© Dmitri Senik

Γιάννης Στρούμπας

Θεώρηση ως (και) αυτοαναφορά.
Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου ως μελετητής της γενιάς του και του εαυτού του

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (1945-2021), σκιαγραφώντας τα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής του γενιάς στο μελέτημά του Η Γενιά του ’70 [1]Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η Γενιά του ’70. Ιστορία – ποιητικές διαδρομές, Κέδρος, Αθήνα 22016 (1989)., εντοπίζει τα κοινά στοιχεία που συνέχουν τους ποιητές της γενιάς, τουλάχιστον στο ξεκίνημά τους, καθώς, όπως επισημαίνει ο Παπαγεωργίου, στην πορεία ο καθένας τους διαμόρφωσε την προσωπική του ιδιαίτερη φωνή και ακολούθησε τη διακριτή οδό που του επέτασσε το προσωπικό του όραμα. Γι’ αυτό κι ο ίδιος σχολιάζει ότι ο όρος «Γενιά του ’70» κατέληξε να του ακούγεται «σαν ένα έρημο σπίτι εγκαταλελειμμένο από τους άλλοτε θορυβώδεις και όλο ζωή κατοίκους του»[2]Ό.π., σ. 9..

Λεπταίσθητος ποιητής και διεισδυτικός μελετητής της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Παπαγεωργίου αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδειξη και της δικής του γενιάς. Συζητά τους όρους «γενιά της άρνησης» και «γενιά της αμφισβήτησης», προκρίνοντας ανάμεσα στους δύο τον πρώτο, καθώς η αμφισβήτηση, όντας ευρύτερη από την άρνηση, «προβάλλει ενστάσεις, διατυπώνει αντιρρήσεις, αντιπαραθέτει εντέλει κάτι άλλο σ’ αυτό που αρνείται και αρνούμενη απορρίπτει»[3]Ό.π., σ. 33., ενώ η άρνηση είναι αντίδραση πρωτογενής, ενστικτώδης, αδιαμεσολάβητη. Δεν προϋποθέτει νηφάλια οργάνωση των στοιχείων που την υδρεύουν[4]Ό.π., σ. 32-34..

Η «γενιά της άρνησης» εκφράζει την ενστικτώδη της αντίδραση, καθώς, όπως ερμηνεύει ο Παπαγεωργίου, υπάρχουν παράγοντες πυροκροτητές της άρνησης, μεταξύ των οποίων η τραυματική επίδραση του μετεμφυλιακού και ψυχροπολεμικού κλίματος του ’50, το προβληματικά «ανοικοδομούμενο» περιβάλλον, οι γενικότερες κοινωνικές αναζητήσεις, που συνοδεύονται συχνά κι από την προσχώρηση σε προοδευτικές νεολαίες, και ίσως, πάνω απ’ όλα, το συνώνυμο με τη βία, την περιστολή ελευθεριών και την ακαλαισθησία δικτατορικό καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών[5]Ό.π., σ. 25-27..

Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, τους ποιητές της Γενιάς του ’70 τούς συνέχουν η αρνητική στάση απέναντι στη φανερή βία του στρατοκρατικού καθεστώτος και στη συγκαλυμμένη τού προωθούμενου καταναλωτισμού [6]Ό.π., σ. 25. · η απόρριψη μιας υπέρογκης κι εκμαυλιστικής ανάπτυξης, η οποία μεταβάλλει με τρόπο ακατανόητο το περιβάλλον και δημιουργεί μια ανοίκεια πραγματικότητα, εχθρικώς διακείμενη απέναντι στους ευαίσθητους νέους ποιητές της εποχής [7]Ό.π., σ. 25, 35 και 43. · ένας αντικομφορμισμός απορριπτικός των μικροαστικών προτεραιοτήτων και αρνητής της κρατούσας κοινωνικής «ευταξίας» [8]Ό.π., σ. 39,49 και 77. · η εκδήλωση της προσωπικής ενοχής για τα όσα ανεπιθύμητα κυριαρχούν, οι εσωτερικές εντάσεις και η υπαρξιακή αγωνία, το αίσθημα της σωματικής και της ψυχικής ερημίας, το οποίο ανάγει ακόμη και τον έρωτα σε φθορά ή θάνατο και οδηγεί σε ερωτικό αδιέξοδο [9]Ό.π., σ. 43 και 78-79. · μια διάθεση σαρκαστική απέναντι στην ανερμάτιστη και γελοία, πλην σοβαροφανή, πραγματικότητα, διάθεση κάποτε εκφραζόμενη με τη χρήση ευτελούς καθημερινής διαλέκτου ή με τσουχτερή αθυροστομία [10]Ό.π., σ.36, 50 και 73. .

