Αλέξανδρος Μηλιάς

Θραύσματα ενηλικίωσης

Στη μητέρα μου

Λεπίδα. Βαθύ τραύμα, σκεφτόταν. Ο Eric Burdon, ο Leonard Cohen, ο Van Morrison μού έπαιρναν τη φωνή. Κατέβαινε η βελόνα του πικάπ από το χέρι του πατέρα μου, μυρωδιά του βινυλίου που δεν στεγνώνει, ατέλειωτες στροφές, τα χείλη του μες στο μυαλό μου ζεστασιά ακόμα.

Γύριζα την Αθήνα στο μπλακ άουτ του ’88, με τη μητέρα και την αδερφή μου, εξάχρονος, χέρι εδώ, χέρι εκεί, τα δάχτυλά της πλέκονταν στα δάχτυλά μου, θυμάμαι στο Μεταξουργείο τον νεαρό, κάτω από το καπό να προσπαθεί να φτιάξει τη βλάβη, ζητώντας στο τέλος πεντακόσιες δραχμές. Ο άνθρωπος αυτός του limbo έμεινε μέσα μου ως ένας άνθρωπος καλός.

Νυχτερίδες φωνές του παιχνιδιού τυφλές, με βρίσκουν σαν ερείπιο άλλου κόσμου στην πλατεία του Αγίου Παύλου, την οποία δεν βλέπω ξανά. «Ένα φράγκο η βιολέτα», «δεν περνάς κυρά Μαρία, δεν περνάς».

Κάποτε, χρόνια μετά, πέρασε κι αυτή.

Μου διέλυσε τις ρούγες.

Με τον «Δρομέα» στην Ομόνοια, πράσινο σαν τον Νέκα στον Γουνίτσα της Κορσούνοφ, τα πράσινα νερά, τα νούφαρα, τα χρυσόψαρα στη λίμνη του Άλσους Κηφισιάς, χέρι εδώ, χέρι εκεί, με τα μπαλόνια προς τον ουρανό, ψηλά,

Νέκα, Νέκα, του νερού βασιλιά,
Νέκα, Νέκα, στης λίμνης τα νερά,
Νέκα, Νέκα, στο μαύρο καζάνι σου,
δείξε μου το πράσινο κεφάλι σου,

σκεφτόταν.

Χρόνια βρισκόμουν στη φωτογραφία του Βύρωνα, κάτω από την ξυλογραφία βασανιζομένου της Κομαντατούρ, τριών χρονών γελώντας στην Πλατεία του Αφανούς Ναύτη, ξανθά μαλλιά στο φύσημα του αέρα, κοιτάζοντας μέσ’ από την κορνίζα τ’ άλογα, τα φυσίγγια, τις γενειάδες ανταρτών του ΕΛΑΣ στον απέναντι τοίχο.

Οδυνηρά, συγκεχυμένα: Μελανοχίτωνες, Ες-Ες, νεκροί απ’ την πείνα στο Λένινγκραντ και την Αθήνα, ο Κόκκινος Στρατός ως ελευθερωτής-βιαστής στο Βερολίνο, ο Πίτερ Φέχτερ δεκαοχτώ στο Τείχος της ντροπής αδειάζοντας από αίμα, τα πλήθη, οι βαριοπούλες, τα σφυριά. Η πτώση.

Σφυρίζει ο «άνεμος της αλλαγής»:

The world is closing in
And did you ever think
That we could be so close, like brothers?

Ένα μικρό, γελοίο βασανιστήριο,
σκεφτόταν.

Απόγευμα στην Τιθορέα και πάνω στο τραπέζι της αυλής τ’ ανοιγμένα σύκα, απ’ το παράθυρο της Citroën ν’ ακούγεται η τρομπέτα του Chet Baker, κι ύστερα γύρισμα στο ράδιο, Lambada,

το βιντεοκλίπ με τον εξωτικό χορό θα το ’βλεπα χρόνια μετά, θα ήμουν τότε μόνος, μακριά από τις φωνές τριών γενεών να συζητούν το καλοκαίρι κάτω από τον Παρνασσό, μακριά απ’ το σπίτι μου όπου σπίθιζε το τζάκι τον χειμώνα, κι έπαιζα με τις –πλέον– εξαχνωμένες μπίλιες δίπλα στη φωτιά, μακριά από το σώμα της, που το ’νιωθα στο πάρτυ κολλημένο στο δικό μου, ό,τι πιο ζεστό, στα δέκα της, χορεύοντας Lambada, με τα μαλλιά της να χαϊδεύουν μάτια δέρμα στόμα, με τον πατέρα μου στην άκρη να χαμογελά, υψώνοντας την ένταση, κάνοντας τα ηχεία να τρέμουν

όπως σχοινιά
θα τον κατέβαζαν
στη γη, νεκρό.

Απ’ το λαγούμι λέξεις νάνο μ’ έπαιξαν κυνηγητό. Είδα το χέρι της να τρέμει, να σε ζητάει ολόκληρο. Το είδα κυνηγημένο ζώο, βλέμμα ανάστροφο. Α, στάλα γέλιο δεν θα μείνει. Είναι τρελό. Κάπως θα φώναξα: «γερά!». Κρατώντας το τιμόνι παγοθραυστικού σε μαύρο ωκεανό.

Όπως τα γένια σου λερώνει ακόμα σάλιο παιδικό, όπως το μάρμαρο κερί λιωμένο, η σκέψη ότι θα γίνω ένας δειλός τραυλός –«you’re an errand boy, sent by grocery clerks, to collect a bill»– η σκέψη ότι θα γίνω ασθενικό ζυμάρι να με σχίζουν νύχια, πάντα με πληγώνει.

Σκύβαλο, μύρισα μαρτύριο –
ποιο στόλισμα νεκρού;

Με το ραιβόκρανο να με κρατά σχεδόν ακίνητο για μήνα έξω απ’ τη θάλασσα, στη Λούτσα Πρέβεζας διάβαζα Καζαντζάκη στο κρεβάτι με μανία – δεν μ’ ενοχλούσε η γλώσσα. Έτρωγα στα διαλείμματα, έφερναν οι γονείς μου φαγητό απ’ την ταβέρνα, τη νύχτα ονειρευόμουν τις μουρμούρες, πώς σπαρταρούν στο τέντωμα της πετονιάς, τη σκόνη απ’ τα νταμάρια του Χαρίση, το σπίτι της δασκάλας μισθωμένο με το μήνα, γλυκό νερό στο ντους του κήπου, πάνω, μέσ’ απ’ το μαγιό να παίρνει την αρμύρα, τα όμορφα κορίτσια απλώς να περπατούν στην παραλία.

Πλάτωνος Φαίδων, το Αντι-Ντύρινγκ, Ελύτης, Έλιοτ, Λειβαδίτης, ο Ντοστογιέφσκι, η Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, οι επιφυλλίδες του Πλωρίτη και του Μαρωνίτη.

Νύχτες, νύχτες λυκείου στην Αθήνα.

Ηλεκτρική κιθάρα, Marshall, γυναικεία-εφηβικά φωνητικά, έξω από την τραπεζαρία του σχολείου στα σκαλιά, I see the stars come out of the sky, μια μελωδία που δεν γνώριζα, μια μελωδία που χρόνια κράτησα, la la la la la la la la, κι οι δυο «σκληροί» μπροστά της να μου κάνουν χοντρή πλάκα, να μην αφήνουν περιθώρια, you know it looks so good tonight, ξέρεις, ακόμα μετανιώνω, la la la la la la la la,

συχνά που χάρισα στο χώμα
την ομορφιά.

Offspring, Nirvana, Smashing Pumpkins, Pulp, Nick Cave, Λόφος του Στρέφη, Decadence, χόρευες στο υπόγειο, σε βλέπω μες στο οινόπνευμα και τον καπνό, στη μπάρα εκείνος να εξηγεί Σάββατο βράδυ, ξημερώματα, για τον Καστοριάδη στο Socialisme ou Barbarie και για τους πεμπτοφαλαγγίτες της Μαδρίτης. Γραμμένο στις τουαλέτες με ανεξίτηλο: το lifestyle είναι μαγικό, από μηδενικό σε κάνει νούμερο. Μην κάνεις έτσι. Κατηφορίζοντας στη Λεωφόρο, Κυριακή πρωί,

κάποιες φορές ακόμα βλέπουμε
μαζί πρώτοι τον ήλιο.

Το προκεχωρημένο φυλάκιο του εαυτού μου έμεινε μόνο. Γελούσα δύσκολα. Παρελθόν-Σειρήνα μας κυνηγά. Μην κλείνεις τ’ αυτιά. When marimba rhythms start to play, Σπέτσες, 2000, dance with me, make me sway (remix), κοκτέιλ, λευκά φορέματα –σαν φλογισμένα την ανατολή–, Πάρος: Χρυσή Ακτή, Σάντα Μαρία, στην άμμο φωτόλουστες, γυναίκες πανέμορφες.

Απ’ τις σελίδες του Προυστ στον DJ Tiësto. Κι ανάποδα, σκεφτόταν.

Μια έκσταση αινιγματική.

Κύλιση στην κορυφή