Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος
1.
«Έχω μια τέτοια δυσπιστία στο μέλλον που κάνω σχέδια μόνο για το παρελθόν». Αυτή η φράση του Φλαϊάνο – ενός συγγραφέα του οποίου τα λογοπαίγνια πρέπει να λαμβάνονται εξαιρετικά σοβαρά – περιέχει μια αλήθεια που αξίζει να στοχαστούμε. Το μέλλον, όπως και η κρίση, αποτελεί σήμερα ένα από τα κύρια και πιο αποτελεσματικά εργαλεία της εξουσίας. Είτε αυτό επισείεται ως ένα τρομακτικό σκιάχτρο (φτωχοποίηση και οικολογικές καταστροφές) είτε ως αχτινοβόλα ιστορική προοπτική (όπως συμβαίνει με τον ανόητα γλυκερό και κούφιο προοδευτισμό), η ουσία παραμένει ίδια: επιχειρείται να περάσει η ιδέα ότι πρέπει να προσανατολίζουμε τις πράξεις και τις σκέψεις μας αποκλειστικά προς το μέλλον. Ότι πρέπει, δηλαδή, να αφήσουμε κατά μέρος το παρελθόν, που δεν μπορεί να αλλάξει και άρα είναι άχρηστο –ή, στην καλύτερη περίπτωση, να το διατηρήσουμε σε ένα μουσείο– και, όσον αφορά το παρόν, να ενδιαφερόμαστε μόνο στον βαθμό που αυτό εξυπηρετεί την προετοιμασία του μέλλοντος. Τίποτα πιο ψευδές: το μόνο που κατέχουμε και μπορούμε να γνωρίζουμε με κάποια βεβαιότητα είναι το παρελθόν, ενώ το παρόν είναι εξ ορισμού δύσκολο να το συλλάβουμε και το μέλλον, που δεν υπάρχει, μπορεί να εφευρεθεί εκ του μηδενός από κάθε λογής απατεώνα. Να δυσπιστείτε, τόσο στην προσωπική ζωή όσο και στη δημόσια σφαίρα, απέναντι σε όποιον σας προσφέρει ένα μέλλον: αυτός σχεδόν πάντα προσπαθεί να σας παγιδεύσει ή να σας ξεγελάσει. «Δεν θα επιτρέψω ποτέ στη σκιά του μέλλοντος», έγραψε ο Ίβαν Ίλιτς, «να σκοτίσει τις έννοιες μέσω των οποίων μπορώ να σκέφτομαι και να αναλογίζομαι αυτό που είναι και αυτό που υπήρξε». Και ο Μπένγιαμιν παρατήρησε ότι με την ανάμνηση (που είναι κάτι διαφορετικό από τη μνήμη ως στατικό αρχείο) ενεργούμε στην πραγματικότητα πάνω στο παρελθόν, το καθιστούμε κατά κάποιον τρόπο ξανά δυνατό. Ο Φλαϊάνο είχε λοιπόν δίκιο προτείνοντάς μας να κάνουμε σχέδια για το παρελθόν. Μόνο μια αρχαιολογική έρευνα για το παρελθόν μπορεί να μας επιτρέψει να έχουμε πρόσβαση στο παρόν, ενώ ένα βλέμμα στραμμένο αποκλειστικά στο μέλλον μας στερεί, μαζί με το παρελθόν, και το παρόν μας.
2.
Φανταστείτε να μπαίνετε σε ένα φαρμακείο ζητώντας ένα φάρμακο που χρειάζεστε επειγόντως. Τι θα κάνατε αν ο φαρμακοποιός σας απαντούσε ότι το φάρμακο αυτό παρήχθη πριν από τρεις μήνες και επομένως δεν είναι διαθέσιμο; Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο. Η αγορά των βιβλίων έχει γίνει ένα «Παραλογιστάν», όπου η συνεχής κυκλοφορία απαιτεί να παραμένει το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο όσο το δυνατό λιγότερο (συχνά όχι περισσότερο από έναν μήνα). Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο εκδότης προγραμματίζει βιβλία που πρέπει να εξαντλήσουν τις πωλήσεις τους –αν υπάρχουν– σε βραχυπρόθεσμο διάστημα και εγκαταλείπει την ιδέα να δημιουργήσει έναν κατάλογο που θα διαρκεί στον χρόνο. Γι’ αυτό και εγώ –παρόλο που θεωρώ τον εαυτό μου καλό αναγνώστη– αισθάνομαι όλο και περισσότερο άβολα μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο (φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις), όπου οι πάγκοι είναι κατειλημμένοι μόνο από καινούργιες εκδόσεις και όπου βρίσκω όλο και πιο σπάνια το «φάρμακο» (δηλαδή το βιβλίο), του οποίου έχω ζωτική ανάγκη. Αν οι βιβλιοπώλες και οι εκδότες δεν επαναστατήσουν ενάντια σε αυτό το σύστημα, το οποίο έχει επιβληθεί ως επί το πλείστον από τους μεγάλους διανομείς, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάσει η ενδεχόμενη εξαφάνιση των βιβλιοπωλείων. Έτσι όπως έχουν γίνει, ούτε καν θα μπορούμε να τα νοσταλγούμε.
3.
