Αφιέρωμα: Πολιτική
Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Βαγγέλης Κούμπουλης

Τί ἐστιν ἀλήθεια; Σχόλιο πάνω στο συντηρητικό και το προοδευτικό στις μέρες μας.

Πάσχα σήμαινε και σημαίνει πολλά πράγματα, κάποια κοινά και κάποια διαφορετικά για τον καθένα από εμάς. Ένα συχνό σημείο αναφοράς είναι η προβολή από τα τηλεοπτικά κανάλια της γνωστής σειράς του Φράνκο Τζεφιρέλι, Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Αν και στους περισσότερους έχει εντυπωθεί η μορφή του Ρόμπερτ Πάουελ, του ηθοποιού που «ενσάρκωσε» –άχαρο το ρήμα εν προκειμένω– τον Ιησού, εμένα μου είχε μείνει περισσότερο ο τεράστιος Ροντ Στάιγκερ, ο οποίος υποδυόταν –να το κατάλληλο ρήμα τελικά– τον Πόντιο Πιλάτο, αποδίδοντας εξαιρετικά, κατά τη γνώμη μου, τον βαριεστημένο δημόσιο λειτουργό που έχει βρεθεί, με δυσμενή, σε έναν άχαρο τόπο, με κατοίκους των οποίων τις αντιλήψεις ούτε μπορεί ούτε και θέλει να καταλάβει. Τί ἑστιν ἀλήθεια; ρωτά ο έμπλεος σχετικισμού Πιλάτος-Στάιγκερ, με το ύφος του να δηλώνει, «τι ψάχνεις να βρεις φίλε μου; Όλα είναι σχετικά και απολύτως υποκειμενικά».

Αναγνωρίζω πως η εισαγωγή μου είναι αρκετά παράξενη για κείμενο που θέλει να καταπιαστεί με τη συζήτηση περί συντηρητικού και προοδευτικού στην εποχή μας. Ίσως και κάπως προβοκατόρικη. Ας πάμε όμως παρακάτω.

Πριν από αρκετές εβδομάδες υπήρξε στη δημόσια σφαίρα μια μεγάλη συζήτηση αναφορικά με την πρωτοβουλία της κυβέρνησης να φέρει στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο αναγνωριζόταν ο πολιτικός γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Δυστυχώς, σε γενικές γραμμές, η συζήτηση δεν είχε ούτε το βάθος αλλά ούτε και τη σοβαρότητα που θα απαιτείτο για ένα τέτοιο ζήτημα, αλλά αντιμετωπίστηκε με αρκετή ελαφρότητα, όπως τα περισσότερα ζητήματα στην Ελλάδα, τόσο από τους φανατικούς πολεμίους του νομοσχεδίου, όσο και από τους διαπρύσιους υποστηρικτές του, ιδίως ως προς τα πολύ σοβαρά ζητήματα που έθετε γύρω από τη δυνατότητα υιοθεσίας τόσο μέσω ιδρυμάτων όσο και μέσω παρένθετης μητρότητας. Ενδιαφέρον ωστόσο, είχε η τοποθέτηση του Προέδρου της Βουλής, κ. Τασούλα. «Δεν κανονίζουμε τη ζωή των συμπολιτών μας με βάση τα γούστα τους, παρά τους αναθέτουμε μια υψηλή ευθύνη στην οποία προσχωρούν. Ευθύνη αναλαμβάνουν, ευθύνη θεσμοθετούμε. Κι εμένα προσωπικά, ως συντηρητικό και παραδοσιακό άνθρωπο, μου αρέσει να προσχωρούν σε θεσμούς ευθύνης όλα τα μέλη της κοινωνίας». Και καταλήγοντας, συμπλήρωσε σχολιάζοντας όσους «νομίζουν πως με το να κινδυνολογούν για τις αξίες, τα έθιμα και τις παραδόσεις, ότι υπονομεύονται και κλονίζονται τα ιερά και τα όσια, ότι θα καταργηθεί η παραδοσιακή οικογένεια. Έχουν γνώση οι φύλακες και κυρίως έχουν εμπιστοσύνη στην παραδοσιακή μορφή της οικογένειας και γι’ αυτό ψηφίζουν και καλωσορίζουν στη θεσμική οικογένεια εκείνους τους συμπολίτες μας οι οποίοι σήμερα με αυτό το νομοσχέδιο θα νιώσουν ότι έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Υπό αυτή την έννοια στηρίζω αυτό το νομοσχέδιο όχι παρά το ότι είμαι συντηρητικός, αλλά επειδή ακριβώς είμαι συντηρητικός». Σίγουρα οι περισσότεροι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως συντηρητικοί, δεν θα περίμεναν μια τέτοια προσέγγιση. Οι περισσότεροι δε, μάλλον θα διαφώνησαν. Ωστόσο υπάρχει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον στη δήλωση του κ. Τασούλα.

Καταρχήν είναι ο αυτοπροσδιορισμός του κυρίου Προέδρου ως συντηρητικού, κι ο οποίος εστίασε και σε μια βασική παράμετρο των απανταχού συντηρητικών, όπως είναι η πίστη στην παράδοση. Αξίζει να θυμηθούμε πως ο όρος «συντηρητισμός/συντηρητικός» ήταν απόβλητος από τον ελληνικό δημόσιο και δη τον πολιτικό λόγο, ως συνυφασμένος με ό,τι πιο αρτηριοσκληρωτικό διαθέτει η ελληνική κοινωνία, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση και, κυρίως, μετά την απόλυτη κυριαρχία του πολιτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Ακόμη και η χρήση της φράσης «το ΠΑΣΟΚ και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις» που αφορούσε τα λοιπά κόμματα της Αριστεράς, όπως το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσωτερικού, δεν σηματοδοτούσε απλώς το μονοπώλιο της δημοκρατικής συνείδησης –γιατί ως προς την πρακτικές, το ζήτημα σηκώνει μεγάλη κουβέντα και ως προς το ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου αλλά και ως προς τα δύο άλλα κόμματα, κυρίως όσον αφορά τα ζητήματα της εσωκομματικής δημοκρατικής λειτουργίας– για την ευρύτερη Αριστερά, αλλά ταυτόχρονα στιγμάτιζε και τους πολιτικούς αντιπάλους που δεν συμπεριλαμβάνονταν «στον χώρο» ως μη δημοκράτες, αντιδραστικούς, με δυο λόγια, «συντηρητικούς». Ασφαλώς, όλη αυτή η προσέγγιση είναι για πολλούς λόγους εσφαλμένη και εν τέλει, ευτυχώς, ξεπερασμένη.

Στον συλλογικό τόμο Ο Συντηρητισμός στην Ελλάδα, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, ο Κώστας Ιορδανίδης δίνει μια αρκετά ενδιαφέρουσα προσέγγιση του τι είναι συντηρητικός: «Ο συντηρητικός, στη διάρκεια της πορείας του, εξυφαίνει, με νέο υλικό και νέες τεχνικές, το νήμα που εξασφαλίζει την αδιάρρηκτη συνέχεια, η οποία διατηρεί και εμπλουτίζει τα χαρακτηριστικά της εθνικής ιδιοσυστασίας του. Η συντηρητική αντίληψη δεν είναι στατική, όπως του αντιδραστικού, δεν είναι ευθύγραμμη, όπως του αριστερού ή φιλελεύθερου, είναι απλώς περιεκτική. Είναι μια πορεία διαρκούς συνθέσεως, με ποικιλία κοινωνικών διαστρωματώσεων, όπου το άτομο έχει τη δυνατότητα ολοκληρώσεως σε πολλαπλά επίπεδα και όχι δια της αναρριχήσεως στην κορυφή. Από την άποψη αυτή, και σε αντίθεση με τον φαινομενικά “προοδευτικό” φιλελευθερισμό και τις αριστερές παραφυάδες του, ο συντηρητισμός στέκεται απέναντι σε κάθε λογής οικονομικό και κοινωνικό δαρβινισμό

Κατά την προσέγγιση του Ιορδανίδη, λοιπόν, η άποψη του Προέδρου της Βουλής εντάσσεται πλήρως ή μπορεί να εντάσσεται σε ένα συντηρητικό σχήμα, το οποίο και είναι, σαφώς, πολύ ευρύτερο από αυτό που, έστω κατά την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, είχαμε συνηθίσει να ορίζουμε. Όμως, δεν είναι η άποψη του Προέδρου της Βουλής η μόνη στον συντηρητικό χώρο και, πιθανότατα, δεν είναι και η κρατούσα.

