Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Βάγια Κάλφα

Τι είναι queer λογοτεχνία;

Κουήρ είναι αρχικά η λογοτεχνία που γράφεται από άτομα με μη ετεροκανονική ταυτότητα φύλου ή/και σεξουαλικό προσανατολισμό. Όμως αυτό έχει ανοίξει, καθώς κουήρ σήμερα είναι οτιδήποτε παραβαίνει κάθε κανονικότητα στους τρόπους να υπάρχεις και να σχετίζεσαι.

Έχει ειπωθεί ότι αν από το κουήρ αφαιρέσεις το στίγμα του έχεις αφαιρέσει την ουσία του. Το πιστεύω. Ιστορικά το κουήρ σχετίζεται με το άρρωστο και το παραβατικό. Αρρώστια και παραβατικότητα μαζί αντιστρατεύονται την έννοια της ανθρώπινης κοινωνικότητας που έχει στο κέντρο της αφενός τον λόγο ως ομιλία και λογική (με πολύ συγκεκριμένα στάνταρντς νοήματος και εγκυρότητας) και αφετέρου μια ρυθμισμένη μορφή σεξουαλικότητας (ετερόφυλη, μονογαμική, επενδυμένη με εκλεπτυσμένα –αποκλειστικά ανθρώπινα– συναισθήματα, ωφελιμιστική / αναπαραγωγική) που μας ξεχωρίζει από τα ζώα, τα οποία βλέπονται αντιστικτικά προς τον και κατώτερα από τον πολιτισμό.

Το κουήρ, μιλώντας κριτικά για το φύλο, τη σεξουαλικότητα, την εθνικότητα, την τάξη κτλ. και άρα για κοινωνική κατασκευαστικότητα, επιτελεστικότητα και ρευστότητα, δεν αρνείται την υλική πραγματικότητα του σώματος, ούτε αγνοεί την ιστορική σημασία των ταυτοτήτων, αλλά απαντά στη βιολογική στροφή των κοινωνικών και πολιτικών νευροεπιστημών που, με μέτρο της υγείας/κανονικότητας/ανθρωπινότητας τον νευροτυπικό εγκέφαλο του αρτιμελούς λευκού σις στρέητ άντρα της μέσης και ανώτερης τάξης (τον άνθρωπο), ρυθμίζει τους τρόπους με τους οποίους υπάρχουμε, σκανάροντας, προλαμβάνοντας και θεραπεύοντας τις αποκλίσεις από τη νόρμα.

Από το κουήρ υποκείμενο σήμερα αναμένεται να αποδείξει ότι δεν είναι άρρωστο αλλά κοινωνικό και συχνά το κάνει προσπαθώντας να χωρέσει στους ορισμούς του πολιτικού όπως τους εννοεί ο «καθολικός άνθρωπος», γιατί ξέρει τι σημαίνει (επανα-)παθολογικοποίηση: αφαίρεση της πολιτειότητας και της ανθρωπινότητας, αορατότητα (ή υπερορατότητα), θανατοπολιτική. Αν το κουήρ υποκείμενο είναι υπερσεξουαλικοποιημένο, το άρρωστο δεν είναι καν υποκείμενο, έχει αποσεξουαλικοποιηθεί, εκνηπιωθεί, απανθρωποποιηθεί, δεν έχει δικό του λόγο. Από την άλλη, το κουήρ υποκείμενο ξέρει τους τρόπους με τους οποίους η κατάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων, και άρα η αναγνώριση της ανθρωπινότητας, οδηγεί στη βιοπολιτική ρύθμισή του –αρκεί να δούμε πώς ο δρόμος για την αναγνώριση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό των τρανς ατόμων περνά μέσα από την ψυχιατρική που τα παθολογικοποιεί για να τους σερβίρει μετά ως θεραπεία τον εγκλεισμό στο «άλλο φύλο», επιβεβαιώνοντας το έμφυλο δίπολο, με τη γραφειοκρατία να σφραγίζει τον εγκλεισμό και την κοινωνία να επιβλέπει τη συμμόρφωση.

Κουήρ λοιπόν και κουήρ λογοτεχνία ειδικότερα είναι οτιδήποτε δεν παίρνει στα σοβαρά την έννοια του ανθρώπου, αντίθετα μένει έξω από τους ορισμούς του της σεξουαλικότητας, του λόγου, της υγείας, της κοινωνικότητας, της πολιτειότητας. Και στον βαθμό που η λογοτεχνία είναι μέρος των κατακτήσεων του ανθρώπου ο οποίος ορίζει τα κριτήρια της προβάλλοντας και επιβάλλοντάς τα ως καθολικά (αταξικά, άφυλα κτλ.), κουήρ είναι η λογοτεχνία που δεν ανταποκρίνεται σε αυτά, και αυτό την πάει πέρα τόσο από την αισθητική ανοικείωση όσο και από την πολιτική επανάσταση, στην κριτική, την αμφισβήτηση και τελικά στην υπονόμευσή τους.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή