Μαρία Βαχλιώτη, Κάλπη, Μελάνι, Αθήνα 2023.
Κι’ έτσι θα φανερωθή όλος ο κόσμος
κάθε γένους και κάθε βαθμού… της γυναίκας.
Ο Δεκέμβρης (εκτός απ’ όλα τ’ άλλα –γιατί κυρίως κάτι άλλο είναι ο Δεκέμβρης) είναι ένας μήνας με γεμάτα βιβλιοπωλεία και πολλές νέες κυκλοφορίες –τόσες που δεν ξέρεις πού να πρωτοκοιτάξεις. Γι’ αυτό μερικές (περισσότερο ανυπόμονες παρά προνοητικές) από εμάς δεν περιμένουν να ενημερωθούν τελευταία στιγμή, ξεσηκώνονται από νωρίς και μετά ζαλίζουν τις βιβλιοπώλισσές τους: «Βγήκε αυτό; Ήρθε εκείνο; Μέχρι πότε θα περιμένω πια;». Η μέθοδος αυτή, που βασίζεται σε προ-ανακοινώσεις των εκδοτικών, ό,τι πάρει το αυτί σου στους δρόμους και το μάτι σου στα social (και όχι τόσο σε προφητικά όνειρα, αν και δεν ξέρεις ποτέ), έχει τα μειονεκτήματά της, αλλά σε κρατάει σε μια εγρήγορση και τέλος πάντων εγώ την ακολούθησα και φέτος.
Κατηγορία ελληνική λογοτεχνία. Σεπτέμβρης, συλλέγω τις φθινοπωρινές πληροφορίες μου και αρχίζω να καρδιοχτυπώ για τα Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι της Σοφίας Χατζοπούλου και την Κάλπη της Μαρίας Βαχλιώτη που θα κυκλοφορήσουν προσεχώς. Οκτώβρης και κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Διακοπές στην Αβησσυνία της Ελίζας Παναγιωτάτου –το περίμενα όλο το καλοκαίρι, το διαβάζω αμέσως, ενθουσιάζομαι, συνεχίζω να περιμένω Χατζοπούλου και Βαχλιώτη. Νοέμβρης και λίγο η Φόνισσα (του Παπαδιαμάντη και) της Νάθενα που βγαίνει στα σινεμά, λίγο που με τις φίλες μου ξαναπιάνουμε την Όντρι Λορντ, ξεχνιέμαι, αλλά περιμένω πάντα μια Σοφία και μια Μαρία. Δεκέμβρης. Κάποιος έχει πει στους εκδοτικούς πως το ʼ24 θα είναι γρουσούζικο και βιάζονται να τα τυπώσουν όλα τώρα. Επικρατεί κομφούζιο, μέσα στο οποίο αργοπεθαίνει η αναμονή: Μέσα του μήνα Αινίγματα και Κάλπη είναι στο τυπογραφείο· πάει να πει, δεν θ’ αργήσουν να βρουν τη θέση τους στους πάγκους των βιβλιοπωλείων.
Συλλογή μικρο-διηγημάτων είναι τα Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι. Θα επανέλθω σ’ αυτά και θα εξηγήσω τότε γιατί περίμενα τόσο ενθουσιωδώς την πρωτοεμφανιζόμενη Χατζοπούλου. Αυτό είναι ένα κείμενο για την Κάλπη, για την τέταρτη δηλαδή ποιητική συλλογή της Μαρίας Βαχλιώτη. Οι τρεις που προηγήθηκαν είναι και η εξήγησή μου για την εναγώνια αναμονή μου: Άλλα λόγια (Μελάνι, 2013· Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση του περιοδικού Ο Αναγνώστης), Εσπεράντο (Μελάνι, 2016· «Μπορείς/ ωστόσο/ και να βήξεις δυνατά/ πάνω απ’ τον άσπρο καναπέ τους./ Είναι μια μέθοδος κι αυτή/ που διευκολύνει τους εμέτους.»), Εμφύλιος (Μελάνι, 2019· «Τιτανικός ήθελε να ’ναι/ η μαμά// να δοξαστεί επ’ άπειρον// παίρνοντας κάνα δυο χιλιάδες/ στον βυθό της.»)[1].
Τη Μαρία Βαχλιώτη θα μπορούσα να την είχα γνωρίσει σε κάποιο συνέδριο φιλολογίας ή μέσα από τη διατριβή της για τον Ρίτσο[2], αλλά δεν έγινε έτσι. Είχε πέσει κάποτε τυχαία στα χέρια μου το/η Εσπεράντο της και, αυτό ήταν, με κέρδισε αμέσως. Καμία συλλογή της δεν έχω διαβάσει μία μόνο φορά. Όλα δείχνουν όμως πως την Κάλπη θα τη διαβάσω περισσότερες απ’ τις άλλες (θα πρέπει να είμαι ήδη στην ένατη ή δέκατη ανάγνωση), γιατί (θεωρώ πως) έχει μια συναρπαστική συνθετότητα. Νιώθω, ας πούμε, πως η Βαχλιώτη την έγραψε σαν να σχεδίαζε χάρτη θησαυρού.
Στην αρχή συναντάμε τον Σολωμό. Η συλλογή ανοίγει με προμετωπίδα από τη Γυναίκα της Ζάκυθος: «(Αλλά πρώτα να πω: φωνές και χλαλοή ποιος ρωτάει, ποιος αποκρένεται)». Ακολουθεί το ποίημα «Προμηθέας», που έχει τη δική του προμετωπίδα, από τη Γυναίκα της Ζάκυθος πάλι: «Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά, για να δείξει πως δεν επέθανε». Καθίστε τώρα να σας πω πού το βλέπω το σύνθετο. Η συλλογή είναι γεμάτη λόγια της Γυναίκας της Ζάκυθος στην ίδια στρατηγική θέση[3]. Θα μπορούσε κάποια να διαβάσει όλες αυτές τις προμετωπίδες μαζί, να δει αν, αποκομμένες από το πλαίσιό τους και με τη σειρά που δίνονται εδώ, λένε μια ιστορία. Ή να προσπαθήσει να τις βάλει στη «σωστή» σειρά – έτσι όπως εμφανίζονται στο έργο του Σολωμού. Θα μπορούσε να σταθεί στη σχέση της καθεμιάς με το αντίστοιχο ποίημα[4]· σε νήματα που ενώνουν τη συλλογή με το έργο του Σολωμού[5] –σε λέξεις, πιθανόν και εικόνες, που συναντάμε και εδώ και εκεί[6]. Αυτές είναι βέβαια τακτικές που αρέσουν σ’ εμένα –εσείς μπορείτε ν’ απολαύσετε απλώς την ανάγνωση.
Ενώ απολαμβάνετε το πρώτο ποίημα της Κάλπης, θα σκεφτείτε πιθανόν πως το τρύπιο στήθος («Έχω στο στήθος μου μια τρύπα») είναι του Προμηθέα[7], πως το ποίημα είναι γι’ αυτόν, γι’ αυτό έχει άλλωστε το όνομά του για τίτλο. Στη συνέχεια του ποιήματος ωστόσο θα βρείτε μια «καισαρική τομή» και ένα «παγωμένο χειρουργείο». Μπορεί τότε να πείτε πως ο λόγος δεν είναι για τον Προμηθέα· να σκεφτείτε έναν σύγχρονο, αλλιώτικο Προμηθέα· να αρχίσετε να σκέφτεστε μωρά («Έχω στο στήθος μου μια τρύπα/ σαν το κεφάλι ενός μωρού»)· να τα θεωρήσετε όλα μεταφορικά. Συνεχίζοντας την ανάγνωση, στην επόμενη κιόλας σελίδα, υπό τον τίτλο «At last», θα βρείτε άλλη μια τρύπα σε σώμα, μια «τρύπα στον λαιμό», καθώς και τις προεκτάσεις της: «τρύπα κρατήρας –τρύπα η άβυσσος– η τρύπα της κολάσεως». Γενικά, όσο προχωράτε, το πράγμα θα συνεχίσει να χτίζεται. Δυο στιγμές πριν το κλείσιμο της συλλογής θα συναντήσετε τον «Επιμηθέα». Και αν είστε αφηρημένες εκείνη την ώρα και δεν κάνετε τη σύνδεση με τον «Προμηθέα», θα σας δοθεί κι άλλη ευκαιρία: Αμέσως μετά τον «Επιμηθέα», έρχεται το «At least».