Και η άλλη προσέγγιση γύρω από το ζήτημα όμως, εμπίπτει τελικά σε αυτό που περιγράφει παραπάνω ο Ιορδανίδης. Η μεγάλη μερίδα των συντηρητικών πολιτών ή όσων αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι (αλλά και όχι μόνο) δεν είχε σοβαρές ενστάσεις γύρω από το ζήτημα της επέκτασης του δικαιώματος πολιτικού γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια. Κάτι τέτοιο βεβαίως θα ήταν αδιανόητο για κάποιον συντηρητικό ή ακόμη και φιλελεύθερο ή και αριστερό (αρκεί να θυμίσουμε πως ουκ ολίγοι ομοφυλόφιλοι αριστεροί στην Ελλάδα αναγκάζονταν να κρύβουν την σεξουαλική τους ταυτότητα, γιατί δεν ήταν συμβατή με την περί ηθικής αντίληψη του Κόμματος) κατά τη δεκαετία του 1950. Οι ενστάσεις σήμερα υπήρξαν κυρίως ως προς το ζήτημα της υιοθεσίας. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο σημερινός συντηρητικός «έχει βάλει νερό στο κρασί του», και δεν θα ήταν άτοπο να δεχτούμε πως αυτό συμβαίνει μέσα από τους όρους που θέτει το απόσπασμα από το κείμενο του Ιορδανίδη, όπως αυτό τέθηκε ανωτέρω.

Σε ένα ζήτημα λοιπόν που, όπως είπαμε, άνοιξε, έστω και με τους όρους που την άνοιξε, μια συζήτηση στην ελληνική κοινωνία, είδαμε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, εκ διαμέτρου αντίθετες, από κοινή ωστόσο αφετηρία. Πιθανόν κάποιος θα θεωρήσει, όχι εντελώς αβάσιμα, ότι η προσέγγιση του Προέδρου της Βουλής, έχει να κάνει περισσότερο με κάποιου είδους πολιτικό ελιγμό παρά με εδραίες πεποιθήσεις, αλλά καλό θα ήταν να θεωρούμε τα πράγματα μέσα από ένα πρίσμα αγαθής προαίρεσης. Ένα αίτημα που θεωρήθηκε ως κατεξοχήν προοδευτικό, μπορεί να ενταχθεί και σε μια συντηρητική λοιπόν ατζέντα και, μάλιστα, ακριβώς ως ένα συντηρητικό αίτημα και όχι ως υιοθετημένο.

Από την άλλη, μεγάλο θόρυβο έχει προκαλέσει με τις απόψεις του, όπως αυτές μάλιστα διατυπώνονται στο πιο πρόσφατο μέχρι στιγμής βιβλίο του, Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ. Ο ίδιος θεωρεί εαυτόν, και πιθανότατα είναι, φιλελεύθερο. Οι επιθέσεις που έχει δεχτεί ωστόσο, ως επί το πλείστον από τους κήρυκες της πολιτικής ορθότητας, τον κατατάσσουν αναφανδόν στο «συντηρητικό στρατόπεδο». Εδώ ίσως είναι χρήσιμη μια παρατήρηση γενικότερη.

