Τρεις μήνες πριν εκπνεύσει το 2024 η κυβέρνηση δήλωσε τη πρόθεσή της να δημιουργήσει μια Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.). Τα υπουργεία Εσωτερικών, Παιδείας και Πολιτισμού ένωσαν τις δυνάμεις τους και φαίνεται πως θα προχωρήσουν στην κατάρτιση ενός σχεδίου νόμου, το οποίο υπόσχεται να λύσει το πρόβλημα των «επαγγελματικών προσόντων» ηθοποιών, μουσικών και χορευτών.
Φυσικά αυτό που εμφανίστηκε δεν είναι παρά η προαναγγελία ενός σχεδίου νόμου που λέγεται πως θα έρθει προς διαβούλευση και ψήφιση κάποια στιγμή μέσα στο 2025 και το οποίο, λογικά, θα αναφέρει πλήθος τεχνικών λεπτομερειών και θα δίνει λύσεις σε πλήθος προβλημάτων που ταλανίζουν εδώ και δεκαετίες τον καλλιτεχνικό κόσμο, προβλημάτων που θα πρέπει να λυθούν πριν το σχέδιο αυτό τεθεί σε εφαρμογή αν δεν θέλουμε να βιώσουμε ένα φιάσκο πρώτου μεγέθους. Μια Ακαδημία Τεχνών ή μια Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών θα ήταν ένα κόσμημα για τη χώρα αν είχε γίνει…100 χρόνια πριν, τότε δηλαδή που η Ελλάδα ξεκινούσε πρακτικά από το μηδέν πάνω στα ζητήματα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και έτσι θα μπορούσε σχετικά εύκολα να χτιστεί κάτι από την αρχή –εφόσον πάρουμε σαν δεδομένο τις καλές προθέσεις και την ύπαρξη διαθέσιμων υλικών και ανθρωπίνων πόρων– χωρίς να έχουν διαμορφωθεί (πράγμα εξαιρετικά σημαντικό) σοβαρές «συστημικές αντιστάσεις» που θα δυσκόλευαν –και θα δυσκολέψουν εν τοις πράγμασι σε σημαντικό βαθμό– την πραγματοποίηση ενός τέτοιου οράματος. Δυστυχώς όμως, πριν… 100 χρόνια εκείνος που ήταν υπεύθυνος για τη χάραξη της μουσικής εκπαιδευτικής πολιτικής (που θα συμπαρέσυρε ολόκληρη την καλλιτεχνική εκπαίδευση), και αναφερόμαστε φυσικά στον –αρχικά βενιζελικό– εθνικό μας συνθέτη Μανώλη Καλομοίρη, «όχι μόνο απέφυγε επιμελώς να τοποθετηθεί υπέρ της δημιουργίας κεντρικών και δημοσίων εθνικών μουσικών εκπαιδευτικών θεσμών, αλλά ο ίδιος συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση του κυρίαρχου μέχρι σήμερα συστήματος μουσικής εκπαίδευσης, ιδρύοντας ιδιωτικά μουσικά εκπαιδευτήρια (ωδεία), διαρθρωμένα σε ένα σύστημα κεντρικών καταστημάτων και παραρτημάτων»[1]. Προτίμησε, κοντολογίς, αντί να στρέψει τη χώρα προς τη δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος μουσικής εκπαίδευσης που θα εκτεινόταν σε όλες τις βαθμίδες, να ωφεληθεί σαν επιχειρηματίας ιδιοκτήτης μουσικών εκπαιδευτηρίων (δεν θα αναφερθούμε εδώ στην για σχεδόν μισό αιώνα ασφυκτική κυριαρχία του Καλομοίρη στους περισσότερους μουσικούς θεσμούς της χώρας ούτε στις κατάπτυστες επαφές του με το Μεταξικό καθεστώς και τις Γερμανικές δυνάμεις κατοχής).
Κάποιο ρομαντικοί πιστεύουν πως το σχέδιο νόμου για τη δημιουργία της Ανώτατης Σχολής Τεχνών εμφανίστηκε ύστερα από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την δημοσίευση του ΠΔ 85/22. Μακάρι κάτι τέτοιο να ισχύει. Είναι αλήθεια πως σύμφωνα με το σχέδιο που ετοιμάζεται είναι προ των πυλών η υποβάθμιση των πτυχίων/διπλωμάτων των ωδείων, των δραματικών σχολών, των σχολών χορού και κινηματογράφου σε τίτλους σπουδών μεταλυκειακής εκπαίδευσης (επιπέδου 5 από ΤΕ που είναι σήμερα σήμερα), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια στρατιά καλλιτεχνών που θεωρούνται τεχνικά… απόφοιτοι λυκείου, τη στιγμή που έχουν δαπανήσει χρόνια και χρήματα φοιτώντας στις εν λόγω ιδιωτικές καλλιτεχνικές σχολές, τη λειτουργία των οποίων επιτρέπει εδώ και χρόνια το ίδιο το κράτος βάζοντας στο τέλος και τη σφραγίδα «Ελληνική Δημοκρατία» στους παρεχόμενους τίτλους σπουδών. Όλες αυτές οι σχολές που ξεπερνάνε σε αριθμό τις 1.500 λειτουργούν φυσικά μέσα σε ένα πλαίσιο που ορίστηκε και ελέγχεται από το ίδιο το κράτος, δίνοντάς τους όμως τη δυνατότητα να δίνουν οι ίδιες τίτλους σπουδών που έρχεται στη συνέχεια το κράτος να επικυρώσει με τη σφραγίδα του. Παρά τις ιδιομορφίες και τις στρεβλώσεις που είναι πασιφανείς (ο ανεπαρκής και κυμαινόμενος χρόνος φοίτησης, που φυσικά τροποποιείται εσωτερικά κατά το δοκούν προς εξυπηρέτηση του πελάτη-σπουδαστή, η πρακτική ανυπαρξία εξωτερικού ελέγχου της λειτουργίας των σχολών, των διδασκόντων κ.τ.λ., πέρα από την τυπική παρουσία κάποιου εκπροσώπου του υπουργείου Πολιτισμού σε πτυχιακές/διπλωματικές εξετάσεις, η ανυπαρξία εισαγωγικών εξετάσεων και η εγγραφή στις σχολές όλων των υποψηφίων σπουδαστών με μόνο γνώμονα την επιθυμία τους να πληρώσουν τα σχετικά ενίοτε «αλμυρά» δίδακτρα κ.λπ. κ.λπ.), οι σχολές αυτές παρέχουν τίτλους σπουδών, η αξία των οποίων εξαρτάται κατά πώς φαίνεται από τις διαθέσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.
Οι δεκάδες χιλιάδες απόφοιτοι, λοιπόν, αυτών των σχολών θα μπορούν πλέον να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών φοιτώντας στην προς ίδρυση Α.Σ.Π.Τ.! Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κάτι τέτοιο θα υλοποιηθεί, καθώς και ο ακριβής τρόπος εισαγωγής των υποψηφίων παραμένουν ασαφή. Πώς θα μπορέσουν να απορροφηθούν αρκετές δεκάδες χιλιάδες πιθανοί υποψήφιοι; Θα εισαχθούν μέσω πανελλαδικών στα όποια τμήματα δημιουργηθούν; Θα εισαχθούν μέσω κάποιου άλλου είδους εξετάσεων ή μήπως χωρίς εξετάσεις;
Ταυτόχρονα, και ενώ οι ιδιωτικές καλλιτεχνικές σχολές σε όλη την επικράτεια συνεχίζουν να δίνουν τίτλους σπουδών… μεταλυκειακής εκπαίδευσης, έχουν ήδη ξεκινήσει να λειτουργούν ιδιωτικά κολλέγια καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, οι απόφοιτοι των οποίων έχουν πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα και τίτλους σπουδών πανεπιστημιακού επιπέδου. Εννοείται πως τα εν λόγω ιδιωτικά κολλέγια δεν αποτελούν φυσικά παραρτήματα π.χ. του Berkeley ή του Mozartuem για… ευνόητους λόγους! Το κατά πόσο τα κολέγια αυτά λειτουργούν με τους τυπικούς και ουσιαστικούς «όρους» υπό τους οποίους ήδη λειτουργούν και οι ιδιωτικές καλλιτεχνικές σχολές που αναφέραμε προηγουμένως – με το επιπλέον όμως ισχυρότατο θέλγητρο του «πανεπιστημιακού επιπέδου» και των εγγυημένων «επαγγελματικών δικαιωμάτων» – αλλά αυτή τη φορά σε κλίμακα μεγαλύτερη, σαν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται με γνώμονα το εκθετικά μεγαλύτερο κέρδος, όρους βιτρίνας και ικανοποίησης των πελατών που θα «έχουν πάντα δίκιο», τα θέτει τόσο κοντά σε αυτό που αποκαλείται «καλλιτεχνική παιδεία» όσο κοντά είναι και μια πολυεθνική τροφίμων σε αυτό που αποκαλούμε «υγιεινή διατροφή».
Ο τρόπος χρηματοδότησης του νέου Πανεπιστημιακού φορέα είναι κάτι για το οποίο επίσης δεν έχει γίνει λόγος. Τη στιγμή που δεκάδες τμήματα άλλων πανεπιστημιακών σχολών (που μετρούν δεκαετίες ζωής με σημαντικότατη παρουσία στο πεδίο τους) ασφυκτιούν οικονομικά υποφέροντας από χαμηλή χρηματοδότηση που κάθε χρόνο μειώνεται και περισσότερο, πώς θα χρηματοδοτηθεί μια ολόκληρη καινούργια σχολή με πολλές ιδιαιτερότητες και εντελώς ειδικές υλικοτεχνικές απαιτήσεις;
Τι ρόλο θα έχουν οι ιδιωτικές καλλιτεχνικές σχολές την επόμενη μέρα; Θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που έκαναν μέχρι σήμερα; Και αν ναι, τι αντίκρυσμα θα έχουν οι τίτλοι σπουδών που θα παρέχουν; Θα αποκτήσουν μήπως καθαρά προπαρασκευαστικό ρόλο για την είσοδο στην ΑΣ.Π.Τ., ρόλο ανάλογο δηλαδή με αυτόν που έχουν σήμερα τα φροντιστήρια για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πράγμα που θα οδηγήσει (δικαίως ή αδίκως) σε δραστική μείωση τους αριθμούς τους; Σχολές όπως το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και η δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, για να αναφέρουμε δυο μόνο παραδείγματα, θα συνεχίσουν να δίνουν τίτλους σπουδών… μεταλυκειακού επιπέδου απέναντι στα ελάχιστα υπάρχοντα δημόσια Πανεπιστημιακά Τμήματα και τα πόσα ακόμα ιδιωτικά κολλέγια; Η επί δεκαετίες παρουσία των ιδιωτικών καλλιτεχνικών σχολών, όπως συνέβη και με την παρουσία των φροντιστηρίων, έχει δημιουργήσει στη μικρή μας χώρα – κι αυτό το ξέρουμε καλά όλοι – σχέσεις, εξαρτήσεις, νοοτροπίες και συμφέροντα, στα οποία δημοσίως ελάχιστοι αναφέρονται ευθέως, καθώς είτε αδιαφορούν είτε απλώς προτιμούν να χαϊδεύουν τα αυτιά ιδιοκτητών-επιχειρηματιών, διδασκόντων-συναδέλφων, συνδικαλιστικών φορέων, των σπουδαστών και των οικογενειών τους για λόγους επιβίωσης ή καθαρά για λόγους μικροπολιτικής.
Το μόνο σταθερό στη χώρα μας σε σχέση με την καλλιτεχνική εκπαίδευση ήταν και παραμένει η διαρκής και συστηματική υποβάθμισή της. Η έλλειψη κεντρικού ή του οποιοδήποτε τέλος πάντων σχεδίου που θα έδινε μια κατεύθυνση και θα έβγαζε τις τέχνες από τον ρόλο του φτωχού συγγενή που εδώ και δεκαετίες εκλιπαρεί για μια θέση στον ήλιο, μέσα σε έναν ωκεανό προχειρότητας και απαξίωσης δείχνει μια κεντρική αδιαφορία που κανείς δεν ενδιαφέρεται να κρύψει. Μακάρι η σχέση μας με την Ευρώπη ως προς ορισμένα ζωτικής σημασίας πολιτιστικά θέματα να αποδειχτεί επιτέλους πως δεν περιορίζεται σε αυτόν του δημιουργού του ονόματός της.
[1]Μάρκος Τσέτσος, Εθνικισμός και λαϊκισμός στην νεοελληνική μουσική. Πολιτικές όψεις μιας πολιτισμικής απόκλισης, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα 2011, σελ. 88.

