Λάτρης του ουσιαστικού κινηματογράφου, ο διηγηματογράφος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος κατέθεσε εντατικά τον κριτικό οβολό του και σε αυτό το πεδίο, ευρισκόμενος πια εγκατεσπαρμένος μέσα στις τρεις συναγωγές δοκιμιακών κειμένων του που κυκλοφόρησαν με τους τίτλους Παρακείμενα (Κέδρος, 1983), Αποκείμενα (Νεφέλη, 2000) και Υποκείμενα (Γαβριηλίδης, 2014). Ανασκάπτοντας προσφάτως το πολύτιμο αρχείο του, ανακάλυψε ένα αθησαύριστο κείμενό του για τον πειραματικό κινηματογράφο και ειδικότερα για δυο ταινίες του Πώλ Γκρέυ. Το κείμενο προοριζόταν κατά πάσα πιθανότητα για το περιοδικό του Κωστή Τριανταφύλλου Λωτός. Πρόκειται για μια υποδειγματική σπουδή, γραμμένη προτού πενήντα χρόνια, πρόκειται για ένα μνημείο κριτικής εμβάθυνσης.
Ηλίας Λ. Παπαμόσχος
Το Κέντρο Πειραματικού Κινηματογράφου παρουσίασε ταινίες Αμερικανών πρωτοποριακών σκηνοθετών, καθώς και την ανάλογη δουλειά Ιταλών της ελεύθερης ομάδας της Ρώμης. Τα δείγματα δεν αρκούν για να στηρίξουν οποιαδήποτε γενικότερη εντύπωση, εκτός ίσως από την υποψία πως η ομάδα της Ρώμης φαίνεται να κρατάει έναν ανθρώπινο καμβά σαν οδηγό παράστασης.
Μια ολότελα άλλη περίπτωση ήταν οι δυο (ατέλειωτες ακόμη, και με την κόπια εργασίας προβληθείσες) ταινίες του Πωλ Γκρέυ Αφασία και Το ταξίδι της Ζαχάρας. Με τον Γκρέυ νιώθει κανείς πως αντικρύζει όχι απλώς έναν πρωτοποριακόν, αλλά έναν πρωτοπόρο. Οι ταινίες του, ακροβατώντας με άνεση πάνω στη διάσταση των φαντασιώσεων, ξεπερνάνε με μιαν απροσδόκητη αποτελεσματικότητα την ασπόνδυλη καλλιγραφία του αντεργκράουντ και χωρούν, κατά τρόπον φυσικότατον, στα επέκεινα του χώρου που έπλασε ο Φελλίνι (όπου τελικά εγκλωβίστηκε). Η διαφορά είναι σημαντική και δεν ενέχει υπαινιγμούς ποιότητας. Από τη μια ο Φελλίνι και η μυθολογία των μεταφυσικών του ενυπνίων ─ από την άλλη ο φτωχός μας Πωλ Γκρέυ, ειλικρινής, ειλικρινέστατος, να τριγυρίζει στον διασπασμένο του κόσμο των φαντασιώσεων. Η δειγματοληψία ήταν περιορισμένη (και πρόωρη), για να αποτιμηθεί αυτός ο ιδιοφυής και για να ενταχθεί στο πλαίσιο, όπου αρέσκεται να τριγυρνάει. Είναι άδηλον, εισέτι, εάν ο Γκρέυ αποτελεί επιβίωση ή συνέχεια του Φανταστικού στον σύγχρονο κινηματογράφο.
Να μια απόπειρα να μιλήσει κανείς για τον Γκρέυ, επανανάγοντας σε φράσεις τις προσωπικές του εικόνες από Το ταξίδι της Ζαχάρας: ««Η τσιγγάνα (ο τσιγγάνος) κι η κοπέλα κάθονται σ’ ένα χράμι. Η τσιγγάνα στολίζει με χάντρες το λευκό πόδι της κοπέλας. Παίζουν χαρτιά με τραπουλόχαρτα, περίεργα ζωγραφισμένα. Πίνουν κόκκινο κρασί. Η κοπέλα γυμνώνει τα πόδια της και πέφτοντας πίσω περιμένει. Η τσιγγάνα (ο τσιγγάνος) της χαϊδεύει τα πόδια, γυμνώνοντάς τα μέχρι τους γλουτούς. Της βγάζει με προσοχή τις λευκές κάλτσες. Η κοπέλα αφαιρεί την κίτρινη μπλούζα της τσιγγάνου (της τσιγγάνας), φαίνονται τα βυζιά της στριμωγμένα σ’ έναν διαφανή κεστό από σελοφάν. Η κοπέλα χαϊδεύει τους στρογγυλούς μαστούς της τσιγγάνας. Αυτός (αυτή) αλείφει με μύρο το αιδοίο της κοπέλας.
Ένα μαχαίρι ξαφνικά. Ένα στήθος κατάστικτο από παληές πληγές. Δυο κορμιά πεσμένα ανάσκελα, σαν νεκρά. Το άδειο, τρελλό πρόσωπο της τσιγγάνας».
Άκρως σημαντική η άλλη ταινία του Γκρέυ, Αφασία. Ο ίδιος δήλωσε πως ο τίτλος, δεν ταυτίζεται με την ιατρική σημασία του όρου (που σημαίνει απώλεια της ικανότητας για ομιλία). Η ταινία, που έχει για περίγυρο μια ψυχιατρική κλινική και τους αρρώστους της, θυμίζει ενίοτε μιμόδραμα, ή τις μάσκες του Μαρσέλ Μαρσώ. Βασική σκηνή είναι του γάμου. Τα χρώματα, και δω, κυρίως μαύρα και έντονα κόκκινα: «Γύρω σ’ ένα μακρύστενο τραπέζι, πρόσωπα έντονα βαμμένα, θυμίζουν μάσκες. Στόματα μεγάλα, σαν ώριμα λουλούδια, μάτια σαν ματωμένα. Στην κορυφή, ο γαμπρός και η νύφη. Πίνουν κόκκινο κρασί κι η σκηνή φωτίζεται με μια κόκκινη ανταύγεια. Στην γαμήλια τούρτα, ο γαμπρός και η νύφη (από ζάχαρη ή πορσελάνη), εν σμικρογραφία είδωλα του πραγματικού ζευγαριού. Οι κινήσεις, και οι γκριμάτσες όλων, γίνονται σπασμωδικές. Λείπουν οι γονείς, για ν’ αρχίσει ο γάμος. Παίρνουν τότε την ψυχίατρο, κι έναν άρρωστο, τους μπογιατίζουν έντονα και τους τοποθετούν στην κορυφή του τραπεζιού. Εκείνη κυττάζει ολόισια, με ένταση. Ακολουθώντας το βλέμμα της, ο φακός φθάνει στον γαμπρό και την νύφη. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Είναι και οι δυο πεθαμένοι, τα κεφάλια τους γερμένα σαν μαραμένα λουλούδια».
Αυτός, περίπου, είναι ο κόσμος του Πωλ Γκρέυ, ενός ιδιότυπου κινηματογραφιστή των φαντασιώσεων, αποσπασματικού και, ακόμη, εν τω γίγνεσθαι.