Ο Νικόλα Κιαρομόντε έγραψε κάποτε ότι το ουσιώδες ερώτημα, όταν αναστοχαζόμαστε τη ζωή μας, δεν είναι τι είχαμε ή τι δεν είχαμε, αλλά τι μένει από αυτήν. Τι απομένει από μια ζωή – αλλά επίσης και μάλιστα πρωτίστως: τι απομένει από τον κόσμο μας, τι απομένει από τον άνθρωπο, την ποίηση, την τέχνη, τη θρησκεία, την πολιτική, σήμερα που όλα, όσα ήμασταν συνηθισμένοι να συνδέουμε με αυτές τις τόσο επιτακτικές πραγματικότητες, εξαφανίζονται ή μεταμορφώνονται μέχρι να γίνουν αγνώριστα; Στον δημοσιογράφο που τη ρώτησε, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης, «τι απομένει για εσάς από τη Γερμανία, όπου γεννηθήκατε και μεγαλώσατε;», η Χάννα Άρεντ απάντησε «απομένει η γλώσσα». Αλλά τι είναι μια γλώσσα ως υπόλειμμα, μια γλώσσα που επιζεί από τον κόσμο του οποίου υπήρξε έκφραση; Και τι είναι αυτό που αληθινά μας απομένει, όταν μας απομένει μόνο η γλώσσα; Μια γλώσσα που μοιάζει να μην έχει πλέον τίποτα να πει και που, ωστόσο, πεισματικά παραμένει και αντιστέκεται και την οποία δεν μπορούμε να αποχωριστούμε; Θα ήθελα να απαντήσω: είναι η ποίηση. Τι είναι, στην πραγματικότητα, η ποίηση, αν όχι αυτό που απομένει από τη γλώσσα, αφού έχουν απενεργοποιηθεί μία προς μία οι κανονικές επικοινωνιακές και πληροφοριακές της λειτουργίες; Θυμάμαι ότι η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν μου είπε κάποτε ότι δεν ήταν ικανή να πάει στον χασάπη και να του ζητήσει: «δώστε μου ένα κιλό φιλετάκια». Δεν νομίζω ότι ήθελε να πει ότι η γλώσσα της ποίησης είναι μια πιο καθαρή γλώσσα, που βρίσκεται πέρα από τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε στον χασάπη ή για τις άλλες καθημερινές χρήσεις. Πιστεύω κυρίως ότι η γλώσσα της ποίησης είναι το άφθαρτο και ακατάλυτο που παραμένει και αντιστέκεται σε κάθε χειραγώγηση και σε κάθε διαφθορά, η γλώσσα που παραμένει ακόμη και μετά τη χρήση που της κάνουμε στα sms και στα tweet, η γλώσσα που μπορεί να καταστρέφεται απεριόριστα και ωστόσο παραμένει, όπως έχει γραφεί ότι ο άνθρωπος είναι το άφθαρτο που μπορεί να καταστρέφεται απεριόριστα. Αυτή η γλώσσα που απομένει, αυτή η γλώσσα της ποίησης –που είναι επίσης, το πιστεύω, η γλώσσα της φιλοσοφίας– σχετίζεται με αυτό που, στη γλώσσα, δεν λέει κάτι, αλλά καλεί. Δηλαδή, καλεί με το όνομα. Η ποίηση και η σκέψη διασχίζουν τη γλώσσα προς την κατεύθυνση του ονόματος, εκείνου του στοιχείου της γλώσσας που δεν διαλέγεται και δεν πληροφορεί, που δεν λέει κάτι για κάτι, αλλά ονομάζει και καλεί. Ένα σύντομο κείμενο που ο Ίταλο Καλβίνο συνήθιζε να αφιερώνει στους φίλους του ως την «πνευματική του διαθήκη» κλείνει με μια σειρά από κομμένες και σχεδόν λαχανιασμένες φράσεις: «θέμα της μνήμης – χαμένη μνήμη – το να διατηρείς και να χάνεις ό,τι χάθηκε – ό,τι δεν αποκτήθηκε – ό,τι αποκτήθηκε καθυστερημένα – ό,τι κουβαλάμε μαζί μας – ό,τι δεν μας ανήκει…». Πιστεύω ότι η γλώσσα της ποίησης, η γλώσσα που μας απομένει και καλεί, καλεί ακριβώς αυτό που χάνεται. Ξέρετε ότι, στην ατομική ζωή, καθώς και στη συλλογική, η μάζα των πραγμάτων που χάνονται, η σπατάλη των μικρών, ανεπαίσθητων και απαρατήρητων γεγονότων που ξεχνάμε καθημερινά είναι τόσο απροσμέτρητη, που κανένα αρχείο και καμία μνήμη δεν θα μπορούσαν να τα χωρέσουν. Αυτό που απομένει, αυτό το μέρος της γλώσσας και της ζωής που σώζουμε από την καταστροφή, έχει νόημα μόνο αν σχετίζεται στενά με το χαμένο, αν με κάποιον τρόπο το εκπροσωπεί, αν το καλεί με το όνομά του και απαντά στο όνομά του. Η γλώσσα της ποίησης, η γλώσσα που απομένει, είναι για εμάς ακριβή και πολύτιμη, γιατί καλεί ό,τι χάνεται. Γιατί ό,τι χάνεται είναι του Θεού.
⸙⸙⸙
[Αναρτήθηκε στις 11.06.2017 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce)].

