Αγγελική Πέτα

Τι μας μεταβιβάζει η αρχιτεκτονική παράδοση;

Στο λεξικό των Lidell & Scott, το σημαίνον «παράδοση» ορίζεται ως το παραδιδόναι τοις μετέπειτα, το καταλείπειν ως κληρονομίαν, η κληρονομική μεταβίβασις. Ως μεταβίβαση του σκήπτρου συναντάται τόσο στον Όμηρο, όσο και στον Θουκυδίδη. Παραθέτω:

«ἀνὰ δὲ κρείων Ἀγαμέμνων ἔστη σκῆπτρον ἔχων τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε τεύχων»,
Ιλιάδα, Ραψωδία Β, Στίχος 101[1].

Αποδίδεται στην κίνηση του Αγαμέμνονα να πάρει τον λόγο μπροστά στους συμπολεμιστές του, βάζοντας τον πόλεμο στην τελική τροχιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ ο λόγος ενισχύεται από το σκήπτρο, τον υποβαστάζει. Απόδειξη αυτού η αφιέρωση δέκα στίχων για τη διαδοχή του σκήπτρου ήδη από τη γενιά του Κρόνου.

Στον Θουκυδίδη (1.9)[2] εντοπίζουμε και πάλι το σκήπτρο αναφορικά με τον Αγαμέμνονα. Επικαλούμενος αμφιθυμικά τον Όμηρο, αναφέρει ότι ο Αγαμέμνονας, όντας ο «εφοπλιστής» της μυκηναϊκής εποχής, οργάνωσε την εκστρατεία της Τροίας δίνοντας καράβια στους Αρκάδες, πράττοντας όπως και στο ζήτημα της διαδοχής του· «πολλῇσι νήσοισι καὶ Ἂργεϊ παντὶ ἀνάσσειν».

«Παράδοση εις χείρας τινός, πόλεως» [3.53.1] 

«Τὴν μὲν παράδοσιν τῆς πόλεως, ὦ Λακεδαιμόνιοι, πιστεύσαντες ὑμῖν ἐποιησάμεθα, οὐ τοιάνδε δίκην οἰόμενοι ὑφέξειν, νομιμωτέραν δέ τινα ἔσεσθαι, καὶ ἐν δικασταῖς οὐκ ἂν ἄλλοις δεξάμενοι, ὥσπερ καὶ ἐσμέν, γενέσθαι [ἢ ὑμῖν], ἡγούμενοι τὸ ἴσον μάλιστ᾽ ἂν φέρεσθαι. 

«Λακεδαιμόνιοι, Σας παραδώσαμε την πολιτεία μας γιατί σας είχαμε εμπιστοσύνη. Δεν φανταστήκαμε ότι θα μας υποβάλετε σε τέτοιου είδους δίκη αλλά ότι θα μας δικάζατε κατά τρόπο νομιμότερο».

Τέλος, ο Πλάτωνας[3] στους Νόμους 803α ορίζει τη διδασκαλία ως παράδοση. «Τότε, λοιπόν, πρέπει νά πούμε ότι η μεγαλοπρέπεια και η ροπή προς την ανδρεία είναι γνώρισμα ανδρικό, ενώ η κλίση προς την κοσμιότητα και τη σωφροσύνη πρέπει να παραδεχθούμε, σύμφωνα με τον νόμο και τον λόγο, ότι είναι περισσότερο θηλυκό. Αυτή είναι η νομοθετική ρύθμιση – μετά από αυτό ας πάρει τον λόγο η διδασκαλία και η παράδοση η σχετική με τα ίδια αυτά θέματα, δηλαδή με ποιον τρόπο, για ποιους και σε ποια χρονική στιγμή πρέπει να εκτελείται καθένα από αυτά».

Εάν σε πρώτη ανάγνωση η παράδοση συνιστά μια εμπρόθετη κίνηση, σε δεύτερη ανάγνωση, η εν λόγω παραδίδει ένα αντικείμενο. Περί τίνος πρόκειται;

Η απελευθέρωση της παράδοσης

Σήμερα σκεφτόμαστε την παράδοση σαν μια συνθήκη ξεπερασμένη, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες γενιές, που γνώρισαν τις τελευταίες αναλαμπές της, γοητεύτηκαν από την «ελληνικότητα» αλλά και την απομυθοποίησαν στο πλαίσιο μιας κριτικής των ιδεολογιών. Η διαδρομή αυτή, όμως, μας βοηθάει να καταστήσουμε την παράδοση, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, αντικείμενο προς εξέταση. Δεν μπορούμε να ζήσουμε με τους διαμορφωτές της παράδοσης, ούτε και να το φανταστούμε. Μεγάλο μέρος της ζωής τους μας είναι άγνωστο, άρα μόνο και μόνο γι’ αυτό είναι σημαντικό να διατηρήσουμε την αίσθηση της ετερότητας.

Χωρίς πρόθεση να αρνηθούμε την αυτονομία της παράδοσης, είναι σκόπιμο να τεθεί ένα ερώτημα που να την τοποθετεί σε μια διαφορετική και, κατά μια έννοια εγγύτερη, θέση προς εμάς. Ορισμένες από τις ομοιότητες είναι πολύ προφανείς: χρειαζόμαστε ένα πολιτισμικό πλαίσιο για να αντιμετωπίσουμε ζητήματα όπως εκείνα της αναπαραγωγής, της κατοίκησης, της τροφής, του θανάτου, της βίας. Από την άλλη, δεν είναι όλες οι ομοιότητες και τόσο προφανείς· δομές του φαντασιακού επιστρατεύονται εδώ συνήθως ως εργαλεία κατανόησης για τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής. Μια ερμηνεία σεβαστή, το ζήτημα όμως είναι αλλού. Εάν ορισμένες ομοιότητες ανάμεσα στους δικούς μας τρόπους ζωής και σε εκείνους της παράδοσης είναι μη προφανείς, αυτό δεν οφείλεται σε κάποιον απωθημένο τόπο αλλά σε μια παραγνωρισμένη πολιτισμική και ιστορική αντιμετώπιση. Είναι απόρροια της ηθικής κατάστασης και της σχέσης μας με την παράδοση το γεγονός ότι δεν μπορούμε να δούμε πού και πώς της μοιάζουμε, πού και πώς διαφέρουμε. Το θέμα δεν είναι απλώς να εξετάσουμε την ποικιλομορφία της, τα επιτεύγματά της. Η γνώση αυτή των πραγμάτων είναι πολύτιμη, ειδικά σε αυτή τη ρευστή, ξεχαρβαλωμένη εποχή του διάτρητου Άλλου.

Η παράδοση δεν είναι αποκλειστική ιδιότητα αυτού που λέμε νεοελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, με ακμή την περίοδο 1770-1820. Τίθεται και ως ενεργή ιστορική μνήμη. Αναπόφευκτα ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει και η θνησιμότητά του μας κατατρέχει, εάν προσκολληθούμε σε αυτό υπερβολικά. Παράλληλα κινδυνεύουμε, εάν το υποτιμήσουμε. Η τάση να προστατεύουμε και να διατηρούμε το παραδοσιακό είναι εξίσου σημαντική με την τάση να αποδεχτούμε το καινούργιο, αφήνοντας να πεθάνει ένα μέρος από το παρελθόν. Η διελκυστίνδα αυτή προκαλεί διακυμάνσεις στην καθημερινότητα και, κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί τη βάση του πολιτισμού.

Η ιστορική βίωση έχει δύο μορφές[4]: την επιβίωση και την αναβίωση. Η επιβίωση είναι άμεση μετάγγιση τρόπων ζωής από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Το παραδοσιακό υψώνεται ως πρότυπο και επηρεάζει καθοδηγητικά το παρόν. Η αναβίωση, αντίθετα, ενέχει την τοποθέτηση του παλαιού σε κανόνα ζωής. Είναι ύστερο φαινόμενο και προϋποθέτει ότι τα υλικά και άυλα προϊόντα του πολιτισμού έχουν διατηρηθεί. Η ιστορική μνήμη μετατρέπεται έτσι σε βίωση. Ο ελληνικός τόπος σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη παρουσιάζει, καλώς ή κακώς, ουσιαστικές διαφορές. Παρόλο που εδώ η βιομηχανική εποχή άρχισε καθυστερημένα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο παραδοσιακός πολιτισμός θα μπορούσε θεωρητικά να συνεχίζεται, οι αλλοιώσεις στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον είναι ραγδαίες και συνεχίζονται με αμείωτη ένταση.

