Νικόλας Σεβαστάκης

Θρησκευτικός φανατισμός ή πολιτική παθολογία;

Σκέψεις με αφορμή το σχόλιο για τον ριζοσπαστικό Ισλαμισμό

Δεν υπάρχει τίποτα πιο μοναρχικό από το κεφάλι ορισμένων μεταφυσικών, ηθικολόγων ή πολιτικών. Θέλουν τα πάντα να απορρέουν από μια μοναδική ιδέα ενώ η ηθική μας φύση κινείται με βάση ποικίλες αρχές.
Ζερμαίν Ντε Σταλ

1.

Κάθε φορά που σχολιάζεται είτε μια τζιχαντιστική επίθεση, είτε κάποια άλλη είδηση σχετική με το ριζοσπαστικό Ισλάμ, πολλοί σπεύδουν να ονοματίσουν τον «θρησκευτικό φανατισμό». Σε πλείστες δημοσιογραφικές περιγραφές εμφανίζονται οι φανατικοί ή οι ‘μαχητές’ ως φορείς μιας ασθένειας: της νόσου που έχει ονομαστεί, ακριβώς, θρησκευτικός φανατισμός. Προφανώς η αποστροφή είναι αρκετά παλιά, ακόμα και όταν εκείνος που την εκστομίζει δεν έχει ιδέα για την προέλευσή της. Η ίδια η λέξη «φανατισμός» εμφανίζεται το 1688 και η καταγωγή της φτάνει πίσω στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όταν ο fanaticus [1]fanaticus, a, um (ιερομανής, θεομανής, θεόληπτος) < fanus (τέμενος, ιερόν, ναός, ιερός τόπος). Στεφ. Κουμανούδης, Λεξικόν Λατινοελληνικόν, εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗΣ. ήταν ιερέας της Κυβέλης και της Ίσιδος κατειλημμένος από έκσταση. Οι σκανδαλισμένες αναφορές στα δεινά του θρησκευτικού φανατισμού ανατρέχουν ιδίως στον Βολταίρο και σε ένα από τα πιο ισχυρά σχήματα της σκέψης των γαλλικών Φώτων. Στο Φιλοσοφικό Λεξικό, ο πρύτανης των philosophes αναφέρει την «επιδημική ασθένεια της θρησκείας» ως λίκνο του φανατισμού και των φανατικών. Σε αυτή τη γραμμή που εμπνέει τις αντιδράσεις πολλών μέχρι σήμερα, ο φανατισμός δεν μπορεί παρά να είναι θρησκευτικός και μεταφυσικός. Στον πρωταρχικό Διαφωτισμό, η φιλοσοφία και οι επιστήμες θεωρούνται τομείς όπου a priori δεν υπάρχει φανατισμός εφόσον προωθούνται η καταπράυνση των ηθών και η καλλιέργεια της γνώσης. Έτσι, ο φανατισμός ταυτίζεται με τη δεισιδαιμονία της αμάθειας. Σύμφωνα με τις γλαφυρές εκφράσεις του Βολταίρου που έχουν μείνει στην ιστορία, ο φανατισμός είναι «ό,τι η έξαψη για τον πυρετό και ό,τι η οργή για το θυμό». Όχι σκέτος ενθουσιασμός ή παροδικό ξελόγιασμα του νου όσο μια βαθύτερη τρέλα που υποστηρίζεται από τον φόνο.

Η επικέντρωση στον θρησκευτικό χαρακτήρα του φανατισμού θα αλλάξει μετά τη Γαλλική Επανάσταση και ιδίως στον απόηχο της ριζοσπαστικής και τρομοκρατικής της φάσης. Δεν είναι μόνο οι Αντεπαναστάτες συγγραφείς που θα ανακαλύψουν την τρομακτική ισχύ που μπορεί να έχει ένας θεωρητικός-πολιτικός φανατισμός αλλά και φιλελεύθερα πνεύματα που θα προσπαθήσουν να εξετάσουν συγκριτικά τον πολιτικό και τον θρησκευτικό φανατισμό. Χαρακτηριστικές είναι οι ενδιαφέρουσες σκέψεις που θα αφιερώσει στο θέμα η Μαντάμ Ντε Σταλ η οποία χαρακτηρίζει τον φανατισμό ως «το πλέον ολέθριο από τα πάθη». Η συγγραφέας του Περί Γερμανίας και της Κορίνας βλέπει στον φανατισμό μια ιδιάζουσα καθήλωση που σχετίζεται με τον «δεσποτισμό μίας και μόνης ιδέας στον νου του ανθρώπου η οποία είναι πάντα μια αρχή θολή και κατά συνέπεια απεριόριστης επέκτασης…» [2]Μadame De Staël, Des circonstances actuelles qui peuvent terminer la Révolution et des principes qui doivent fonder la République en France, Paris, Librairie Fishbacher, 1906 (1798), σ. 242..

Η εμμονή στη μια αρχή και ιδέα, ο μεταφυσικός μονισμός και η ατέρμονη επέκταση που μπορεί να λάβει στη σφαίρα της καθημερινής του εφαρμογής, αυτά είναι θέματα που διασχίζουν δυο αιώνες φιλελεύθερης νεωτερικής φαντασίας. Η αρχική βολταιρική εχθρότητα προς τον θρησκευτικό φανατισμό και η αντιδιαστολή προς την φιλοσοφική πραότητα θα δώσει σταδιακά τη θέση της στην υπεράσπιση της πολυμέρειας και της ποικιλίας απέναντι στην «τυραννία του Ενός». Μια σκέψη που ανακαλύπτει τις απαρχές του ολοκληρωτισμού σε όλες τις αβρααμικές θρησκείες της Αποκάλυψης θα συσχετιστεί επίσης με ένα ορισμένο εγκώμιο του πολυθεϊσμού [3]Πρόσφατη είναι η συμβολή του Ιταλού Maurizio Bettini, Εloge du polythéisme, Paris, Les Belles Lettres, 2016 όπου προτείνεται εκ νέου η αντιδιαστολή ανάμεσα στα μονοθεϊστικά κλειστά συστήματα στην πολυθεϊστική ανοικτότητα. Φυσικά, αυτή η γραμμή πλεύσης θα έχει πλήθος εκπροσώπους μέχρι σήμερα. Στη φιλοσοφία, ωστόσο, η συζήτηση για τη σχέση του πολυθεϊσμού με μια σκεπτικιστική σκέψη της περατότητας και ένα πλουραλιστικό σύμπαν, θα πάρει ώθηση από τον Γερμανό ερμηνευτικό φιλόσοφο Odo Marquard και τη διάλεξή του «Εγκώμιο του … Συνέχεια... ή με την σκεπτικιστική ειρωνεία.

2.

Ας ξαναέλθουμε όμως στις κουβέντες για το δεινό του θρησκευτικού φανατισμού. Μπορεί εδώ να διακρίνει κανείς δύο παραλλαγές. Καταρχήν, έναν κλασικό φιλελεύθερο ορθολογισμό που βλέπει τον φανατισμό ως υπερβολή θρησκευτικού συναισθήματος, περίσσευμα πίστης ή αλλοπαρμένου ενθουσιασμού. Συγχρόνως όμως και μια αναφορά στην αρχαιοελληνική πολυθεϊστική «ανεκτικότητα» ως αντίβαρο σε όλους τους φονταμενταλισμούς, μοτίβο παρόν στα μορφωμένα ανώτερα στρώματα από την εποχή του αισθητισμού στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα έως σήμερα. Πολλοί παρατηρητές μάλιστα που διατείνονται πως δεν βλέπουν κάτι ιδιαίτερο στον φανατισμό των Ισλαμιστών (συμψηφίζοντάς τον με άλλους ένθεους φανατισμούς, Ορθόδοξους, Καθολικούς, ινδουιστικούς κ.λ.π.), υιοθετούν εναλλάξ και τις δυο παραλλαγές: τόσο την εκτίμηση πως το πρόβλημα δεν είναι το ριζοσπαστικό Ισλάμ μα η εν γένει «θρησκόληπτη» στάση όσο και την προσφυγή σε πνευματικότητες υποθετικώς περισσότερο ανεκτικές στο παιχνίδι των σύγχρονων ηθικών και αισθητικών ευαισθησιών. Όταν πριν από δεκαετίες διαβάζονταν ξανά ο Νίτσε ως στοχαστής που τόλμησε την ειρωνική αποδόμηση της πλατωνικής-χριστιανικής Μεταφυσικής, ακούστηκε πολύ αυτό το κάλεσμα για μια «μεταμοντέρνα» ηθική που θα επανεφηύρε τον παγανισμό. Προφανώς, αυτό το κάλεσμα δεν διαχύθηκε έξω από κάποια κείμενα και σεμινάρια των campus, παρ’ όλα αυτά είχε και κάποιο αντίκρισμα σε τομείς της διανόησης και των νέων μεσαίων στρωμάτων.

Οι παραπάνω παραλλαγές απαρτίζουν από κοινού μια στάνταρ στάση απέναντι στον θρησκευτικό φανατισμό. Μπορεί όμως αυτή η στάση να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τα φανερώματα του ριζοσπαστικού Ισλαμισμού που απασχολούν –συνήθως με ανησυχαστικό τρόπο– την επικαιρότητά μας; Για να απαντηθεί με κάποια ασφάλεια η απορία, χρειάζονται προφανώς τα εργαλεία και η σωρευμένη αναλυτική γνώση των ειδικών στο Ισλάμ, των θρησκειολόγων και των κοινωνικών επιστημόνων που εμπλέκονται ερευνητικά σε αυτά τα ζητήματα. Γι’ αυτό και ως μη ειδικός στέκομαι κυρίως σε ενστάσεις που αντλούν περισσότερο από κριτήρια του πολιτικού στοχασμού.

Η αντίρρηση στην αποστροφή περί θρησκευτικού φανατισμού μπορεί να φανεί κάπως παράδοξη μιας και εγώ ο ίδιος καταθέτω συχνά-πυκνά κείμενα που θα μπορούσε να τα θεωρήσει κανείς ως παραλλαγές μιας φιλελεύθερης ρεπουμπλικανικής κοσμικότητας. Σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «σκληρή κοσμικότητα», συνηθίζεται ένας ορισμένος αντιθρησκευτικός τόνος. Λέω όμως πως μπορεί να επιλέξει κανείς να σταθεί διαφορετικά, πέρα από τη ρηχή επανάληψη παλαιών αντικληρικαλισμών και ενός «ακτιβιστικού» αθεϊσμού. Είναι δυνατό να είναι κανείς εναντίον της επέμβασης της θρησκείας στον δημόσιο πολιτικό χώρο και την ίδια στιγμή να μην τον πείθουν τα συνηθισμένα ξόρκια εναντίον του θρησκευτικού φανατισμού; Κατά τη γνώμη μου είναι δυνατό, και εξηγώ αμέσως το γιατί: το σχήμα του θρησκευτικού φανατισμού φαίνεται υπερβολικά γενικό και σχεδόν άχρονο ή διαθέσιμο να εφαρμοστεί σε άνισες και πολυποίκιλες ιστορικές συγκυρίες ή μεμονωμένα γεγονότα. Μια τέτοια γενικότητα που μπορεί να στεγάζει για παράδειγμα τις σφαγές της εποχής των ευρωπαϊκών θρησκευτικών πολέμων, τις τζιχαντιστικές επιθέσεις των τελευταίων χρόνων, άπειρα επεισόδια διώξεων στο όνομα μιας πίστης με φετφάδες ή ανώνυμες απειλές σε βίντεο του youtube, δεν φαίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Σήμερα που διαπράττονται διάφορα στο όνομα του Ισλάμ σπεύδουμε αμέσως να τα τυλίξουμε με αυτό το ύφασμα που ταιριάζει σε αναρίθμητες περιπτώσεις οι οποίες απλώνονται σε χιλιάδες χρόνια ιστορίας και σ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη. Με αυτή την θολή αναγωγή νομίζω πως κάτι χάνεται και συγκαλύπτεται. Και αυτό που χάνεται ή συγκαλύπτεται είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε εν γένει με «φανατισμούς», αλλά με έναν συγκεκριμένο τύπο φανατισμού που βρίσκεται, στον δικό μας ιστορικό χρόνο, σε πολιτική διέγερση. Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν έχουμε θρησκευτικό φανατισμό ή όχι, αλλά ποιος από όλους τους θρησκευτικούς φανατισμούς εμφανίζεται ως πρωτίστως πολιτικός-ηγεμονικός λόγος και συσπειρώνει συγκεκριμένους τρόπους δράσης. Αν δεν δούμε αυτό το συγκεκριμένο ερώτημα, θα καταφεύγουμε διαρκώς σε άκαιρα ή παρδαλά παραδείγματα, είτε από τις θηριωδίες των Σταυροφόρων του 1100, είτε από λογοκριτικές επεμβάσεις παραθρησκευτικών κύκλων σε εκθέσεις και έργα τέχνης, είτε από εκκλησιαστικούς αφορισμούς σε «άσεμνα έργα», είτε από διάφορα fait divers από τη στενοκέφαλη ενδοχώρα όλων των θρησκειών. Αυτή όμως η προσφυγή σε προαιώνια πάθη ή σε γραφικές εικόνες από τη δική μας κοινωνία ώστε να μην δούμε την αιχμή ενός πολιτικοκοινωνικού προβλήματος, είναι ελάχιστα πειστική.

Από την άλλη πλευρά με τον όρο «θρησκευτικός φανατισμός» αναζητεί κανείς μια ψυχολογία της έξαρσης και της οργής. Μιλώντας πάντα την κλασική βολταιρική γλώσσα, προωθούμε έτσι την ιδέα ότι κάθε ενθέρμως βιωμένη πίστη είναι, λίγο-πολύ, μια μορφή παράνοιας. Και αν δεν είναι τρέλα, είναι μωρία, ανοησία και τελικά το ψυχολογικό προ-στάδιο και κατώφλι των «τζιχαντισμών». Κάπως έτσι πολιτεύονται οι συμβατικές διακηρύξεις για τα φαινόμενα που σχολιάζονται.

Φυσικά θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο του «θρησκευτικού φανατισμού» λιγότερο ψυχολογικά και περισσότερο κοινωνιολογικά. Αυτή είναι η επιλογή όσων, για παράδειγμα, αναζητούν τις κοινωνικά καθορισμένες αιτίες κάποιων δράσεων, τους ιστορικούς λόγους που κρύβονται πίσω από κάθε ατομική ή συλλογική ‘οργή’. Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, υποτιμούμε το σημαντικό που πιστεύω ότι πρέπει να τοποθετηθεί σε πρώτο πλάνο: ιδίως όταν οι πράξεις που σχολιάζουμε αντλούν απ’ τη ριζοσπαστική ισλαμιστική περιοχή. Ποιο είναι αυτό; Όχι πλέον μια ψυχολογία της οργής, ούτε πια μια κοινωνιολογία της ματαίωσης και της εκφορτισμένης καταπίεσης αλλά μια διαστροφή του θρησκευτικού σε ersatz πολιτική ιδεολογία. Πιστεύω πως αυτό είναι το κρίσιμο σημείο, το οποίο πρέπει να μας κάνει σκεπτικούς για την ανώδυνη και εξ αντανακλάσεως σχεδόν επίκριση των θρησκευτικών φανατισμών. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η καταδίκη δεν αρκεί ή μάλλον ότι, όπως συμβαίνει και με τους πολιτικούς ολοκληρωτισμούς του εικοστού αιώνα, το βασικό δεν είναι ο ζήλος κάποιων ανθρώπων όσο η ίδια η ιδεολογική ερμηνεία που καθιστά κέντρο όχι μια σχέση με τον Θεό όσο ένα πάθος επικράτησης και καταστροφής του άλλου, ένα κατεξοχήν πάθος εξουσίας και ανταγωνισμού. Με αυτή την έννοια, όποιος συνεχίζει να μιλά απλώς για «θρησκευτικό φανατισμό» παραβλέπει τη θεολογικο-πολιτική στρέβλωση και στέκεται, έκθαμβος ή σοκαρισμένος, μπροστά στην «τρέλα» κάποιων «ακραίων».

3.

Σε ένα μεστό του κείμενο ο ειδικός στη μουσουλμανική θεολογία Adrien Candiard (Aντριέν Καντιάρ) προτείνει να δούμε στον θρησκευτικό φανατισμό ένα κατά βάση θεολογικό σφάλμα και όχι τόσο μια ψυχολογική παρέκκλιση ή μια κοινωνιολογική εκτροπή. Παρά το ότι ο Καντιάρ [4]Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει ένα ενδιαφέρον βιβλίο του για το Ισλάμ (Κατανοώντας το Ισλάμ ή μάλλον γιατί δεν το καταλαβαίνουμε καθόλου, (μετ: Κατερίνα Λαμπρινού), εκδόσεις Πόλις, 2018. Ο συγγραφέας επιμένει στη θεολογική πολυμορφία και ποικιλία του Ισλάμ μέσα στον χρόνο. προσεγγίζει τα πράγματα υπό το πρίσμα του πιστού (είναι Δομινικανός μοναχός), ο συλλογισμός του φαίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων από τη συμβατική θέση. Απλουστεύοντας εξ ανάγκης ισχυρίζεται ότι ο ριζοσπάστης φανατικός προβάλλει κάποια αντικείμενα (objets) στη θέση του Θεού, λόγου χάρη εντολές ή στοιχεία της λατρευτικής πρακτικής. Με άλλα λόγια ο θρησκευτικός φανατισμός είναι περισσότερο λατρεία αντικειμένων της θρησκείας παρά εμπειρία πίστης. Αυτό σημαίνει πως δεν είναι απαραίτητο κάποιος να βγει εκτός θρησκείας ή να δει την έντονη πίστη ως τρέλα για να απαλλαγεί από τον κίνδυνο του φονικού φανατισμού. Περισσότερη σημασία έχει επομένως ένα υγιές θρησκευτικό πλαίσιο που επιτρέπει στους πιστούς να βιώσουν ό,τι αντιλαμβάνονται ως πνευματικά άξιο να βιωθεί [5]Adrien Candiard, Du fanatisme, quand la réligion est malade, Ed. du Cerf, 2020.. Το βάρος πέφτει λοιπόν στους θεσμούς που μεσιτεύουν τη σχέση των ανθρώπων με μια πολιτική ή θρησκευτική πίστη. Είναι θεσμοί και συγκεκριμένα πρόσωπα που μας προσανατολίζουν στη μη βία και στην άρνηση των στρεβλών ερμηνειών ή που, αντιθέτως, έχουν μετατραπεί σε προπαγανδιστικούς μηχανισμούς και άτυπα θρησκευτικο-πολιτικά δίκτυα. Αυτό που έχει λοιπόν συμβεί στο πεδίο που το προσδιορίζουμε ως πολιτικό ή ριζοσπαστικό Ισλάμ είναι η ενίσχυση (από κράτη, ιδιωτικά ιδρύματα ή άλλες δικτυώσεις της παγκοσμιοποίησης) μιας πολύμορφης προπαγανδιστικής ιδεολογικής εκστρατείας που χρησιμοποιεί το Κοράνι και άλλα κείμενα ως αντικείμενα, με την έννοια που δίνει ο Καντιάρ στη φανατική υποκατάσταση της πίστης. Η δε τρομοκρατία είναι απλώς η πιο ακραία έκφραση αυτής της ιδεολογικής εκστρατείας και όχι αναγκαστικά το κέντρο της όλης διεργασίας.

Υποθέτω λοιπόν πως αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να το χειριστούν καλά οι δυο παραλλαγές του τρέχοντος αντιφανατικού λόγου, είτε η βολταιρο-ορθολογιστική είτε η «νεοπαγανιστική» όπου οι μονοθεϊσμοί στιγματίζονται ως ολοκληρωτικοί και με αυτόν τον αφορισμό πολλοί πιστεύουν πως δίνουν αποστομωτική απάντηση σε καθετί άσχημο που προκύπτει στο θέμα των «θρησκειών». Η ιδέα πως για να σταθούμε πραγματικά απέναντι στον ριζοσπαστικό Ισλαμισμό πρέπει είτε να ξεπεράσουμε κάθε θρησκεύεσθαι είτε να υιοθετήσουμε εξωτικές-εναλλακτικές θεότητες από το αρχαίο παρελθόν ή το παρόν είναι μια ιδέα που παραβλέπει το κύριο: πως στην αιχμή του ριζοσπαστικού Ισλάμ, έτσι όπως εμφανίζεται σήμερα, έχουμε και θεολογικά σφάλματα και πάνω από όλα μια πολιτική παθολογία. Δεν είναι ένα θέμα θρησκευτικού φανατισμού της ίδιας τάξης με όσα μπορεί να απαριθμήσει ο παρατηρητής συλλέγοντας στενόμυαλες ηθικολογικές στάσεις σε κύκλους της δικής μας Ορθοδοξίας, σε συντηρητικούς Καθολικούς υπερασπιστές των πατροπαράδοτων οικογενειακών αξιών ή άλλες εκδηλώσεις ευσεβισμού και δογματισμού. Μπορούμε, αντιθέτως, να σκεφτούμε κάτι ανάλογο με τη διαφορά μεταξύ πολιτικού συντηρητισμού και φασισμού στον χώρο των πολιτικών ιδεών: οι συντηρητισμοί, ως γνωστόν, αποτελούν κομμάτι της νεωτερικής κληρονομιάς και του αστικού πλέγματος ιδεών και αξιών. Οι φασισμοί, όμως, αρνούνται τα θεμελιώδη και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως σκληρότερες ή πιο ακραίες μορφές του συντηρητισμού. Οι φασισμοί εκβάλλουν στην απανθρωπιά και όχι απλώς σε κάποια εναλλακτική νεωτερικότητα [6]Η άποψη του Στέρνχελ είναι πάντως διαφορετική, αφού συσσωματώνει όλες τις μορφές αντιδιαφωτισμού, θεωρώντας πως έχουν σχέση και με τις φασιστικές ιδεολογικές συνθέσεις του εικοστού αιώνα. Βλ. Zeev Sternhell, Ο Αντιδιαφωτισμός, Αθήνα, Πόλις (μετ: Καρακατσούλη Αννα), 2013., όπως ο συντηρητικός αντιμοντερνισμός.

Η συμβατική αποστροφή περί θρησκευτικού φανατισμού δεν καταλαβαίνει ότι το πρόβλημα της σύγκρουσης με ό,τι παρουσιάζεται σήμερα ως ριζοσπαστικό πολιτικό Ισλάμ βρίσκεται στις εξουσιαστικές αξιώσεις του. Δεν είναι ζήτημα κάποιας παραδοσιαρχικής στροφής που θα περίμενε κανείς να αντιμετωπιστεί με ισχυρές δόσεις θρησκευτικής αδιαφορίας. Όσο για την αποκατάσταση μιας εξιδανικευμένης πολυθεϊστικής ανθρωπότητας, αυτή δεν αφορά παρά ένα ελιτίστικο σκέρτσο για περιορισμένα αστικά κοινά και φιλοσοφικούς πειραματισμούς.

4.

Διαβάζοντας κάποιες σκέψεις του Αμερικανού φιλόσοφου Michael Walzer όπου συζητά το θέμα των παθών στις πολιτικές διαμάχες, συναντούμε μια ενδιαφέρουσα επισήμανση. Ο φιλόσοφος διατείνεται πως επιδιώκει να διορθώσει τη φιλελεύθερη αρνητική αντίληψη για τις θερμές δεσμεύσεις και ο ίδιος αποδέχεται ως νόμιμη την παρουσία «έντονων παθών» στην κοινωνία και στην πολιτική. Αναγνωρίζει ότι η πολιτική σκέψη διασχίζεται παραδοσιακά από δυαδικά σχήματα, όπου τα έντονα πάθη διαχωρίζονται από μια ηθική και ανιδιοτελή ορθολογικότητα, η θέρμη και ο ζήλος διαχωρίζονται από το φως της έλλογης διαύγειας. Το ζήτημα είναι –λέει ο Γουόλτσερ– ότι αυτή η διάκριση που θέλει να ρυθμίσει την ένταση των πεποιθήσεων και των παθών μας δεν «ανταποκρίνεται διόλου στην πραγματική εμπειρία της πολιτικής στράτευσης» [7]Michael Walzer, Raison et passion, Pour une critique du libéralisme, Paris, Circé, 1999, 89.. Στην πραγματική εμπειρία «διαλέγουμε συντρόφους» και όχι απλώς πεποιθήσεις και λογικά επιχειρήματα, σύμφωνα με μια φράση του Ιγνάσιο Σιλόνε στην οποία στέκεται αναλύοντας τα εμπαθή στοιχεία της πολιτικής δέσμευσης ο Γουόλτσερ.

Μπορούμε να δώσουμε δίκιο σε αυτήν τη δύσκολη παραδοχή δίχως να μετατρέψουμε τον φανατισμό σε κριτή της εμπειρίας κάθε ειλικρινούς πιστού, σε θερμοστάτη του φρονήματος και κρυφή αλήθεια κάθε δέσμευσης; Αν προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τον συλλογισμό του Αμερικανού φιλόσοφου στο ζήτημα του θρησκευόμενου φανατικού και δη του ριζοσπάστη ισλαμιστή, τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε; Μια βιαστική και μάλλον κυνική ανάγνωση θα έλεγε ότι μπορεί να συμπεράνει κανείς πως η διαδεδομένη διάκριση μετριοπαθών και εξτρεμιστών στο Ισλάμ χάνει το νόημά της, αφού αυτή η διάκριση μοιάζει με φιλελεύθερη κανονιστική ευχή για λίγο ή λελογισμένο πάθος στις στρατεύσεις μας – δηλαδή κάτι που, κατά τον Γουόλτσερ, δεν το βρίσκουμε στη βιωμένη εμπειρία μας. Μήπως, με άλλα λόγια, η διάκριση μεταξύ των μετριοπαθών και των φανατικών-αδιάλλακτων είναι περισσότερο ένας ευσεβής πόθος του φιλελεύθερου ορθολογιστή που υποπτεύεται κάθε θέρμη συνεχίζοντας να τη διακρίνει από το φως, όπως οι εύλογες πεποιθήσεις διαχωρίζονται από τις τυφλές, ιδεοληπτικές εξάρσεις;

5.

Θέλω εντέλει να επιστρέψω στο αφετηριακό ελατήριο αυτών των σκέψεων για το αδιέξοδο που έχει η επαναληπτική επίκληση στον φανατικό της θρησκείας. Σκέφτομαι ότι ακόμα και αν στους ατομικούς και υποκειμενικούς κόσμους, στο επίπεδο των μεμονωμένων ατόμων, το όριο μεταξύ μετριοπάθειας και ακρότητας, υγιούς πίστης και ζηλωτικού πάθους είναι ασαφές και πορώδες, κάποιοι θεσμοί καλούνται και οφείλουν να το κάνουν ορατό και σεβαστό. Μπορεί ο Γουόλτσερ να έχει μάλλον δίκιο ως προς τους περιορισμούς του φιλελεύθερου πολιτικού νου να συλλάβει το πώς λειτουργούν στην πράξη τα πάθη της δέσμευσης και οι «επιλογές στρατοπέδων» των ανθρώπων. Ωστόσο, η διαφύλαξη και εμβάθυνση της μετριοπάθειας, έστω και αν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στο επίπεδο μιας προσωπικά βιωμένης έντασης, ανήκει, επίσης, στη δικαιοδοσία των θεσμών και των ερμηνευτικών μεσολαβητών. Ένας θεσμός, εκκλησιαστικός ή κοσμικός, θρησκευτικός ή πολιτικός, μπορεί και πρέπει να πείσει, να προτείνει και να αντιπαρατάξει την μετριοπαθή ερμηνεία, τη μη φανατική και μη ολοκληρωτική μετάφραση της πίστης. Αυτό σημαίνει πως ακόμα και αν ένα φανατικό πάθος είναι ανεκρίζωτο ως στοιχείο των δεσμεύσεων και των κάθε λογής ταυτίσεων και δεσμεύσεων, ο θεσμός και οι μεσολαβητές και λειτουργοί του καλούνται να οργανώσουν την απόσταση, με άλλα λόγια την παιδαγωγική μεσίτευση και τον ξεκάθαρο διαχωρισμό της πίστης από τη βία, την καταπίεση και το μίσος.

Η μετριοπάθεια δεν είναι έτσι μια διασφαλισμένη ιδιότητα ατόμων –των λεγόμενων, αυτοπροσδιοριζόμενων «μετριοπαθών», λογικών ή μετρημένων. Πρέπει να τη δούμε ως έργο –ως αβέβαιη θεσμική δημιουργία και επισφαλή αγώνα– του πλαισίου μέσα στο οποίο διαμορφώνονται προσανατολισμοί και χαράζονται ερμηνείες. Το πλαίσιο συνυφαίνεται με την εργασία των δασκάλων, των «μεταφραστών», είτε είναι κοσμικοί διανοούμενοι, είτε ιερείς, ιμάμηδες κ.λπ. Η κριτική θα πρέπει να εστιαστεί έτσι στις φανατικές ερμηνείες και όχι στην ουτοπική αναζήτηση ενός θερμοστάτη της πίστης ή ενός ρυθμιστή των υποκειμενικών εξτρεμισμών του εκάστοτε πιστού. Γι’ αυτό και οι μετριοπαθείς πρέπει να αποδεικνύουν τη διαφορά τους και όχι να χρίζονται έτσι (ως οι «καλοί» και συνετοί) επειδή, προφανώς, δεν πράττουν αυτά που επιχειρούν οι άλλοι, οι ακραίοι. Όπως στην περίπτωση των αυταρχικών εκτροπών του σοσιαλισμού, έτσι και στην περίπτωση των ολοκληρωτικών διερμηνεύσεων μιας θρησκείας, η κριτική δεν πρέπει να ψάχνει να στιγματίσει την πίστη ως μωρία ή τρέλα αλλά να αποκαταστήσει, ει δυνατόν, τη διαφορά ανάμεσα στην εμπειρία του πιστού και στην ιδεολογία που την χειρίζεται και την κατευθύνει προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση. Στην αντίθετη περίπτωση, θα συγχέουμε ανεπίτρεπτα την εικόνα της Παναγίας στον τοίχο του Κοινοβουλίου με το μαχαίρι στο χέρι του τζιχαντιστή και τους παπάδες δίχως μάσκα –σε ένα αμάλγαμα ανεκδοτολογικό και δίχως νόημα σαν αυτό που συνηθίζουμε στην αρένα του δημόσιου σχολιασμού και της κομματικής αντιμαχίας. Και έτσι ο σκανδαλισμός μας θα σπεύδει να δώσει λάθος ονόματα στα πράγματα, πράγμα που δυσκολεύει και τις κατάλληλες πρακτικές απαντήσεις. Όσο δεν ονομάζουμε σωστά τα φαινόμενα, τόσο περισσότερο μπορεί να κυνηγάμε δευτερεύουσες όψεις ή παραπλανητικούς κατοπτρισμούς τους, χάνοντας από την οπτική το βασικό: την πολιτική παθολογία και τη θεολογική στρέβλωση, όχι άλλον έναν φανατισμό μέσα στους πολλούς.

Υποσημειώσεις[+]

Κύλιση στην κορυφή