Η πολιτική ορθότητα αρχικά ξεκίνησε ως μια προσπάθεια εξισορρόπησης στη δημόσια σφαίρα του κυρίαρχου λόγου που, συχνά, στάθηκε ρατσιστικός, φαλλοκρατικός και ομοφοβικός. Ως τέτοια μάλιστα αγκαλιάστηκε από το σύνολο των διανοουμένων και των –χωρίς εισαγωγικά– προοδευτικών ανθρώπων απανταχού της Γης. Γρήγορα όμως εξετράπη σε αστυνομία σκέψης που, αντί να απελευθερώσει, άρχισε να στραγγαλίζει την ελεύθερη έκφραση, φθάνοντας σε απαράδεκτες υπερβολές που θα προκαλούσαν μόνο τη θυμηδία ως γραφικότητες, αν δεν συνεπάγονται και απηνείς διωγμούς και διώξεις προς οιονδήποτε δεν υιοθετεί ασμένως τα όσα η πολιτική ορθότητα επιτάσσει. Παραδόξως, λιγότερες αντιστάσεις απέναντι σε αυτά τα πογκρόμ έκφρασης φάνηκε να δείχνει ο φιλελεύθερος χώρος, ενώ αντίθετα, η Αριστερά, πλην της αμιγώς κομμουνιστογενούς, ταύτισε τα δικά της αιτήματα με αυτά της πολιτικής ορθότητας. Συνεπής αντίπαλος αυτής της νέας αστυνομίας των ιδεών και των απόψεων, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως στάθηκε ο συντηρητικός χώρος. Αυτό εν μέρει ίσως εξηγεί και την τάση, όποιος, ακόμη και αντανακλαστικά, αντιδρά στις υπερβολές της πολιτικής ορθότητας, αυτόματα κατατάσσεται μεταξύ των συντηρητικών στην καλύτερη περίπτωση, ή των αντιδραστικών στη χειρότερη. Στα καθ’ ημάς, βεβαίως, η συνηθέστερη ταμπέλα, ακόμη και σήμερα, είναι αυτή του φασίστα ή του ακροδεξιού, που αποδίδεται με ευκολία σε οποιονδήποτε απλώς και μόνο αμφισβητεί κάποια από τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε και τον Μπρυκνέρ. Για τους αντιπάλους του, ο Μπρυκνέρ ταυτίζεται με τον συντηρητισμό, πολιτικό και κοινωνικό, και για τους πιο μανιασμένους εχθρούς του, με την ακροδεξιά. Αυτό όμως που παρουσιάζει ενδιαφέρον στην περίπτωσή του είναι το ότι, αν για τον κλασικό συντηρητικό ο Διαφωτισμός και οι ιδέες του αντιμετωπίζονται και αντιμετωπίστηκαν ιστορικά με κάποιον σκεπτικισμό, ο Μπρυκνέρ ασκεί την κριτική του απέναντι στην πολιτική ορθότητα υπερασπιζόμενος με πάθος αυτές ακριβώς που θεωρεί, και που υπήρξαν, κατακτήσεις του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο συγγραφέας που στάθηκε απέναντι στο #MeToo, στην άνευ όρων μετανάστευση πληθυσμών από την Ασία και την Αφρική στην Ευρώπη, στο πογκρόμ που έχει εξαπολυθεί, κυρίως στα αμερικανικά πανεπιστήμια, έναντι των ιδεών της κλασικής αρχαιότητας και της φιλοσοφίας, και στις αντιρατσιστικές υπερβολές, έχει μια πολύ συγκεκριμένη οπτική πάνω στην οποία βασίζει την κριτική του:

Κατακτήσαμε πολλές ελευθερίες στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Θα έπρεπε να χαιρόμαστε γι’ αυτό. Για πολλούς ακτιβιστές, αυτές οι ελευθερίες στον πληθυντικό είναι το κύριο εμπόδιο για την Ελευθερία με κεφαλαίο. Πρέπει άραγε οι γυναίκες να απορρίπτουν κατηγορηματικά τις προόδους που έχουν σημειωθεί και να παριστάνουν ότι βρίσκονται ακόμη στον 19ο αιώνα, ή ίσως ακόμα και στο Παλαιό Καθεστώς, έτοιμες να ξεσηκωθούν για να ανατρέψουν την τυραννία;

Πρόκειται για προσέγγιση του τύπου όλα ή τίποτα: είτε η ελευθερία και η ισότητα είναι απόλυτες, είτε ανύπαρκτες και το παραμικρό προνόμιο μιας κοινωνικής κατηγορίας θεωρείται μιαρό. Η ελευθερία είναι αξεχώριστη από την ευθύνη και συνίσταται επίσης στο να μη φορτώνεις τα δικά σου σφάλματα στους άλλους∙ προϋποθέτει συνεπώς την απομάκρυνση από την κουλτούρα της δικαιολογίας. Και όμως, αυτή η κουλτούρα εξαπλώνεται∙ όσο εκχωρούνται νέα δικαιώματα στα άτομα και σε σύνολα, τόσο εκείνα καταγγέλλουν κυριαρχικές τάσεις και επινοούν νέους εχθρούς.

Πρόκειται για ελευθερία ακόρεστη, που δεν μπορεί ποτέ να επιτρέψει στον εαυτό της μια στιγμή ανάπαυλας. Αυτή η αέναη διεκδίκηση μοιάζει με κατάρα, αν δεν καταλήξει σε καινούργιο τρόπο ζωής. Η πρόσφατη ιστορία του Δυτικού πολιτισμού δεν είναι παρά η ταυτόχρονη σώρευση ταμπού και ελευθεριών∙ ανοίγουμε πόρτες από τη μία, για να τις σφαλίσουμε από την άλλη. Αυτή η «συμφόρηση χειραφετήσεων» προκαλεί ζάλη και κυρίως να χειραφετηθούμε από τους κήρυκες της χειραφέτησης. Έτσι, προβάλλει το φάντασμα μιας απελευθέρωσης δίχως τέλος, που πολλαπλασιάζει τις απαγορεύσεις. Τα κεκτημένα δικαιώματά μας γίνονται, κατά κάποιον τρόπο, μπούμερανγκ.

Αυτή η προσέγγιση, είναι σαφές πως δεν εκκινεί από τις ίδιες αφετηρίες με την όποια συντηρητική οπτική. Έχουν όμως κοινά στοιχεία και επισημαίνουν, σε μεγάλο βαθμό, τις ίδιες εστίες του προβλήματος. Αυτό άραγε κατατάσσει τον Μπρυκνέρ στους διανοουμένους του συντηρητικού χώρου; Εδώ έγκειται μια άλλη βασική παράμετρος του συντηρητισμού και είναι αυτή της περιεκτικής συντηρητικής αντίληψης, όπως είδαμε να την χαρακτηρίζει παραπάνω ο Ιορδανίδης.

Τί ἐστιν ἀλήθεια; αναρωτηθήκαμε. Το βέβαιο είναι πως δεν υπάρχει μία και μόνη συντηρητική αντίληψη, που να λειτουργεί ως προκρούστειος κλίνη κόβοντας ό,τι περισσεύει και τραβώντας ό,τι υπολείπεται. Ίσως το βασικό στοιχείο είναι αυτό της πρόσθεσης σε αυτό που ήδη υπάρχει, της ενίσχυσης και εν τέλει της προσαρμογής. Όχι άδικα, ο συντηρητικός έχει παρομοιαστεί με εκείνον που του εμπιστεύονται τη φροντίδα ενός κήπου: δεν μπορεί να ξεριζώσει ό,τι υπάρχει και να φυτέψει από το μηδέν, δεν μπορεί όμως και να μη φροντίζει και να μην καλλωπίζει τον κήπο, απομακρύνοντας και τα όποια ζιζάνια κατά καιρούς φυτρώνουν. Κι άλλωστε, υπάρχει πάντα η διάσημη φράση από τον Γατόπαρδο του Τομάσο ντι Λαμπεντούζα που μάλλον προσιδιάζει απόλυτα στη φύση του συντηρητικού: «Αν τα πράγματα θέλουμε να παραμείνουν ως έχουν, τότε θα πρέπει να αλλάξουν

Τελειώνοντας, θα έκρινα χρήσιμο να προσθέσω κι ένα μικρό απόσπασμα από το κλασικό έργο του εμβληματικού Ρότζερ Σκρούτον, Πώς να είστε συντηρητικοί, που νομίζω θα διευκολύνει περισσότερο τους αναγνώστες ως προς την συντηρητική αντίληψη:

Ο συντηρητισμός δεν επιδιώκει να διορθώσει την ανθρώπινη φύση ή να τη διαμορφώσει σύμφωνα με την αντίληψη περί ύπαρξης ενός ιδανικού ορθολογικού ατόμου. Προσπαθεί να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών και να τους δώσει τον απαιτούμενο χώρο προκειμένου να λειτουργήσουν με επιτυχία.

Κύλιση στην κορυφή