Τελικά η Τέχνη είναι αχόρταγη. Απαιτεί όλο και μεγαλύτερο χώρο, περισσότερες εκθέσεις που θα φέρουν περισσότερο κοινό, που θα φέρει χρήματα με τα οποία θα αγοραστούν καινούργια έργα τέχνης, που θα χρειάζονται και άλλες αποθήκες κ.ο.κ. Αυτός είναι ο λόγος που πολλά διεθνή μουσεία προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της εποχής μας μέσα από φιλόδοξα προγράμματα επεκτάσεων. Το ίδιο κάνει και η Εθνική μας Πινακοθήκη: εδώ και χρόνια παρακολουθούμε το κλειστό κτήριο επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας απέναντι από το Χίλτον να αλλάζει. Μια αλλαγή που μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο τρομακτική, όλο και πιο τραυματική.
Μια τεράστια ράμπα κυκλοφορίας έχει σχεδόν καταπιεί το παλιό κτήριο! Το νέο μουσείο θέλει προφανώς να δείξει ένα πιο εξωστρεφές πρόσωπο, προβάλλοντας στην πόλη το πολυπόθητο κοινό επισκεπτών για το οποίο μάλλον γίνεται όλη αυτή η κοσμογονία. Όμως γύρω από το κτήριο υπάρχουν μόνο λεωφόροι ταχείας κυκλοφορίας και στενά πεζοδρόμια, σε ποιον δημόσιο χώρο απευθύνεται αυτή η χειρονομία; Σκεφτείτε π.χ. τις αντίστοιχες κυλιόμενες σκάλες στην όψη του Κέντρου Πομπιντού στο Παρίσι (των Ρίτσαρντ Ρότζερς και Ρένζο Πιάνο) χωρίς την πλατεία μπροστά που δημιουργεί ένα συναρπαστικό αστικό σύνολο. Ή την αντίστοιχη διαμόρφωση της ράμπας στο δικό μας Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς (των Κόκκινου-Κούρκουλα), που μετατρέπει το ανοιχτό αίθριο σε θεατρική σκηνή. Η νέα επέκταση της Εθνικής Πινακοθήκης όχι μόνο αποτυγχάνει να βελτιώσει την αδυναμία του παλιού κτηρίου, την αμήχανη τοποθέτηση σε αυτό το υπολειμματικό οικόπεδο-νησίδα, αλλά τονίζει ακόμα περισσότερο την έλλειψη σύνδεσης με τον δημόσιο χώρο μέσα από μία κενή χειρονομία.
Η απλότητα και η σχεδόν ταπεινή παρουσία του παλιού κτηρίου είχαν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της αρχιτεκτονικής της Αθήνας. Σχεδιασμένο από τους Ν. Μουτσόπουλο, Π. Μυλωνά και Δ. Φατούρο, πέρασε από πολλές περιπέτειες μέχρι να ολοκληρωθεί το 1976 στη μορφή που είχε πριν μερικά χρόνια. Ο Δημήτρης Φατούρος, με τον οποίο έχει περισσότερο συνδεθεί το έργο –πρόσφατα δυστυχώς μας άφησε–, συνήθιζε να τονίζει τον μπετονένιο σκελετό από κολόνες και δοκάρια στα έργα του. Η Εθνική Πινακοθήκη δεν αποτελούσε εξαίρεση, με τους επενδυμένους με μάρμαρο τοίχους τοποθετημένους σε υποχώρηση ώστε να τονίζουν τον σκελετό μέσα από τις σκιές που αυτός έριχνε πάνω τους. Αυτή η καθαρή λογική που διαπερνούσε κάθε σημείο του κτηρίου σήμερα αντιπαραβάλλεται με δύο-τρία διαφορετικά τεκτονικά συστήματα υαλοπετασμάτων, περσίδων, μεταλλικών σκελετών που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της νέας κατασκευής. Έπεσε και αυτή θύμα της αθυρόστομης χρήσης του γυαλιού και της πλάνης που διακατέχει εμάς τους αρχιτέκτονες πως η διαφάνεια έχει σαν αποτέλεσμα την ελαφρότητα. Ειδικά στην περίπτωση μιας προσθήκης σε ένα υπάρχον κτήριο, η ελαφρότητα είναι ζητούμενο και η διαφάνεια που θα το αφήσει να φαίνεται επίσης. Αμ δε! Το γυαλί στη διάρκεια της ημέρας είναι σκοτεινό, αδιαπέραστο, περισσότερο καθρεφτίζει παρά αφήνει το βλέμμα να περάσει. Αυτό λοιπόν που θα βλέπουμε εξωτερικά δεν είναι το παλιό κέλυφος, αλλά το παραμορφωμένο είδωλο της πόλης. Και οι επισκέπτες στο εσωτερικό θα ιδρώνουν από τη συσσωρευμένη ζέστη της ημέρας, που ειδικά τα απογεύματα του καλοκαιριού θα κάνει τα κλιματιστικά να αγκομαχούν.
Αν πιστεύουμε ότι οι λιγοστές ευκαιρίες δημόσιας αρχιτεκτονικής έχει σημασία να μη χάνονται, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: πώς τα καταφέραμε έτσι; Χρησιμοποιώ τον πρώτο πληθυντικό γιατί η επίσημη, δημόσια αρχιτεκτονική είναι υπόθεση της κοινωνίας: των θεσμών που την προωθούν και του κοινού που την υποδέχεται. Είναι σίγουρο ότι στην περίπτωση της Εθνικής Πινακοθήκης ακολουθήθηκε μια νόμιμη διαδικασία επιλογής μελετητή (Π. Γραμματόπουλος, Χρ. Πανουσάκης, Δ. Βασιλόπουλος), συμβούλων και εργολάβου, οι οποίοι ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας αυτό το σημαντικό έργο. Όπως όμως συχνά συμβαίνει, δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό που κατασκευάζεται έχει σχέση με αυτό που σχεδίασαν οι αρχιτέκτονες του έργου, αν και οι βασικές επιλογές σχεδιασμού είναι όντως αυτές που υλοποιούνται. Έτσι κι αλλιώς, συχνά μοιάζει τα κτήρια στην Ελλάδα να προκύπτουν ανώνυμα. Έχετε για παράδειγμα προσέξει την απουσία του ονόματος του αρχιτέκτονα σε άρθρα εφημερίδων που μιλάνε για δημόσια αρχιτεκτονική; Αυτή η στάση εκφράζει μία αντίληψη εδραιωμένη στην ελληνική κοινωνία, που θέλει τα κτήρια να είναι λίγο-πολύ τεχνικά έργα, χωρίς υπογραφή, με μια στο-περίπου αισθητική για την οποία δεν παίρνει κανείς ευθύνη. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρχιτέκτονες σε κάθε έργο, αλλά δεν είναι δα και τόσο σημαντικοί όσο ο δήμαρχος, ο υπουργός ή ο διευθυντής που χρεώνονται ένα σημαντικό κτήριο. Είμαστε όμως ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα; Είναι ικανοποιημένοι οι επιμελητές, η διευθύντρια της Πινακοθήκης; Αρκούν τα παραπάνω τετραγωνικά και οι «σύγχρονες υποδομές» για να δικαιολογήσουν αυτό το τραύμα στο κέντρο της πόλης; Θα περιμένουμε να επισκεφτούμε το νέο μουσείο όταν ανοίξει, αλλά αυτό που σε μεγάλο βαθμό έχει ολοκληρωθεί δεν μας επιτρέπει να είμαστε αισιόδοξοι.
Και για να μη νομίζουμε ότι αυτοί οι κανιβαλισμοί, στο όνομα μάλιστα του πολιτισμού, συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα, πρόσφατα διάβαζα για την τύχη του LACMA, του Μουσείου Τέχνης του Λος Άντζελες. Εκεί ο διευθυντής επέλεξε την κατεδάφιση του υφιστάμενου κτηρίου –χτισμένου τη δεκαετία του ʼ60– για να κατασκευαστεί μια φαραωνική κατασκευή, σχεδιασμένη από τον διάσημο Ελβετό Πέτερ Τσούμτορ. Ή η πρόσφατη επέκταση του εμβληματικού Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, κατά την οποία χρειάστηκε να κατεδαφιστεί το παρακείμενο –και βραβευμένο για την αρχιτεκτονική του– Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, ολοκληρωμένο μόλις το 2001! Και στις δύο περιπτώσεις οι «δημιουργικές καταστροφές» που προαναφέρθηκαν είχαν ξεσηκώσει έντονες συζητήσεις για τον σχεδιασμό και τη σκοπιμότητα των νέων κτηρίων. Εδώ κανένας δεν φαίνεται να ασχολείται. Μήπως ζούμε την ύπνωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η αυτοπροβολή μας μάς εξαντλεί; Μήπως έχουμε τσακωθεί αρκετά τελευταία και χορτάσαμε –έτσι κι αλλιώς δεν αλλάζει κάτι; Μήπως δεν είναι τόσο σημαντικό σε σχέση με όσα μας συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό; Όπως και να έχει, η Εθνική Πινακοθήκη πήγε άκλαφτη.