Η τεχνολογία προχωρά ακάθεκτη. Οι ελάχιστες γνήσια παραδοσιακές κοινότητες που μπορεί να υπάρχουν ακόμη είτε παραμερίζονται είτε καλούνται να αφομοιωθούν αστραπιαία. Τοπικές ιδιομορφίες έχουν σχεδόν ισοπεδωθεί. Δικαιολογημένα εκδηλώθηκαν αντιδράσεις, που στην αρχή είχαν ως στόχο το «πάγωμα» του χρόνου, μια σαφώς ανεδαφική πρόταση. Μια αντιμετώπιση με βαθιές ρίζες εδώ, ήδη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το 1832.

Η διαδικασία με την οποία ο υπερ-μοντέρνος καπιταλισμός ανέχεται ή απορρίπτει (σε καμία περίπτωση όμως δεν αφομοιώνει ουσιαστικά) την παράδοση, δεν θα ανατρέψει το γεγονός ότι το σήμερα είναι (και) μια δημιουργία του παραδοσιακού παρελθόντος (όπως αντίστοιχα στο επίπεδο της νεωτερικότητας κυριαρχούσε το αρχαιοελληνικό παρελθόν). Μπορεί ωστόσο, εντελώς κυνικά να καταστήσει το γεγονός αυτό παντελώς άχρηστο. Οπότε δεν αρκεί να θεωρούμε ως δεδομένο ότι το παρελθόν της παράδοσης πρέπει να έχει αξία ή ενδιαφέρον μόνο και μόνο επειδή είναι «δικό» μας. Χρειαζόμαστε ένα επιχείρημα όχι μόνο για να πούμε ότι η ιστορική μελέτη είναι φορέας κατανόησης, αλλά κυρίως για να πούμε ότι αυτή η διάσταση είναι σημαντική. Έχει αξία να καταλάβουμε πως οι ιδέες μας σχετίζονται με τις προγενέστερες, επειδή ακριβώς αυτό θα βοηθήσει ιδιαίτερα να δούμε σε ποια σημεία οι δικές μας μπορεί να είναι και λανθασμένες.

Άρα ανασυστήνοντας ένα ιστορικό μόρφωμα, συγκεκριμένες παραδοσιακές ιδέες, μπορεί όντως να φανερωθούν νέες δομές σκέψης και χώρου. Κατά κάποιον τρόπο, οι βασικές παραδοσιακές αξίες ήταν διαφορετικές από τις δικές μας και, επιπλέον, κάποιες σε καλύτερη κατάσταση.

H λογική που συνήθως επικρατεί όσον αφορά τις ιδέες και την ουσία της παράδοσης σε σχέση με τις δικές μας χαρακτηρίζεται από ένα «primum vivere». Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή αποδίδεται ένας πρωτογονισμός στις παραδοσιακές ιδέες περί τόπου, υλικών, τρόπων κατασκευής και ζωής, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αντικαταστάθηκαν από ένα πιο σύνθετο και εκλεπτυσμένο σύνολο αντιλήψεων, μια μορφή άκρατου εμπειρισμού. Παρ’ ολ’ αυτά βέβαια, δεν μας έχουν ενημερώσει πότε συνέβησαν αυτές οι τροποποιήσεις ακριβώς. Γενικότερα, από αρκετούς θεωρείται ότι ο κόσμος της παράδοσης ενσάρκωνε έναν πολιτισμό της ανέχειας και ότι η ανέχεια αυτή αντικαταστάθηκε από μια καταναλωτική «ευημερία» και την υπερ-απολαυσιακή της διάσταση. Ακόμη ότι τα υποκείμενα εκείνα δεν ήταν καν υποκείμενα δρώντα, ικανά να συλλάβουν κατάλληλα την έννοια του βιώματος.

