Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια το μάθημα των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο βρίσκεται μεταξύ δύο αντίθετων τάσεων. Να εξέλθει από τον παραδοσιακό και στενά ομολογιακό του πλαίσιο σε έναν γόνιμο διάλογο με τη θρησκευτική ετερότητα και πολυφωνία ή να παραμείνει σε μια κλειστή μονοφωνία ως η επίσημη διδασκαλία του ορθόδοξου δόγματος στο σχολείο. Οι κατά καιρούς γνωμοδοτήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών μέχρι και την πλέον πρόσφατη (2/2022 της ΑΠΔΠΧ), σταθερά έτειναν υπέρ των απαλλαγών για λόγους συνείδησης και ελευθερίας, αλλά και οι νέες εκπαιδευτικές συνθήκες και οι ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές οδήγησαν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και το ΙΕΠ στα νέα προγράμματα σπουδών (2010-2015). Τα προγράμματα αυτά στη σύντομη εφαρμογή τους (2017-2019) πραγματοποίησαν ένα πρωτόγνωρο διαλογικό άνοιγμα του μαθήματος προς τη θρησκευτική ετερότητα του σύγχρονου κόσμου. Η συμπερίληψη θρησκειολογικών αναφορών και ο νέος παιδαγωγικά τρόπος διδασκαλίας του συνάντησε την έντονη αντίθεση διαφόρων συντηρητικών κύκλων, οι οποίοι προσέφυγαν στο ΣτΕ, ζητώντας την ακύρωσή τους.
Στενεύοντας απόλυτα τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, το ΣτΕ δικαίωσε τις προσφυγές τους (αποφ. 1749-1752/2019) και ως λύση του γόρδιου δεσμού μεταξύ ομολογιακού μαθήματος και απαλλαγών, για πρώτη φορά πρότεινε ισότιμο, δηλαδή, ομολογιακό (ορθόδοξο, ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό), ετερόθρησκο (ισλαμικό κ.λπ.) ή ουδετερόθρησκο (π.χ. φιλοσοφικής ηθικής) μάθημα, «εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται». Μάλιστα, με νέα απόφασή του το ΣτΕ προτείνει ρητά τη δημιουργία ενός ουδέτερου μαθήματος (φιλοσοφικής) ηθικής. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται νέα και πρωτόγνωρα δεδομένα στο ελληνικό σχολείο, την επίδραση και τις συνέπειες των οποίων οφείλουμε να αναλογιστούμε για το άμεσο μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης. Αφενός, λοιπόν, επιβάλλεται ένα αποκλειστικό και στενά ομολογιακό μάθημα για την Ορθόδοξη πίστη, και από την άλλη, παρέχονται οι δυνατότητες θεσμοθέτησης ενός άλλου ή άλλων παράλληλων μαθημάτων, τα οποία θα συγκεντρώνουν όλους όσοι δεν επιθυμούν μία στενή ορθόδοξη ομολογιακή διδασκαλία. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή η απόφαση του ΣτΕ ανοίγει τον δρόμο για να δημιουργηθεί ό,τι ακριβώς νομίζει ότι αποκλείει και καταπολεμά: δηλαδή ένα μάθημα Θρησκευτικών με επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας, ωστόσο, περιεκτικό, διαλογικό και πλουραλιστικό για τη θρησκευτική ετερότητα. Αντίθετα, το ΣτΕ διευκολύνει πλέον τη σταδιακή εισαγωγή πολλών άλλων «ομολογιακών» και «κατηχητικών» μαθημάτων (ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό, ισλαμικό κ.λπ.) και κυρίως την εισαγωγή ενός απόλυτα ουδετερόθρησκου και εκκοσμικευμένου μαθήματος. Το εν λόγω ουδετερόθρησκο και εκκοσμικευμένο μάθημα, π.χ. φιλοσοφικής ηθικής, προφανώς θα ανταγωνίζεται το μοναδικό κλειστό ομολογιακό ορθόδοξο μάθημα (ή τα πολλαπλά ομολογιακά μαθήματα), με απρόβλεπτες συνέπειες για το δημόσιο σχολείο.
Όλοι όσοι εργαστήκαμε δημιουργικά και εμπνευσμένα στη διαμόρφωση των νέων προγραμμάτων σπουδών τα τελευταία είκοσι έτη –άλλοτε υπό την μέγγενη της μείωσης των ωρών, άλλοτε υπό τον κίνδυνο απώλειας του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, άλλοτε υπό την πίεση των ανεξάρτητων αρχών για αναιτιολόγητες απαλλαγές, ακριβώς εξαιτίας του όποιου κατηχητικού ή μονοφωνικού χαρακτήρα του– διαπιστώσαμε με έκπληξη, εν τέλει, ότι με την προστασία και νομική κάλυψη του ΣτΕ το μάθημα των Θρησκευτικών καθίσταται de facto προαιρετικό για όλους, ό,τι ακριβώς φοβόμασταν και επιχειρήσαμε με τα νέα προγράμματα να αποφύγουμε.
Επιπλέον, το μάθημα των Θρησκευτικών αντί να φέρνει σε διάλογο, συνύπαρξη και καταλλαγή με τη θρησκευτική ετερότητα, αποβαίνει θεμελιώδης λόγος θρησκευτικού και πολιτισμικού διαχωρισμού, θρησκευτικών αντιθέσεων και παράλληλων μονολόγων. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι συμβαίνει στο επίπεδο του κοινωνικού σώματος, του λεγόμενου δημόσιου χώρου και του ευρύτερου πολιτισμού μας, ώστε ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό ζήτημα να οδηγηθεί στο ΣτΕ για να διερευνηθεί και να κριθεί δικαστικά η συνταγματικότητά του; Τι σημαίνει ότι μία απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου μπορεί να παρεμβαίνει σε ζητήματα επιστημονικά, θεολογικά, παιδαγωγικά, έστω και αν επιχειρηματολογεί τυπικά για να προστατεύσει τη θρησκευτική μας ταυτότητα, ενδοστρέφεια και αυτάρκεια με κίνδυνο να την εργαλειοποιεί ιδεολογικά και μάλιστα σε μια κοινωνία που ραγδαία εκκοσμικεύεται;
Η απόφαση του ΣτΕ χρειάζεται να συζητηθεί οπωσδήποτε πέρα από τη στενά νομική θεώρησή της, γιατί σε αυτήν υπολανθάνει και ένα πλήθος άλλων ζητημάτων που αποτελούν αντικείμενο ευρύτερου διεπιστημονικού διαλόγου της θεολογίας, της παιδαγωγικής και των άλλων ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών που σχετίζονται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη και ευρύτερα με τις υπάρχουσες συνθήκες στην καθημερινή ζωή και στον σχολικό πολιτισμό μας. Έχοντας υποκαταστήσει τον επιστημονικό ρόλο των Θεολογικών Σχολών, την επίσημη θέση της Εκκλησίας, καθώς και των θεσμοθετημένων γνωμοδοτικών επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργάνων του Υπουργείου Παιδείας, η εν λόγω απόφαση μάλλον επέλεξε να καθορίσει και να ελέγξει δικαστικά το ίδιο το περιεχόμενο της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο, αποδεχόμενη πλήρως τις αιτιάσεις και τις κατηγορίες μιας συντηρητικής ομάδας, δεσμεύοντας, όμως, αυτό καθαυτό το δημόσιο σχολείο και εν γένει την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας προστατευτικής δικαστικής παρέμβασης φαίνεται ήδη ότι μπορεί να αποβούν μοιραίες όχι μόνο γιατί υπονομεύουν ουσιαστικά το ίδιο το μάθημα, αλλά σταδιακά μπορεί να οδηγήσουν σε επιστημονική συρρίκνωση και σε ομολογιακή εσωστρέφεια τις ίδιες τις θεολογικές σπουδές στη χώρα μας. Σε μια εποχή θρησκευτικού και πολιτικού αναθεωρητισμού, ευρύτερων γεωπολιτικών, γεωεκκλησιολογικών και ακραίων ιδεολογικών τάσεων, η ελληνική ορθόδοξη θεολογία οφείλει διαρκώς να αφουγκράζεται, να διαλέγεται και να προσλαμβάνει εμπνευσμένα και κριτικά τα σύγχρονα ρεύματα του πολιτισμού. Σήμερα, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά με τον πολύπτυχο και πολυθρησκευτικό κόσμο μας. Η ορθόδοξη θεολογία μπορεί να συνεργαστεί γόνιμα και διεπιστημονικά και να προσανατολίσει προς μια εκπαιδευτική αντίληψη που θα σέβεται τη διαφορά και τη θρησκευτική ετερότητα. Εν τέλει, η απομόνωση και ο περιορισμός του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα είδος στενής ομολογιακής ταυτότητας, η οποία δεν διαλέγεται κριτικά με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό, μπορεί να περιθωριοποιήσει την παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Θεολογίας στον δημόσιο χώρο, στην εκπαίδευση, στην κοινωνία, στις επιστήμες, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Ωστόσο, σε μία δημοκρατική και πλουραλιστική κοινωνία, σε ένα σύγχρονο σχολείο ανοικτών οριζόντων, σε μία διαλεγόμενη με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό θεολογία δεν υπάρχουν αδιέξοδα παρά μόνο γόνιμες και δημιουργικές προκλήσεις για την υπέρβασή τους.
Αντί να παρακολουθούμε άπραγοι τον αργό θάνατο του μαθήματος των Θρησκευτικών ή να ερίζουμε για το περιεχόμενό του, χρειάζεται εκ νέου να συζητήσουμε και να αναδιαμορφώσουμε θεσμικά τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία του σε νέες βάσεις και αρχές. Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η θρησκευτική εκπαίδευση στη χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή: υπερβαίνοντας την όποια στενή ομολογιακή ή μονοφωνική φυσιογνωμία της, είναι ανάγκη να ισχυροποιήσει τα επιστημονικά, θεολογικά και εκπαιδευτικά θεμέλιά της, να διευρύνει το πεδίο μελέτης και τον ορίζοντα της μαθησιακής διερεύνησής της. Το μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να ανασυγκροτηθεί και να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου που ελεύθερα θα το παρακολουθούν, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους;

