας ακατάσχετος, βαρδάρης και έρημη παραλία. «Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη». Μεθύσια, ψιλόβροχο στα κάστρα, Θεέ μου ελευθερία. Τα πρώτα ποιήματα. Κάθοδος στην Αθήνα. Πάντειος (όχι Πάντειο). Καράγιωργας, Δεσποτόπουλος, Βέλτσος, ένταξη στην ΚΝΕ κι ο έρωτας να σε τραβάει απ’ το μανίκι. Και έρχεται το 1980. Κάποια ποιήματά μου, χωρίς να το ξέρω, φτάνουν στα χέρια του Γιάννη Ρίτσου. Ο ποιητής, θρύλος για μένα, ειδοποιεί πως θα τον ενδιέφερε να τον συναντήσω. Βρισκόμαστε. Του διαβάζω και με διορθώνει για δυο ώρες. Μου λέει –μιλώντας μου στον πληθυντικό– να δουλέψω πολύ, να διαβάσω πολύ ποίηση, συστήνοντάς μου μια σειρά από ποιητές εκτός κάθε υποψίας κομματικού αρτηριοσκληρωτισμού και να βρεθούμε σε έναν χρόνο. Φεύγω από το σπίτι του παραπατώντας. Ήταν το δεύτερο θαύμα στο οποίο ήμουν παρών. Άλλος πήγα, άλλος έφυγα. Σαν να διακτινίστηκα σε μια άλλη διάσταση του χρόνου. Κυριολεκτώ. Σε έναν χρόνο πηγαίνω πάλι. Ξεκινάει μια σεβαστική φιλία μέχρι το τέλος της ζωής του. Άπειρο κέρδος. Μια μαθητεία στη σοφία της ανεξικακίας. Παντοτινά ευγνώμων.
Φτάνουμε στο 1982. Πρώτη συλλογή. Τετράδιο Ιχνογραφίας. Ιδίοις αναλώμασι. Πηγαίνω στη Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών να βοηθήσω σε μια έρευνα για τα προβλήματα του ελληνικού βιβλίου. Πάλι ο κόσμος μου μεγαλώνει απότομα. Για πρώτη φορά βρίσκομαι μ’ εκείνους που διαβάζω: Έλλη Αλεξίου, Ρίτα Μπούμη-Παπά, Νίκος Παπάς, Ζήσης Σκάρος, Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής, Γεράσιμος Γρηγόρης, Μιχάλης Κατσαρός και τόσοι άλλοι. Και λυσσαλέο διάβασμα και γράψιμο. Σινόπουλος, Μάρω Δούκα, Αλεξάνδρου, Κοντός… Χωρίς να καταλάβω 1984, στρατός μέχρι τον Φεβρουάριο του 1986. Τον Απρίλιο αρχίζει το μεγάλο σχολείο της Δημοσιογραφίας από τον Ριζοσπάστη. Είμαι τρελαμένος. Ο κόσμος μου είναι πια ωκεανός. Διαβάζω, γράφω και παίρνω συνεντεύξεις από ανθρώπους που ούτε στο όνειρό μου δεν θα τολμούσα να πλησιάσω. Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ευτύχης Μπιτσάκης, Φρίντριχ Ντίρενματ, Νικηφόρος Βρεττάκος και… και…, κάθε συνέντευξη κι ένα μάθημα, κάθε μέρα και μια μαθητεία. Από το 1985 φτάνει 1990 για να βγάλω καινούργιο βιβλίο. Δεν μοιάζει σε τίποτα με τα προηγούμενα. Ακολουθούν διάφορες περιπέτειες του βίου, προσωπικές και επαγγελματικές. Πολύτιμοι σταθμοί οι 500 περίπου εκπομπές βιβλίου με τίτλο «Βιβλιοθέαση» για το τηλεοπτικό κανάλι «Seven» και οι 1000 εκπομπές με ποίηση και μουσική για το Τρίτο Πρόγραμμα με τίτλο «Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα». Ακόμα μια (μάλλον δυο) τεράστια μαθητεία. Και η προσωπική στήλη στην Αυγή της Κυριακής από το 1996, που ακόμα συνεχίζεται. Τριάντα χρόνια Κυριακές. Αυτές οι τρεις συνεργασίες έπαιξαν καθοριστικότατο ρόλο στη διαμόρφωση της ποιητικής μου ιδιοπροσωπίας.
Εν τω μεταξύ αδέλφια μου στην ποίηση που τόσο αγάπησα και τόσο κουβεντιάσαμε φεύγουν ένα ένα. Πρώτη και Δεύτερη μεταπολεμική γενιά, γενιά του ʼ70, κοιτάζω τα βιβλία τους και ξέρω πως έχω πολλά να μάθω ακόμα. Δεν νοσταλγώ. Ζω μαζί τους, όπως μαθαίνει κανείς να ζει με τον άνεμο. Κι όταν έχει ησυχία, ξέρω πως θ’ ακούσω το φουρφούρισμα από τις σελίδες τόσων και τόσων βιβλίων που με έφεραν μέχρι εδώ και τόσων άλλων που ακόμα δεν έχουν γραφτεί κι είναι ο μέγας άνεμος που κάποτε θα πάρει κι εμένα.