Οι θεωρήσεις αυτές είναι όμως βαθιά παραπλανητικές και ανιστορικές. Πολλά από τα ερωτήματα που γεννούν παραμένουν αναπάντητα, και θα παραμείνουν, επειδή η έννοια μιας ολοκληρωμένης συνείδησης που κινεί τα νήματα είναι ανυπόστατη. Θεωρείται δεδομένο –από πού άραγε;– ότι εμείς διαθέτουμε μια πλήρη και επαρκή εποπτεία αντιλήψεων και πρακτικών. Εάν αναρωτηθούμε όμως πραγματικά, μάλλον δεν είναι και τόσο σαφές ποια είναι η ουσία των αντιλήψεών μας και, ως εκ τούτου, τι είναι εκείνο που λείπει από την παράδοση. Εκείνο που σίγουρα ισχύει είναι ότι οι ιδέες στις οποίες βασιζόμαστε είναι αρκετά κοινές με εκείνες της παράδοσης. Όσον αφορά αυτές τις αντιλήψεις, τα υποκείμενα της παράδοσης πατούσαν σίγουρα γερά στα πόδια τους. Πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εμείς. Αυτό, πέρα από αξιοθαύμαστο (ή και ακριβώς λόγω αυτού), οδηγεί όχι στην άρνηση των ουσιωδών μας διαφορών αλλά στο να τις κατανοήσουμε με νέους τρόπους.

Ο τρόπος με τον οποίο συχνά σκεφτόμαστε για τα θέματα αυτά είναι δομημένος τόσο απλουστευτικά ώστε είναι πολύ δύσκολο να πει κανείς κάτι διαφορετικό χωρίς να φανεί προγονόπληκτος. Επομένως, σίγουρα δεν προτείνεται πως το σύγχρονο κράτος θα έπρεπε να διοικείται με βάση τις αρχές του Θέογνι, ούτε υπονοείται ότι θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα των κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας και του Καποδίστρια.

Δεν τίθεται ζήτημα ότι έχει υπάρξει πρόοδος έκτοτε. Υπήρξε όντως, κυρίως επειδή πολλές έννοιες απελευθερώθηκαν από τον προκαθορισμό της κοινωνικής θέσης. Και υπάρχουν βέβαια και διαφορές, διαφορές που πρέπει να επιδοκιμάσουμε ανάμεσα σε εμάς και τους προκατόχους μας. Το θέμα είναι πώς πρέπει να εννοηθούν αυτές οι διαφορές. Κι ένας τρόπος να εννοηθούν δεν είναι βάσει μιας βίαιης ισοπέδωσης θεμελιωδών αξιών, αρχιτεκτονικών ή μη. Αντιθέτως, εάν κατανοήσουμε περισσότερο αυτές τις ίδιες αξίες και τον βαθμό στον οποίο τις μοιραζόμαστε με την παράδοση, μπορεί να καταφέρουμε να εντοπίσουμε ορισμένες από τις ψευδαισθήσεις μας για τη σημερινή πραγματικότητα. Δεν τίθεται ζήτημα αναβίωσης με κανέναν τρόπο και σε κανένα επίπεδο. Αυτό που πέθανε, πέθανε.

Χρειάζεται μια προσοχή με τη βιαιότητα των ισοπεδώσεων αυτών, αφενός στα σημεία όπου οι αντιλήψεις μας διαφέρουν από τις παραδοσιακές, καθώς πολλά δεν έχουν να κάνουν καν με τις εν λόγω αντιλήψεις, αφετέρου, μη γελιόμαστε, δεν είναι και τόσο ρηξικέλευθες οι δικές μας ιδέες σε σχέση με των προγενέστερων. Το κατά πόσο βασιζόμαστε σε ιδέες που έχουν αλλάξει είναι ένα μεγάλο ερώτημα, το οποίο δεν θα απαντηθεί εδώ. Αρκεί ότι για να το απαντήσουμε, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε αυτό που σκεφτόμαστε από αυτό που νομίζουμε ότι σκεφτόμαστε. Απαιτητικό, χρονικά και χωρικά.

Ταυτόχρονα όμως, είναι παράλογο να νιώθει κανείς νοσταλγία γι’ αυτόν τον χαμένο κόσμο. Χρειάζεται ένα πιο πειστικό επιχείρημα από αυτό της νοσταλγίας εάν θέλουμε να καταλάβουμε τις σχέσεις μας με την παράδοση, πόσο μάλλον σε μια εποχή όπου το δούναι και λαβείν του real estate κυριαρχεί και δεν έχει κανέναν απολύτως ηθικό ενδοιασμό (βλ. δηλώσεις Τραμπ για την Παλαιστίνη). Οπότε, λοιπόν, τι είναι αυτό στο οποίο βασιζόμαστε; Εδώ υπάρχει ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης μεταξύ παρελθόντος και παρόντος· εάν μπορούμε να απελευθερώσουμε την παράδοση από τις παρανοήσεις μας, τότε αυτή η διαδικασία μπορεί να μας βοηθήσει να απελευθερωθούμε από παρανοήσεις που μας αφορούν.

Οι συντεταγμένες της παράδοσης στην αρχιτεκτονική

Στο πεδίο της αρχιτεκτονικής, η έννοια της παράδοσης έχει ως πηγή τον οίκο και το κατοικείν. Ετυμολογικά, στο λεξικό των Τραυλού και Ορλάνδου, η «τεκτονική» αναφέρεται ως «η τέχνη, η επιστήμη του τέκτονος» και με το επίρρημα «τεκτονικώς» γίνεται λόγος για τον τρόπο του τέκτονος, ενώ με το επίθετο «τεκτονικός» εννοείται «ο ανήκων ή αναφερόμενος στον τέκτονα, ο υπό των τεκτόνων κατασκευασθείς ή επινοηθείς».

Στον Πολιτικόν, ο Πλάτωνας διατυπώνει δυο προτάσεις:

  • Το [αυτ]επιστατούν (μέρος) της βασιλικής επιστήμης ασκείται επί εμψύχων.
  • Το αρχιτεκτονικόν ασκείται επί αψύχων.

Κατά τον Αλέξανδρο Γούναρη[5], το [αυτ]επιστατούν (μέρος) της βασιλικής επιστήμης επί εμψύχων ερμηνεύεται ως ταυτόσημο του βασιλικού [αυτ]επιστατούντος επί εμψύχων κι έτσι κατανοούμε και το [αυτ]επιστατούν (μέρος) της αρχιτεκτονικής επιστήμης επί αψύχων ως συνώνυμο του αρχιτεκτονικού [αυτ]επιστατούντος επί αψύχων. Με άλλη διατύπωση από τον σύνθετο όρο [αυτ]επιστατούν (μέρος) επί αψύχων συνάγεται ότι το αρχιτεκτονικόν είναι επιθετικός προσδιορισμός επί ενός είδους της αρχιτεκτονικής επιστήμης, του [αυτ]επιστατούντος μέρους της που ασκείται επί αψύχων. Βάσει του αποσπάσματος του Πολιτικού, άψυχα και έμψυχα τίθενται υπό την κατηγορία των γιγνομένων. Στην πρώτη περίπτωση νοούνται ως γιγνόμενα τα άψυχα αποτελέσματα της δράσης ακριβώς αυτού του επιστατούντος μέρους της αρχιτεκτονικής. Είναι τα αρχιτεκτονήματα. Συνεπώς, κατά τον Πλάτωνα ο αρχιτέκτων είναι κάτοχος γνώσεως. Ο αρχιτέκτονας θεωρεί και πράττει στον βαθμό που η γνώση εμπεριέχει θεωρία και πράξη. Η θεωρία όμως του αρχιτέκτονα είναι διανοητική, δεν προέρχεται από τις αισθήσεις του, από τα μάτια. Κατά τον Βιτρούβιο, το αρχιτεκτόνημα σχηματίζεται πρώτα στο μυαλό του.

