Η «διανοητική ιστορία» (Intellectual History) αποτελεί έναν ετερόκλητο, μεθοδολογικά και θεματικά κλάδο της επιστήμης της ιστορίας, που δεν έχει «ηγεμονεύσει» ποτέ στον χώρο της παγκόσμιας ιστοριογραφίας, όπως έχει συμβεί για παράδειγμα με την πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ιστορία. Η κύρια αιτία της «αποτυχίας» αυτής είναι, μάλλον, προφανής: ο εμπειρικός χαρακτήρας της ιστορικής επιστήμης, το «ρίζωμά» της στην εκάστοτε συγκυρία του παρελθόντος, έρχεται σε αντίθεση με τον «αφηρημένο» χαρακτήρα των ιδεών. Από την άλλη μεριά, ο ανθρωπιστικός και κοινωνικός, άρα και αυτόχρημα θεωρητικός, χαρακτήρας της ιστορικής επιστήμης καθιστά τις ιδέες καίριο «αντικείμενο» έρευνας, ερμηνείας και κατανόησης από την πλευρά των ιστορικών.
Τι είναι, λοιπόν, η διανοητική ιστορία; Μιλώντας γενικά, η «διανοητική ιστορία» είναι η μελέτη των ιδεών, των διανοούμενων και των διανοητικών σχημάτων στη διαχρονία τους. Μια καίρια διάκριση, την οποία πρέπει να κάνουμε εξ αρχής είναι αυτή μεταξύ της «διανοητικής ιστορίας» και της «ιστορίας των ιδεών», παρά το ότι είναι κοινή πρακτική οι δύο έννοιες να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Η «ιστορία των ιδεών», θεωρείται σε σημαντικό βαθμό ξεπερασμένη (παρότι στον αγγλοσαξονικό χώρο εξακολουθεί να υπάρχει το εξαιρετικό περιοδικό Journal of the History of Ideas), καθώς αυτό που υπονοείται με τον όρο αυτό είναι η μελέτη ευρύτατων εννοιών και οι μετεξελίξεις τους μέσα στην ιστορία. Στην οπτική αυτή, το ιστορικό αφήγημα οργανώνεται πάνω σε μία «μεγάλη» ιδέα (π.χ. «ελευθερία», «δικαιοσύνη», «παγκοσμιοποίηση» κ.ά.) και στις «μεταλλάξεις» της στα εκάστοτε, κάθε φορά, ιστορικά πλαίσια. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσέγγισης αυτής είναι το βιβλίο του Arthur Lovejoy, The Great Chain of Being, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1936. Η κύρια κριτική που δέχθηκε το βιβλίο έχει να κάνει με τον ιδεολογικό «πλατωνισμό» της, υπό την έννοια ότι η ανθρωπότητα παρουσιάζεται να καταπιάνεται διαχρονικά με «αιώνιες», αμετάβλητες ιδέες. Πρόκειται στην ουσία για μια οντολογική, υπερ-ιστορική προσέγγιση των ιδεών. Ανεξάρτητα από την εύλογη αυτή κριτική πρέπει να τονίσουμε ότι το έργο του Lovejoy μεσοπολεμικά και μεταπολεμικά, υπήρξε πρωτοπόρο και έφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη σημασία των ιδεών ως καίριων διακυβευμάτων μελέτης για την επιστήμη της ιστορίας, τουλάχιστον στον αγγλοσαξονικό χώρο.