Καθώς, όμως, ο Παπαγεωργίου, έπειτα από τη γενική του απεικόνιση των ποιητικών εκδηλώσεων της γενιάς του, προβαίνει σε ειδικότερη εξέταση των συνοδοιπόρων του ποιητών, αφήνει εκτός του κάδρου τον εαυτό του, για λόγους ευνόητους, οι οποίοι εύλογα προκαλούν και σχετική αμηχανία στον ποιητή –ο Παπαγεωργίου δεν την αρνείται, δεν τη συγκαλύπτει, τη σχολιάζει με ειλικρίνεια[11]Ό.π., σ. 58-62.. Η έντιμη στάση του συγγραφέα, όσο κι αν είναι κατανοητή, αφήνει ένα κενό αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο το ίδιο το ποιητικό έργο του λογοτέχνη, στις πρώτες του εκφορές, χαρακτηρίζεται από τα διαπιστωμένα από τον ποιητή στοιχεία για τους έτερους λογοτέχνες της γενιάς του, καθιστώντας την ερμηνευτική του θεώρηση για εκείνους ως καί αυτοαναφορική για το προσωπικό του ποιητικό έργο.

Ο Παπαγεωργίου κάνει την πρώτη του εκδοτική κίνηση με τη συλλογή Ποιήματα το 1966 και συνεχίζει με τη Συλλογή το 1970. Τις δύο πρώτες του ωστόσο συλλογές δεν τις συμπεριλαμβάνει στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, προσπερνώντας τες προφανώς ως πρωτόλεια[12]Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Ποιήματα 1972-2000, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004.. Αν γίνει λοιπόν δεκτό ότι τα κοινά χαρακτηριστικά της Γενιάς του ’70 εμφανίζονται κυρίως στα πρώτα έργα των εκπροσώπων της, καθώς αυτοί, όπως ήδη ειπώθηκε, στην πορεία ακολουθούν τον προσωπικό τους δρόμο, η καταλληλότερη ίσως συλλογή του Παπαγεωργίου, διά της οποίας θα μπορούσε να ελεγχθεί αν ο ποιητής όντως συμπορεύεται με τις αγωνίες και τους τρόπους των υπόλοιπων μελών της γενιάς του, είναι η τρίτη του με τον τίτλο Επί πυγήν καθίσαι (1972).

Ο ίδιος ο παραπλανητικός τίτλος της συλλογής, απών σαν στίχος από τα ποιήματά της, συνιστά φορέα της πρόθεσης του Παπαγεωργίου να υπερβεί τον σκόπελο της χουντικής λογοκρισίας και να διακινήσει τα ποιητικά σχόλια του λογοτέχνη. Πέραν του ότι η συλλογή, ήδη από την πρόθεσή της, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πράξη αντιστασιακή, περιλαμβάνει στίχους σαφείς ως προς την άρνηση του δικτατορικού καθεστώτος και την αντιεξουσιαστική τους νοοτροπία, υλοποιώντας εξαρχής το βασικότερο ίσως στοιχείο που συνέχει, σύμφωνα με τον ίδιο τον Παπαγεωργίου, τους ποιητές της Γενιάς του ’70. «[…] Όμως ο δήμαρχος κι ο δημοκράτης/ Ποια φορεσιά ποιο σχήμα θα ντυθούνε/ Ξωπίσω όταν τους πάρει ο καιρός./ […] Ενώ αυτοί σε λάσπη αστέγνωτη βουλιάζουν»: [13]Ό.π., σ. 13. συγκαλυμμένο πίσω από τη ρητή παρουσία του «δημοκράτη», το σχόλιο του Παπαγεωργίου, στο πρόσωπο του «δημάρχου», υπονοεί στο σύνολό τους τα πρόσωπα εξουσίας του καθεστώτος, που βουλιάζουν «σε λάσπη αστέγνωτη» και θα κληθούν να λογοδοτήσουν όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Επιπλέον, όσοι συμμετέχουν στο αντιδημοκρατικό καθεστώς, υπηρετώντας το έχουν διολισθήσει σε σκιές του όποιου έντιμου εαυτού τους: «Από τους μηχανεύοντας περισπασμούς αναίτια μισημένος/ Είπε δικές του πράξεις που δεν κάτεχε/ όταν στις πόρτες περιφέροντας τον ίσκιο του/ Ζητούσαν ψήφους»[14]Ό.π., σ. 31.. Οι σαφείς αναφορές του Παπαγεωργίου υποστηρίζουν τον τίτλο της συλλογής, εφόσον η φράση «επί πυγήν καθίσαι» (Comicorum Atticorum Fragmenta, τόμ. 3, κριτική έκδοση Th. Cock, Teubner, Λειψία 1888, απ. 897, σ. 563) έχει την έννοια της ταπείνωσης, του εξευτελισμού: οι καλούμενοι να καθίσουν «επί πυγήν», στα οπίσθιά τους, στα πισινά τους πόδια εφόσον πρόκειται για τετράποδα, κατά κάποιον τρόπο τιμωρούνται, τιθασεύονται, περιορίζονται κι εξευτελίζονται [15]Για τη συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση του τίτλου Επί πυγήν καθίσαι ευχαριστώ τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, ο οποίος μου μετέφερε τη σχετική του γνώση από τις συζητήσεις του με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου ακριβώς για τον τίτλο της συλλογής του τελευταίου. . Κι αυτή είναι ακριβώς η επιδίωξη του καθεστώτος.