«Τα έργα κατασκευάζονται σωστά αν ο αρχιτέκτων δέχεται να ακούει τις συμβουλές των τεχνιτών και των μη ειδικών, γιατί όλοι οι άνθρωποι μπορούν να εκτιμήσουν το καλό – όχι μόνο οι αρχιτέκτονες. Η διαφορά μεταξύ αυτών και των μη ειδικών έγκειται στο ότι οι τελευταίοι δεν μπορούν να καταλάβουν πώς θα είναι το έργο πριν το δουν ολοκληρωμένο. Ο αρχιτέκτων όμως γνωρίζει επακριβώς αν το έργο θα είναι όμορφο, λειτουργικό και κόσμιο μόλις αυτό σχηματισθεί στο μυαλό του και πριν ακόμη αρχίζει να κατασκευάζεται».

Δυνατότητα η οποία δεν προκύπτει από μια στιγμιαία έκλαμψη ή από μια επιπόλαιη μίμηση παλαιών τίτλων, αλλά από έργα που ζουν και γονιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία των σημερινών ζωντανών ανθρώπων, ή με άλλα λόγια μέσα από την ουσία της παράδοσης[6]. Οπότε πολλά από τα στοιχεία της αρχιτεκτονικής μας αντίληψης υπάρχουν στην παράδοση και αυτό που λείπει δεν είναι τόσο τα ευεργετήματά της όσο οι επιστρώσεις ενός μη παραπλανητικού τρόπου σκέψης.

Ουσιαστικό στοιχείο στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι η κίνηση. Υπάρχουν δρώντα υποκείμενα. Τα υποκείμενα αυτά περιηγούνται, εσωτερικά ή εξωτερικά, μεταβαίνουν από το κλειστό, στον ημιυπαίθριο, στον υπαίθριο και τον κενό χώρο. Διχογνωμούν και στέκονται στα κατώφλια, στρέφονται στον ενδιάμεσο χώρο, στις αναλογίες, στην κλίμακα, οδηγούνται στους χώρους συγκέντρωσης. Πίσω από τη χωρική αυτή άρθρωση βρίσκεται μια ποιητική γλώσσα που λειτουργεί ως οδηγός των σχηματισμένων κινήσεων. Κινήσεις εγγραφόμενες σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, τον οποίο παραβλέπουμε, και η αβλεψία αυτή είναι καταστροφική για την ευαισθησία τους, που κατεξοχήν διαμορφώνεται από την οργανικότητα των εκφραστικών μέσων, την αλήθεια και τη γνησιότητα των μορφών, την ευγένεια των ιδανικών από τα οποία εμφορούνται. Εδώ έγκειται και η «πνευματικότητα» του ελληνικού τόπου[7]. Συνακόλουθα οι μορφές, παρά την «επιφατική ευτέλεια και πενία τους», διατηρούν μια πνευματική ουσία «που είναι η ίδια των αρχαίων αρετών η ουσία και συνάμα η για κάθε αναγέννηση ανυποκατάστατη ζύμη[8]».

Παρατηρώντας τη λαϊκή νησιώτικη αρχιτεκτονική, την ιδιαίτερη πλαστικότητά της, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του τόπου, βλέπεις τη συνέχεια του υλικού, την ανάπτυξη των μορφών στον χώρο και στο φως, τίποτα περιττό να μη διαταράζει τη γεωμετρία τους. Το φως αναδύει τη μύχια υπόστασή τους. Η μορφή δεν αποσπάται, δεν αποθεώνεται ως αυτόνομη οντότητα, αλλά συστοιχίζεται με τη δομή και την ύλη. Η αναλογία πλήρων και κενών, αξίες θεμελιώδεις για κάθε αρχιτεκτονικό έργο, εδώ προκύπτει άμεσα από την κατασκευή. Και όταν αντικρίζεις τους οικισμούς αυτούς, νιώθεις πως η τοπολογία τους είναι εναρμονισμένη με το έδαφος. Μια αυστηρότητα ενός συστήματος αναγκών και επιθυμιών που ενεργεί από μέσα προς τα έξω. Η πάλη είναι διαλεκτική ανάμεσα στη φύση και τις ελλείψεις μας.

Η προσαρμοστικότητα της λαϊκής αρχιτεκτονικής έντεχνα στοιχειοθετείται πίσω από τους τρόπους και τις τροπές της ύλης. Τροπές που ρυθμολογούν τον χώρο, τρόποι ανθρώπων απλών, των οποίων ο μόχθος και το μεράκι να κατοικήσουν τη γη έδωσε ομορφιά στο έργο τους. Η ποιότητα αυτών των κατασκευών προέκυπτε από μια πλούσια εμπειρία, από μια γνώση αποκρυσταλλωμένη στην πράξη, γνώση που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά και αποτελούσε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη της κρίσης και της δεξιοτεχνίας τους. Με τη μέθοδο «δοκιμής και σφάλματος», αρχιτέκτονες, μάστορες και συνεργεία συγκροτούσαν τη ραχοκοκαλιά της γνώσης και της δουλειάς.

Σαφώς, όμως, οι γενιές της παράδοσης δεν είχαν απαραίτητα τη δική μας αντίληψη περί φύσης, κατασκευής και υλικών. Χαρακτηριστική είναι η μόνιμη χρήση στην οικοδομή ενός ελαχίστου αριθμού φυσικών υλικών που διατηρούσαν λίγο πολύ την πρωτογενή υφή τους[9]. Όλοι οι ρυθμοί και τα κινήματα που χαράζουν την αρχιτεκτονική ανά ιστορικές περιόδους και πολιτισμούς, από εκείνη των ανώνυμων λαϊκών μαστόρων ως τα μνημεία, δεν είναι παρά εκφραστικές παραλλαγές σε ολιγάριθμα δομικά θέματα, βασισμένα στην κατάλληλη έκφραση μέσω αυτών των υλικών[10]. Πλέον όμως, τα οικοδομικά υλικά και οι τεχνικές έχουν πολλαπλασιαστεί και εξειδικευτεί. Τα παραδοσιακά υλικά έχουν εμπλουτιστεί από την τεχνολογία, π.χ. τα διάφορα προϊόντα και υποπροϊόντα ξύλου κ.λπ. Σε αυτά προστίθενται και νέα σύνθετα υλικά, υβρίδια παλαιότερων, η εισαγωγή των οποίων ανέκαθεν προκαλούσε αμηχανία στην έκφραση, σύγχυση και αδεξιότητα στην τεχνική.

Κλείνοντας, τι, εν τέλει, μας μεταβιβάζει η αρχιτεκτονική παράδοση; Και κυρίως ποιες είναι αυτές οι «υποκαταστάσεις» που είναι απαραίτητες ώστε να τις συσχετίσουμε με τη δική μας θέση;

Η παράδοση μας μεταβιβάζει ένα ύφος. Ένα στιλ, έναν υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο ο καθένας μας επιλέγει να χρησιμοποιήσει την αρχιτεκτονική γλώσσα. Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι η ποιητική λειτουργία της,

Με άλλα λόγια, η θέση της παράδοσης δεν είναι μια θέση όπου παρουσιάζονται τα πάντα ιδανικά και σε πλήρη αρμονία με τον κόσμο. Βρισκόμαστε σε μια ηθική κατάσταση πέραν των κληροδοτημάτων της, με μια συγκεχυμένη αίσθηση για τα σύγχρονα επιτεύγματα. Σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να μας φαίνονται λυτρωτικά, αλλά σε δεύτερη μας κάνουν να υποψιαζόμαστε ότι τελικά δεν υπάρχει λυτρωτική ιστορία ή μια παρελθοντική φόρμουλα που να οδηγεί σε σίγουρα αποτελέσματα. Σχετικά με την ηθική μας κατάσταση, «μοιάζουμε περισσότερο με τους ανθρώπους της αρχαιότητας απ’ όσο οι δυτικοί άνθρωποι που έζησαν στο μεσοδιάστημα. Και πιο συγκεκριμένα, είμαστε σαν εκείνους που από τον πέμπτο αιώνα και νωρίτερα μας άφησαν τα ίχνη μιας συνείδησης που δεν την είχαν ακόμα αγγίξει τα επιχειρήματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τα οποία θέλησαν να καταστήσουν τις ηθικές σχέσεις μας με τον κόσμο πλήρως κατανοητές»[11].

Είναι σαφές ότι έχουμε ριζικές διαφορές από τον παραδοσιακό ή τον αρχαίο κόσμο. Άλλωστε, μια από τις πιο επίμονες φαντασιώσεις είναι ότι υπήρξε κάποτε μια εποχή που τα πράγματα ήταν πιο όμορφα και λιγότερο κατακερματισμένα. Παραμένει όμως πάντοτε φαντασίωση. Και αν βρίσκουμε πράγματα ιδιαίτερης ομορφιάς και δύναμης εκεί, είναι ενθαρρυντικό να σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε πέρα από τον θαυμασμό μας και να τα τοποθετήσουμε, ολόκληρα ή θραυσματικά, σε σύγχρονες βάσεις.

Ο Σεφέρης, τον οποίο εύστοχα επικαλείται η Σουζάνα Αντωνακάκη, γράφει στις Δοκιμές:

 «Μαθαίνουμε την τέχνη μας σε πολλά και διάφορα εργαστήρια είτε μέσα είτε έξω από την Ελλάδα. Πώς να γίνει αλλιώς; Όλοι μας πρέπει να διδαχτούμε και να επεξεργαστούμε αυτό που διδαχτήκαμε. Αλλά ότι και να κάνουμε, όσο και να μας απελπίζουν κάποτε οι κακές πλευρές της πολυμήχανης εφευρετικότητας μας, δεν μπορούμε να καταργήσουμε το γεγονός ότι είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρνός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; θα γίνουμε απόκληροι;

Δεν γυρεύω μήτε το σταμάτημα μήτε το γύρισμα προς τα πίσω, γυρεύω το νου την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούνε εμπρός».

⸙⸙⸙

[Η Αγγελική Πέτα είναι αρχιτέκτων μηχανικός.]


[1] Όμηρος, Ιλιάδα, μτφρ. Κομνηνός Κακριδής, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1992.

[2] Θουκυδίδου Ιστορίαι, μτφ. Άγγελος Βλάχος, εκδ. Εστία, 2012.

[3] Πλάτων, Νόμοι, μτφ. Η.Π. Νικολούδης, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2008.

[4] Πέτρος Γ. Θέμελης, Ανασκαφή, εκδ. Παπαζήση, 2018.

[5] Αλέξανδρος Π. Γούναρης, Τεκτονική και οικοδομική κατά Πλάτωνα. Σχόλια και σημειώσεις επί των απαρχών της έννοιας της αρχιτεκτονικής: Από την αμάρτυρον στον Πλάτωνα αρχιτεκτονική στην architectura του Βιτρούβιου, Gutenberg, 2017.

[6] Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄ τόμος, εκδ. Ίκαρος, 2013.

[7] Την πραγμάτωση αυτή εκφράζει ο Δημήτρης Πικιώνης στη Συναισθηματική Τοπιογραφία (1935) γράφοντας: «Ω γη, συ ανάγεις όλα εις τον εαυτό σου, ως εις μέτρο. Αληθινά συ είσαι το modulus που μπαίνει εις το κάθε τι. Συ εμόρφωσες το Άστυ και τα πολιτεύματα. Συ κατηύθυνες τους ήχους της γλώσσας. Συ καθόρισες τις τέχνες του λόγου και του σχήματος».

[8] Δ. Πικιώνης, «Το πρόβλημα της μορφής».

[9] Από τη νεολιθική εποχή έως τον 19ο αιώνα συναντούμε κυρίως το ξύλο, τον πηλό και φυσικούς λίθους ως διαδεδομένα οικοδομικά υλικά. Σπανιότερα γινόταν χρήση γυαλιού, μετάλλου, φυτικών και ζωικών ινών. Αυτά ενσωματώνονταν σχεδόν επί τω έργω, με άμεση κατεργασία και κατάλληλα εργαλεία. Βλ. Μανώλης Κορρές, Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα, Μέλισσα, 1994.

[10] Σάββας Κονταράτος, Αρχιτεκτονική και Παράδοση. Ιδεολογίες, πρακτικές και προβλήματα στη χρήση του αρχιτεκτονικού παρελθόντος, Καστανιώτης, 1986

[11] B. Williams, Ethics and the Limits of Philosophy, Harvard University Press.

Κύλιση στην κορυφή