Πρόζα είναι το «At last», πρόζα και το «At least»[8], αυτή είναι η ιδιαιτερότητά τους. Και οι τίτλοι τους, που μοιάζουν αλλά δεν είναι ίδιοι. Και που προηγείται το «At last», που λογικά θα το περιμέναμε στο τέλος. Και που ανοίγουν με την ίδια λέξη: «Αντικειμενικώς». «Αντικειμενικώς ήταν ωραία η κατασκήνωση, δάσος και χώροι άθλησης, κρεβάτια αναπαυτικά», διαβάζουμε στην αρχή του «At last». Ακολουθούν όμως συρματοπλέγματα, «τα πλήθη των συγκρατούμενων», αναμνήσεις λειψές, ένας τρύπιος λαιμός και «η κόλαση που υπομονετικά μας περιμένει». «Αντικειμενικώς την έλεγες αγράμματη», διαβάζουμε στην αρχή του «At least» –ας μη βιαζόμαστε όμως.
Μετά (τον «Προμηθέα» και) το «At last» και πριν τον «Επιμηθέα» (και το «At least») είναι παραταγμένα δεκαπέντε ποιήματα, με μονολεκτικούς ως επί το πλείστον τίτλους («Σκηνοθεσία», «Γενέθλια», «Exit»), το καθένα από τα οποία έχει δύο μέρη (Ι και ΙΙ). Να το πω και ρητά: Στην τύχη δεν είναι αφημένο τίποτα, όλα είναι μετρημένα –και αν έχει αριθμό κλειδί η συλλογή, θα πρέπει να είναι το δύο. Τα Ι και ΙΙ δεν σχετίζονται πάντα με τον ίδιο τρόπο μεταξύ τους· μπορεί σε κάθε περίπτωση να συνομιλούν (με μια ευρεία έννοια), δεν το κάνουν όμως με τους ίδιους όρους συνεχώς και σίγουρα δεν είναι απλώς η αφηγηματική φωνή, το ποιητικό υποκείμενο ή η οπτική γωνία εκείνο που κάθε φορά αλλάζει. Στο ποίημα «Γκαλερί», ας πούμε, γίνεται ξεκάθαρα λόγος για Εκείνη και Εκείνον, εμφανίζονται όμως αμφότεροι στο Ι, δεν μοιράζονται στα Ι (που ανοίγει με τον στίχο «Είχαν κι οι δυο ξεκάθαρη προτίμηση») και ΙΙ (που ανοίγει ως εξής: «Ψέματα λένε και τα δυο –κοινή γραμμή»).
Ή πάλι στο «Ελληνίδες, Έλληνες», εκτός από τα μέρη του ποιήματος που είναι δύο, τόσοι είναι και οι ποιητές που μνημονεύονται σ’ αυτά με ισάριθμους τρόπους. Το Ι κλείνει «με την απευθείας κληροδοτημένη εις ημάς/ εκτυφλωτική απεικόνιση// της προσωπογραφίας του Ανδρέα Κάλβου.» (κλείσιμο σαφές, αν εξαιρέσεις το ασαφές της ίδιας της μορφής του Κάλβου). Όσο για το ΙΙ, είναι διανθισμένο με έξι στίχους του Καβάφη, που αντλούνται από διαφορετικό ποίημά του ο καθένας, και δίνονται όλοι εντός παρενθέσεων και με πλάγια γράμματα, σε διαφορετικά σημεία του ποιήματος, ταιριάζοντας με το περιεχόμενό του (που αφορά εν ολίγοις το στρατιωτικό), χωρίς ποτέ να κατονομάζεται ο ποιητής. Δίνω αμέσως παρακάτω μερικά παραδείγματα από άλλα ποιήματα, χωρίς σχολιασμό, και παραπέμπω για πολύ περισσότερα στο ποίημα-εμπειρία «Ατρείδες».
| «Μετεωρολογικό» (Ι & ΙΙ, αντίστοιχα) | |
| τι να το κάνει το επίμονο σκυλί | τι να το κάνεις το επίμονο σκυλί |
| «Θερινής νυκτός» | |
| ώσπου τα χέρια του θα κλείνουν επιτέλους το βιβλίο και θα έρχονται ν’ αναπαυτούν ακίνητα σιωπηλά γύρω απ’ τη μέση της. | τα κλείνω όλα. Τα χέρια μου εξετάζουν ενδεχόμενα |
| «Θέτις» | |
| κι ο γιος μου ολόκληρος μια φτέρνα. | κι εμείς το πετραδάκι στο παπούτσι τους μια ενόχληση στη φτέρνα τους |
Αν ήταν να μιλήσουμε για έναν θεματικό άξονα που διατρέχει τη συλλογή, θα το πήγαινα στις σχέσεις. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ανθρώπινες σχέσεις, αφού στο έργο παίζουν και σκυλιά, θεές, ημίθεοι, ο μάγος της φυλής –αλλά και οι άνθρωποι δεν είναι από έναν κόσμο μόνο. Από τη συλλογή δεν λείπουν επίσης οι αναφορές στην τέχνη, σε όνειρα, σε Κυριακές με εκλογές[9], στη «μίζερη ζωή» (σ. 46). Σκέφτομαι συχνά πόσο διαφορετικά διαβάζουμε (προσλαμβάνουμε/ ερμηνεύουμε/ χρησιμοποιούμε αυτά που διαβάζουμε δηλαδή) – τα λογοτεχνικά ειδικά κείμενα. Και αναρωτιέμαι πολλές φορές πώς θα φαίνονταν σε άλλα άτομα όσα διαβάζω, τι θα κρατούσαν απ’ αυτά, σε ποια σημεία θα στέκονταν. Περνάω από μια τέτοια διαδικασία και τώρα, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την Κάλπη. Έχω την εντύπωση πως η παρουσία του πολέμου στη συλλογή, εκείνο λόγου χάρη το «νικήσαμε – ούρλιαζε/ νικήσαμε/ πετάγονταν – νικήσαμε/ οι φλέβες του λαιμού/ πετάγονταν – νικήσαμε/ τα μάτια από τις κόγχες» (σ. 40)[10], θα τραβήξει ευκολότερα την προσοχή από τον στίχο «ανυπεράσπιστο θήλυ σε νόμιμη άμυνα –» (σ. 20) που μπορεί να περάσει απαρατήρητος (διότι πόσοι τέτοιοι τίτλοι περνάν μπροστά απ’ τα μάτια μας κάθε μέρα και εμείς αδιαφορούμε).
Το λιγότερο που μπορώ να κάνω, ακολουθώντας τη συνταγή του «τίποτα στην τύχη» της Βαχλιώτη, είναι να συγκεντρώσω εδώ μερικούς ακόμα στίχους της, γιατί μπορεί όλοι μαζί να είναι ισχυρότεροι: «εγώ θα βουτηχτώ στα κόκκινα νερά/ αυτός θα ξεπλυθεί – θύμα μοιχείας.», «Δες το σαγόνι της –/ φαντάσου πόσα χρόνια έσφιγγε τα δόντια// κοίτα τα βλέφαρα –/ σκέψου τι είδανε τα μάτια της// κι η πλάτη διαλυμένη/ και το ένα πόδι της χωλό –/ τι κουβαλούσε ασήκωτο χωρίς να βγάλει άχνα», «απομένουν κι άλλες ακόμα ιστορίες για να ειπωθούν, και παραμύθια για να διαψευστούν, κι αόρατες ζωές για να βγουν απ’ την αφάνεια»[11].
Η γυναίκα της Ζάκυθος είναι φανερή στη συλλογή απ’ την πρώτη στιγμή. Εκείνη που είναι αφανής και μας συστήνεται (τουλάχιστον) στο «At least», μια ανάσα πριν το τέλος δηλαδή[12], είναι η γιαγιά: «για μας ήταν νεράιδα μεταμορφωμένη σε γιαγιούλα – θεότητα επί της γης», «το στόμα της ο μέγας ποταμός, το καθαρτήριο, κλειδί ν’ ανοιγοκλείνει όλες τις πόρτες», «με το κοινό και άδοξο και τετριμμένο όνομά μας[13], μάνα της μάνας μου, Μούσα, τραγούδα μου». Νιώθω τώρα πως αν μιλήσω για το κλείσιμο της συλλογής κάτι θα προδώσω· και είναι κάπου εδώ που καταλαβαίνω πως κάθε φορά που πάω ν’ αναφερθώ στο «At least», κάτι με κρατάει[14]. Ας είναι. Ας είμαι σκόρπια και λειψή.
Όμως χωρίς περιστροφή, η Κάλπη μου πρόσφερε τρομερή αναγνωστική απόλαυση. Δεν είναι εύκολη. Την είπα εγκεφαλική, όμως το παίρνω πίσω. Είναι καλοστημένη, φροντισμένη, ταυτόχρονα όμως είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Η δομή της δεν είναι πιο σημαντική απ’ το περιεχόμενο –η δομή της συμβάλλει στα διάφορα καμουφλαρίσματά του. Η Κάλπη είναι μια καλογραμμένη, προσεγμένη, πολυδιάστατη συλλογή –τόπος της είναι η Κοκκινιά, το ξερόνησο, το σώμα, το βιβλίο· χρόνος δεν υπάρχει. Συγχρόνως η Κάλπη είναι κάτι «αυστηρώς προσωπικό». Μια πολύτιμη κατάθεση της Βαχλιώτη. Ο θησαυρός που λέγαμε. Ο θησαυρός, η γιαγιά της.
[1] Οι στίχοι είναι από τα ποιήματα «Αλφαβήτα» και «Ανταπόκριση», σ. 13 και 14, αντίστοιχα.
[2] Ποιητική γραφή και ιδεολογία στο έργο του Γιάννη Ρίτσου, ΕΚΠΑ, Τμήμα Φιλολογίας, Αθήνα 2011, διαθέσιμη εδώ.
[3] (Από κει το κόλλησα, δηλαδή εμπνεύστηκα, κι εγώ.)
[4] Βλ. π.χ. σ. 15 («Δήμητρα», ΙΙ): «Και τα μαλλιά, μαύρα και λιγδωμένα, έλεγες πως είναι φιδόπουλα» (προμετωπίδα), «άφηνε τα μαλλιά της μακριά/ όπως αρμόζει στους επίδοξους πνιγμένους.» (τελευταίοι στίχοι του ποιήματος).
[5] Αν και στο τέλος ξεθωριάζει ο Σολωμός, μένει μονάχα η γυναίκα της Ζάκυθος. (Τι εννοείτε; Φυσικά και υπάρχει.)
[6] «άρχιζαν να μαζεύονται οι μύγες στον καθρέφτη», γράφει, π.χ., η Βαχλιώτη στο «Διάγγελμα», ΙΙ. Και θυμίζω απ’ τη Γυναίκα της Ζάκυθος: «Και ήτανε μεγάλη σιωπή και δεν άκουες να βουίζη μήτε μια μύγα από τόσο πλήθος, γιατί ήτανε όλες μαζωμένες εις τον καθρέφτη».
[7] Δείτε, αν θέλετε, και τον στίχο «τι σμήνη από όρνεα κατέτρωγαν τις σάρκες της», που εμφανίζεται πολύ παρακάτω στη συλλογή, στον «Επιμηθέα» (και προσέξτε, αν θέλετε, το «της»).
[8] («φυσικά δεν πρόκειται για ποίημα – σας ξεγέλασα», γράφει η Βαχλιώτη, όχι μία αλλά δύο φορές. Στις σ. 11 και 48 συμβαίνει αυτό, αν και η παιχνιδιάρικη διάθεσή της εντοπίζεται και αλλού. Να και η ευκαιρία μου να πω πόσο εκτιμώ το χιούμορ της. Να και ένα δείγμα του: «μη δείτε μια φορά θεό να κάνει λάθος» (σ. 29).
[9] Δεν μπορώ με τίποτα να καταλάβω τον λόγο, αλλά με φορτίζει ιδιαίτερα ο στίχος «δεν ήρθατε» της «Κάλπης». Αυτή είναι μια δοκιμή αποφόρτισης.
[10] Θα ήθελα όμως να μοιραστώ κι αυτό απ’ τα «Γενέθλια», Ι: «ό,τι κι αν έκανες, εγώ θ’ ακολουθούσα// κι αφού είχες πόλεμο/ θα μάθαινα να πολεμώ/ κι αφού έκανες παρέα με λουλούδια/ τη γύρη θα κρεμούσα στον λαιμό/ κι αφού χορεύατε στα δάση με τις μέλισσες/ θα μάθαινα χορό// κι αφού πετούσες, θα πετούσα».
[11] Σ. 25, 46 και 48, αντίστοιχα.
[12] Άλλο αν μετά αξιωνόμαστε να δούμε πως τα ίχνη της είναι παντού στη συλλογή.
[13] Βλ. και «Θάνατοι αναμενόμενοι:/ Τη μέρα/ που σε ρωτάει το βαφτιστικό σου/ Η έχεις-τ’ όνομά της» (Εμφύλιος, σ. 42). Βλέπω κι άλλα, αρκετά, που ενώνουν τον Εμφύλιο (τους «Αμάχους» και τις «Μέρες ειρήνης» του, ας πούμε) με την Κάλπη.
[14] «At least»: η λύση, εκείνο που μου δένει τη γλώσσα και η προτελευταία λέξη της συλλογής με τον παραπλανητικό τίτλο Κάλπη.