Οι ακατανόητες για τους ποιητές της Γενιάς του ’70 περιβαλλοντικές μεταβολές, παραμένουν εξίσου ακατανόητες και για τον Παπαγεωργίου. Το περιβάλλον τού είναι ανοίκειο, εχθρικό, καθώς υποθάλπει παράγοντες που δρουν ως υπονομευτές κι εκμεταλλευτές: «“[…] Συν δυο και τρεις μονολογούν/ συν πέντε καταριούνται/ τον που τους πήρε τη φωνή/ τον που τους πήρε το αίμα.”» [16]Κ. Γ. Παπαγεωργίου, Ποιήματα 1972-2000, ό.π., σ. 11. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, το οικιστικό σχόλιο για τα τέρατα της αντιπαροχής ενισχύεται από την κατάδειξη μιας αναίσθητης ηθικής, η οποία δεν χωρά ούτε τη νομιμότητα ούτε την όποια ελάχιστη τύψη: «Στοιβαγμένα χτίζουν τα σπίτια τους/ […] Να μη χωρέσει στο ανάμεσο η τύψη.// Και οι γυναίκες τους κοιλοπονούν την ανομία» [17]Ό.π., σ. 15. .

Η άρνηση του Παπαγεωργίου να υποταχθεί σ’ ένα σύστημα όπου «οι δούλοι του αίματος» κινούν «τη φτέρνα τους στο κέρδος»[18]Ό.π., σ. 20., υποδεικνύει και τον αντικομφορμισμό του ποιητή. Μακριά από τη λογική του κέρδους και των αστικών ευκολιών, αναζητά το φως σε μια διαφορετική από εκείνη στον τίτλο της συλλογής του «πηγή»: μια πηγή με «η» κι όχι «υ», απ’ όπου η αμαρτία και καθετί σατανικό είναι εξορισμένα: «Πέρα από την πηγή/ […] Είναι ένας τόπος φωτεινός/ Όπου δεν έχει τόπο η αμαρτία./ Τόπο δεν έχουν του κακού οι αγγέλοι»[19]Ό.π., σ. 36.. Η τιμωρία για το υποταγμένο άγριο ζώο να σταθεί υπάκουο στα πίσω του πόδια των οπίσθιών του («πυγή») αντικαθίσταται από τη διαύγεια των νερών της πηγής. Διά της αντικατάστασης αυτής δεν αντιπαραβάλλεται απλώς η αστική οικοδομική αναρχία στην υγεία και την ομορφιά της φύσης, αλλά υπονοείται ως «πηγή» ακόμη και ο χώρος της ποίησης, όπου τα ρέοντα, διάφανα νερά είναι τα γάργαρα του λόγου. Άλλωστε, εντός του ποιητικού περιβάλλοντος ο Παπαγεωργίου κρατά «έως θανάτου» [20]Πρβλ. τον τίτλο της συλλογής του ποιητή Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου (Κέδρος, Αθήνα 2016). ένα μαύρο, το οποίο, στη λογοτεχνική του λειτουργία, συντρίβει την αφροσύνη κι εντοπίζεται στους στίχους του ποιητή ήδη από τη γέννησή του, επιβεβαιώνοντας την πρόθεσή του να παραμείνει συνεπής στον αρχικό του σχεδιασμό: «[…] Μαύρο και γκρίζο αλλάζουν επισκέψεις/ Της αφροσύνης τ’ ανίσχυρα θράση/ Συντρίβοντας» [21]Κ. Γ. Παπαγεωργίου, Ποιήματα 1972-2000, ό.π., σ. 10. .

Αντιτασσόμενος στο ανοίκειο περιβάλλον, ο Παπαγεωργίου δεν αισθάνεται ότι οι λογαριασμοί του απέναντι σ’ αυτό έχουν εξοφληθεί. Αντιθέτως, βιώνει τις συνθήκες ενοχικά, γι’ αυτό κι επαναφέρει διαρκώς στίχους χαρακτηριστικούς του αισθήματος της ενοχής, διά της οποίας συναντά εκ νέου τους ποιητές της γενιάς του. Η αδυναμία να αποτραπεί η κατάρρευση του «σπιτιού», κυριολεκτικού ή μεταφορικού, πολλαπλασιάζει τις ενοχές: «Πώς έγινε ετοιμόρροπο το σπίτι μας/ Και του θανάτου ανέγνωρο τώρα είναι του θανάτου»[22]Ό.π., σ. 27. και «Κι όλο το σπίτι τάφος»[23]Ό.π., σ. 28.. Το ίδιο η διαπιστωνόμενη ανεπάρκεια να συγκροτηθεί ένας κόσμος με αξίες, ελπίδα, σύνεση, κάθε πνευματική και ηθική αρετή: «Ανέρυθροι είναι στη ντροπή/ Κι ανέγγιχτοι απ’ την τύψη»[24]Ό.π., σ. 12. · «Τόπος με δίχως μιαν ελπίδα» [25]Ό.π., σ. 16. · «Χάθηκε του πατέρα η σύνεση» [26]Ό.π., σ. 21.. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η θλίψη («Τη θλίψη μας απλώνουμε κατάντικρυ στον ήλιο» [27]Ό.π., σ. 23.), καθώς μάλιστα «Καθένας σέρνει το δίκιο του και πηγαίνει» [28]Ό.π., σ. 26., σ’ ένα τοπίο όπου το υποκειμενικό «δίκαιο» –προφανώς κυριαρχεί δε εκείνο του ισχυρότερου– εγγυάται τη βεβαιότερη αδικία.

Ο μοναχικός αυτός δρόμος καταλήγει στην άβυσσο των «εκμαγείων», της ψευτιάς και της προσποίησης («[…] Κι ο ποιητής κι ο που ποτές του δε στοχάστηκε/ Φτάσαν κι οι δυο στης άβυσσος τα δώματα/ Όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα εκμαγεία»[29]Ό.π., σ. 18.), κι επιφέρει ερημία σωματική και ψυχική, οδηγεί σε εσωτερική ένταση κι υπαρξιακή αγωνία, με αντίκτυπο καί στον έρωτα, οδηγώντας τον σε αδιέξοδο: «Κάτω από το λευκό σεντόνι του ύπνου/ Γυμνή η σιωπή του σώματος που ήταν κι έφυγε/ Φυλάει το σχήμα» [30]Ό.π., σ. 30.. Ο Παπαγεωργίου συναντά, κατά συνέπεια, για μία ακόμη φορά στη συλλογή του τα χαρακτηριστικά που εντοπίζει στους ποιητές της γενιάς του.

Ίσως από τη συλλογή του ποιητή να απουσιάζει μόνο το χαρακτηριστικό της αθυροστομίας. Άλλωστε η τελευταία θα ’ταν γενικότερα ασύμβατη με τη λεπτότητα και την ευγένεια της γραφής του. Ίσως όμως και ν’ αχνοφέγγει κάποιο σπέρμα της στην «πυγή», τα οπίσθια, στα οποία το δικτατορικό καθεστώς επιβάλλει να κάθονται άπαντες, ήσυχοι και πειθήνιοι, ώστε να μην αντιμετωπίζουν ανεπιθύμητες συνέπειες. Η δε ίδια λεπτότητα είναι ο λόγος της εκφοράς του σαρκασμού ή του αυτοσαρκασμού, όπου αυτοί εμφανίζονται, έστω και σπάνια, με την υφολογική ευγένεια και τη χαρακτηριστική απαλότητα γραφής του ποιητή. Είναι σαφές λοιπόν ότι ο εντοπισμός των χαρακτηριστικών της Γενιάς του ’70, έτσι όπως αυτά προσδιορίζονται από τον Παπαγεωργίου, στο ίδιο το προσωπικό του πρώιμο έργο, δικαιολογεί τη στάση του ποιητή να θεωρεί εαυτόν μέλος της συγκεκριμένης γενιάς. Η πρόσθετη, μάλιστα, δική μας γνώση του συνολικού του έργου, των πολλαπλών του πρωτοβουλιών και της ακαταπόνητης πνευματικής του εργασίας μάς επιτρέπει πλέον να τον θεωρούμε όχι απλώς «μέλος» αλλά ηγετική φυσιογνωμία της γενιάς του και, περαιτέρω, σημαίνουσα μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Υποσημειώσεις[+]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή