Υπάρχουν πολλά που δεν μπορείς ν’ αφηγηθείς.
Το πέρασμά σου απ’ τον εαυτό.
Την πυκνή σιωπή, λες και το σύμπαν φρενάρει,
τη στάση αίματος μέσα στην οχλοβοή,
όπου ταπεινά όντα τρέχουν φρενιασμένα.
Τους θορύβους, όταν διακόπτονται
από κοφτερό ερώτημα που αιωρείται στο σπίτι.
Υπάρχει κάτι μεγαλειώδες στις συναυλίες της καθημερινότητας.
Ακατάπαυστη ροή ανταποκρίσεων· σε απαλλάσσει απ’ το να σκέφτεσαι,
να υποφέρεις ή να απολαμβάνεις.
Ενήλικα ηχοτοπία· μια παντομίμα της ύπαρξης που υπνωτίζει
σε ξεκαρδιστικές επαναλήψεις.
Οι ιστορίες κυλάνε με αθόρυβες τελετουργίες, νά που πριονίζονται
τα ερείσματα στην έκσταση, το δικαίωμα στην έκπληξη στο μέσο μιας διαδρομής.
Δισεκατομμύρια νευρώνες επικοινωνούν και διακλαδώνονται
σχηματίζοντας μονοπάτια με τις άλλες ζωές σου.
Μα η αταραξία σου ανακουφίζει.
Ακόμα τραγουδάς για τα άνθη της φροντίδας
που η φιλαυτία εγγράφει σε ανθρώπινη βλάβη:
σε ετεροκαθορισμό,
ή ανάγκη να έχεις κάποιον
να φροντίζεις.
Τι κι αν το σώμα σου γίνεται κάποτε πεντάγραμμο.
Δεν σε προσβάλλει το πάτημα ευαίσθητων περιοχών.
Το νευρικό σου σύστημα παίζει δίχως μπάσα μουσική.
Υπάρχουν πολλά που δεν θέλεις να αφηγηθείς.
Την παρουσία σου μέσα τους.
Ή από πού ήρθαν αυτά τα τσόφλια καρυδιών και, πες μου, τα βλέπεις;
Καμιά σπορά δεν αφηγείται την ιστορία των καρπών της,
ούτε κι αν φαγώθηκαν από λατρεία.
Εμείς κρατήσαμε στις χούφτες γοτθικές τεφροθήκες,
εκεί φυλάχθηκε το μερίδιό μας στον κόσμο.
Το πέρασμά μας.
Η όμορφη πλάνη της προσφοράς.