Από την άλλη μεριά, η «διανοητική ιστορία» αρνείται την «πλατωνική» αυτή οπτική και τείνει να εξετάζει τις ιδέες εντός των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και ιστορικών συμφραζομένων τους (contexts). Αυτό, κατά τη γνώμη μας, είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό, που έχει οδηγήσει σε μια αυτονομία τη «διανοητική ιστορία» ως υπο-κλάδου (sub-discipline) της ιστορικής επιστήμης. Η έμφαση στις διάφορες εκφάνσεις του ιστορικού πλαισίου είναι, για παράδειγμα, αυτή που κάνει σαφή τη διάκριση μεταξύ της «διανοητικής ιστορίας» και της «ιστορίας της φιλοσοφίας». Οι ιστορικοί της φιλοσοφίας τείνουν να προσεγγίζουν τις ιδέες «αυτονομημένα», δίνοντας έμφαση στη λογική συνέπεια και στην επιχειρηματολογία παρά στο εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο. Στην προοπτική αυτή, ενυπάρχει συνήθως και μια αξιακή προσέγγιση των ιδεών από την πλευρά των ιστορικών της φιλοσοφίας, αφού οι «διανοητικοί ιστορικοί» (intellectual historians) είναι σαφώς πιο πρόθυμοι να μελετήσουν ιδέες που βρίσκονται πολύ πέρα από την «ακαδημαϊκή» φιλοσοφία. Οι πηγές τους δηλαδή δεν είναι μόνο τα αμιγώς φιλοσοφικά κείμενα, αλλά ο Τύπος, τα περιοδικά (λογοτεχνικά, ποικίλης ύλης κτλ.) και ό,τι άλλο μπορεί να αποτελέσει μέρος του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτισμικού λόγου (discourse) μιας εποχής. Από την άλλη μεριά, αυτό είναι το σημείο πάνω στο οποίο ασκείται η κύρια κριτική στη «διανοητική ιστορία», αφού η έμφαση στο ιστορικό πλαίσιο πολύ συχνά αφαιρεί τη δυνατότητα ουσιαστικότερης ανάλυσης και ερμηνείας των ιδεών. Αυτή η μεθοδολογική αδυναμία είναι, κατά την άποψή μας, καίρια: είναι πολύ δύσκολο, για να μην πούμε αδύνατο, ένας «διανοητικός ιστορικός» να μπορέσει ταυτόχρονα να επικεντρωθεί με επιστημονική επάρκεια στο ιστορικό πλαίσιο και στην ανάλυση των ιδεών, τις οποίες εξετάζει. Πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτή η διάκριση μεταξύ «διανοητικής ιστορίας» και «ιστορίας της φιλοσοφίας» σε έργα εμπνευσμένων μελετητών, σε μεγάλο βαθμό, καταργείται. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα έργα των Charles Taylor, Sources of the Self (Cambridge, Mass: Harvard, 1989), Martin Jay, Marxism and Totality (Berkeley: University of California, 1984) και J.G.A Pocock, The Machiavellian Moment (Princeton: Princeton University Press, 1975).
Η έμφαση της «διανοητικής ιστορίας» στο ιστορικό πλαίσιο ως θεμελιώδους μεθοδολογικού εργαλείου οφείλεται στο ιστορικό και γνωσιοθεωρητικό έργο του Βρετανού ιστορικού Quentin Skinner. Μέσω των μεθοδολογικών του κειμένων και των ιστορικών μελετών του, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, για την πολιτική σκέψη του Thomas Hobbes και του Niccolo Machiavelli αλλά και την πολιτική σκέψη κατά τις περιόδους της Μεταρρύθμισης και της Αναγέννησης, ο Skinner υπήρξε ο πρωτεργάτης της λεγόμενης «Σχολής του Κέιμπριτζ», η οποία μέχρι σήμερα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεθοδολογικά και ερμηνευτικά προσεγγίσεις στον τομέα της «διανοητικής ιστορίας». Βέβαια, ο Skinner και οι θιασώτες του, όταν αναφέρονται σε ιστορικό πλαίσιο, εννοούν κυρίως το διανοητικό, γλωσσικό πλαίσιο (linguistic contextualism), που σχετίζεται με το ευρύτερο περιβάλλον θεωριών και εκφορών («speech acts»), παρά τις κοινωνικές ή πολιτισμικές συνθήκες της εκάστοτε εποχής. Πάντως, και σε αυτή την προσέγγιση εγείρονται συχνά δύο αντιρρήσεις. Η πρώτη αφορά την ενασχόληση εξ ολοκλήρου με ζητήματα πολιτικής σκέψης και η δεύτερη, συναφής κριτική, σχετίζεται με το ότι οι ιστορικοί αυτοί μελετούν συνήθως την πολιτική σκέψη στην «αυγή της νεωτερικότητας», τα χρόνια δηλαδή μεταξύ ύστερου μεσαίωνα και των απαρχών του Διαφωτισμού.
Θεμελιώδες, επίσης, ζήτημα ως προς τη Διανοητική Ιστορία είναι το ερώτημα περί της «ιστορικής» σημασίας των ιδεών. Το ερώτημα τίθεται ως εξής: αξίζει να μελετούμε ιδέες, η κοινωνική και πολιτισμική επίδραση των οποίων είναι αμελητέα ή και ανύπαρκτη; Η κριτική αυτή έχει ασκηθεί από την πλευρά των «πολιτισμικών ιστορικών», οι οποίοι δεν μελετούν, όπως υποστηρίζουν, τις «ιδέες για τις ίδιες τις ιδέες», αλλά για να καταδείξουν την «κίνησή» τους σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο, πέρα δηλαδή από τις διανοητικές ελίτ. Η κριτική αυτή είναι βάσιμη, ιδίως αναφορικά με τη μελέτη της σύγχρονης, μεταπολεμικής ιστορίας, περίοδο η οποία χαρακτηρίστηκε από τη ραγδαία άνοδο των μαζικών κοινωνιών και της παγκοσμιοποίησης. Η απάντηση των «διανοητικών ιστορικών» κινείται σε δύο επίπεδα. Πρώτον, οι ιδέες αποτελούν από μόνες τους καίριο αντικείμενο κατανόησης του ανθρώπου, και δεύτερον, και πιο ουσιαστικό κατά την άποψή μας, οι πολιτισμικοί ιστορικοί ξεχνούν πως πολύ συχνά, όταν οι ιδέες περνούν στη δημόσια σφαίρα και αποτελούν κομμάτι του δημόσιου λόγου, μεθερμηνεύονται, νοηματοδοτούνται εκ νέου και εν τέλει «αλλοιώνονται». Για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο ο Μαρξ θα ενστερνιζόταν έστω και στο ελάχιστο τους τρόπους με τους οποίους νοηματοδοτήθηκαν οι ιδέες του στη σταλινική Σοβιετική ΕΣΣΔ ή στη Μαοϊκή Κίνα ή ο Νίτσε στο Τρίτο Ράιχ.
Τέλος, σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η μεγάλη συζήτηση που έχει προκαλέσει στους κόλπους των «διανοητικών ιστορικών» κυρίως το έργο του Μισέλ Φουκό αλλά και του Πιέρ Μπουρντιέ, όχι τόσο με την έμφασή τους στη σημασία των «λόγων» (discourses) για την κατανόηση των κοινωνιών στην ιστορική τους προοπτική, αλλά περισσότερο με την ανάδειξη της σημασίας των ιδεών και των λόγων στο πλαίσιο των λεγόμενων «πολιτικών ισχύος». Η αντίληψη, δηλαδή, πως οι ιδέες αποτελούν μέσα για άλλους σκοπούς, κυρίως συμβολικής και κοινωνικής εξουσίας. Οι ενστάσεις εδώ έχουν να κάνουν με το ότι, κατά κάποιον τρόπο, οι ιδέες αυτές καθαυτές απαξιώνονται, καθώς στην οπτική αυτή αποτελούν απλά μέσα για «ταπεινότερους» ανθρώπινους στόχους (εξουσίας, παθών κ.τ.λ.). Χάνεται, με άλλα λόγια, η προοπτική πως οι ιδέες «αξίζουν» να μελετηθούν καθαυτές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί, και γίνονται προσπάθειες να αναπτυχθεί περαιτέρω, η «Παγκόσμια Διανοητική Ιστορία» (Global Intellectual History), η οποία έχει τις ρίζες της στην άνοδο της παγκοσμιοποίησης και την αντίληψη ότι τα ευρύτερα ερμηνευτικά πλαίσια της ιστορικής επιστήμης δεν μπορούν να κινούνται στα στενά όρια της εθνικής προοπτικής. Η «ματιά» πλέον πρέπει να είναι ευρύτερη, να είναι παγκόσμια. Πέρα από την ερμηνευτική μετατόπιση, η «Παγκόσμια Διανοητική Ιστορία», όπως είναι εύλογο, είναι μεθοδολογικά ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς δίνει έμφαση στη μελέτη κειμένων από ποικίλες γεωγραφικές περιοχές και γλώσσες. Το 2016 ιδρύθηκε το περιοδικό Global Intellectual History, το οποίο αποτελεί τον πυρήνα της νέας αυτής τάσης της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Ως χαρακτηριστικές μελέτες μπορούμε να αναφέρουμε τα βιβλία του Samul Moyn, The Last Utopia: Human Rights in History (Harvard University Press 2010) και του David Armitage, Declaration of Independence: A Global History (Harvard University Press 2008).
Η σύντομη και συνοπτική περιδιάβαση σε κάποιες πτυχές των γνωσιοθεωρητικών και μεθοδολογικών ερωτημάτων που εγείρονται γύρω από την διανοητική ιστορία καταδεικνύει την πολυπλοκότητα αλλά και τα μείζονα διακυβεύματα που εγείρονται στον σημαντικό αυτό τομέα της ιστορικής επιστήμης. Προβλήματα και διακυβεύματα που παραμένουν ανοιχτά και συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενα σφοδρών συζητήσεων και διαμαχών μεταξύ των «διανοητικών ιστορικών». Πρόκειται για διαμάχες που καταδεικνύουν την απόλυτη επίγνωση από την πλευρά των ιστορικών, των προβλημάτων, ερωτημάτων αλλά και γόνιμων διερωτήσεων που θέτει η μελέτη των ιδεών στην ιστορική τους προοπτική.
Πού αφήνουν, όμως, τον ιστορικό οι διαφορετικές μεθοδολογικές και ερμηνευτικές προοπτικές; Ποια είναι η σχέση τους με την έρευνα και τη συγκρότηση ενός ιστοριογραφικού κειμένου; Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, υπάρχει κάποια, μικρή ή μεγάλη, απόσταση μεταξύ της θεωρίας και της πράξης. Η συζήτηση και ο αναστοχασμός γύρω από τις επιστημολογικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις της ιστορικής επιστήμης, όσο γόνιμες και αν είναι, δεν συνιστούν από μόνες τους την «πραγματική» ιστοριογραφία. Ο σημαντικός διανοητικός ιστορικός Richard Tuck, που θεωρείται εξέχων «μέλος» της Σχολής του Κέιμπριτζ, έχει δηλώσει σε συνέντευξή του πως είναι ένας μεθοδολογικός «αναρχικός», εξηγώντας πως με τη φράση αυτή εννοεί ότι είναι το ίδιο το πρωτογενές υλικό που οδηγεί κάθε φορά, ανάλογα και με τη θεματική, τον ιστορικό επιστήμονα στο να θέσει εκ νέου τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις και τα ερμηνευτικά ερωτήματά του. Προϋποθέσεις που δεν μπορούν να αναχθούν με απλουστευτικούς τρόπους στη μία ή στην άλλη θεωρητική ή ιστοριογραφική σχολή. Και είναι ίσως αυτή η πνευματική «ανοιχτότητα», το δέος μπροστά στο παρελθόν και στα τεκμήριά του, που καθιστούν την ιστορία μια σαγηνευτική επιστήμη.

