Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος
Στον κήπο της Βασιλικής Έπαυλης, ο Διεθνής Κυανούς Σταυρός οργάνωσε ένα μεγάλο κυνήγι αυγού για παιδιά έως 12 ετών. Το εισιτήριο, είκοσι χιλιάδες λίρες.
Τα αυγά κρύβονταν κάτω από σωρούς σανού. Ύστερα δινόταν το σύνθημα της εκκίνησης. Κι όλα τα αυγά, που ένα παιδί κατάφερνε να ξετρυπώσει, ήταν δικά του. Αυγά όλων των λογιών και των μεγεθών, από σοκολάτα, μέταλλο, χαρτόνι, που περιείχαν μάλιστα πανέμορφα αντικείμενα.
Η Τζίλντα Σόσο, ωρομίσθια καμαριέρα, άκουσε να μιλούν γι’ αυτό στο σπίτι της οικογένειας Ζερνάτα, όπου εργαζόταν. Η κυρία Ζερνάτα θα πήγαινε εκεί τα τέσσερα μικρά της παιδιά –συνολικά θα πλήρωνε δηλαδή ογδόντα χιλιάδες λίρες.
Η Τζίλντα Σόσο, εικοσιπέντε χρονών, όχι όμορφη, μα ούτε άσχημη, μικρή, λεπτοκαμωμένη, με προσωπάκι ζωηρό, γεμάτη καλοσύνη αλλά και με καταπιεσμένες επιθυμίες –με μια κόρη τεσσάρων χρονών, επίσης χαριτωμένη ύπαρξη, αγνώστου, φευ, πατρός– σκέφτηκε να πάει κι αυτή εκεί την κορούλα της.
Σαν ήρθε το πρωί, έβαλε στην Αντονέλλα το καινούργιο παλτουδάκι και το καπέλο της από κετσέ, που την έκανε να μοιάζει ολόιδια με τις κόρες των κυρίων της.
Εκείνη, αντίθετα, η Τζίλντα, δεν κατάφερνε να μοιάσει με κυρία, είχε ρούχα πολύ τριμμένα. Έκανε ωστόσο κάτι καλύτερο: με ένα είδος σκούφου έδειξε σαν οικιακή βοηθός και αν δεν την εξέταζαν με τον μεγεθυντικό φακό, θα μπορούσαν κάλλιστα να την περάσουν για προσοντούχα γκουβερνάντα, με δίπλωμα από τη Γενεύη ή το Νεσατέλ.
Έτσι έφτασαν εγκαίρως στην είσοδο κι εκεί η Τζίλντα στάθηκε κοιτώντας γύρω σαν γκουβερνάντα που περιμένει την κυρία της. Σιγά σιγά άρχισαν να καταφθάνουν τα αυτοκίνητα των κυρίων και να ξεφορτώνουν τα παιδιά τους, που έρχονταν να συμμετάσχουν στο κυνήγι του αυγού. Έφθασε και η κυρία Ζερνάτα με τα τέσσερα παιδιά της και η Τζίλντα αποτραβήχτηκε παράμερα για να μην τη δουν.
Θα ήταν άραγε για την Τζίλντα μάταιος κόπος; Δεν θα ήταν εύκολο να βρεθεί εκείνη η στιγμή της φασαρίας και της αναστάτωσης στην οποία στήριζε τις ελπίδες της, για να μπορέσει επιτέλους να περάσει χωρίς να πληρώσει, στη ζούλα, με τη μικρή της κόρη.
Το κυνήγι του αυγού άρχιζε στις τρεις. Στις τρεις παρά πέντε έφθασε ένα αυτοκίνητο, που έμοιαζε με προεδρικό. Ήταν η σύζυγος ενός σημαντικού υπουργού με τα δυο μωρά της, που είχε έρθει επιτούτου από τη Ρώμη. Τότε ο Πρόεδρος, οι σύμβουλοι και οι υπεύθυνες κυρίες του Διεθνούς Κυανού Σταυρού έτρεξαν εσπευσμένα προς τη σύζυγο του Υπουργού για να αποδώσουν τις τιμές, και δημιουργήθηκε πράγματι, και με το παραπάνω μάλιστα, η επιθυμητή σύγχυση.
Έτσι λοιπόν η ωρομίσθια καμαριέρα Τζίλντα, μεταμφιεσμένη σε γκουβερνάντα, μπήκε στον κήπο με την κόρη της, και της έδινε τις τελευταίες νουθεσίες για να προσέχει να μην την κάνουν ό,τι θέλουν τα μεγαλύτερα και πιο πονηρά παιδιά.
Σωροί από άχυρα, μεγάλοι και μικροί, εκατοντάδες φαίνονταν στα λιβάδια, σκορπισμένοι ακανόνιστα. Ένας πρέπει να είχε ύψος τουλάχιστον τρία μέτρα, ποιος ξέρει τι ήταν κρυμμένο από κάτω, ίσως και τίποτα.
Το σύνθημα δόθηκε από ένα σάλπισμα τρομπέτας, έπεσε το σχοινί της γραμμής εκκίνησης και τα παιδιά ξεχύθηκαν στο κυνήγι με απερίγραπτες κραυγές.
Αλλά στη μικρή Αντονέλλα τα παιδιά των κυρίων προκαλούσαν δέος. Έτρεχε εδώ κι εκεί χωρίς να μπορεί να αποφασίσει, ενώ τα άλλα ψαχούλευαν στα σπλάχνα των αχυροσωρών, και ήδη μάλιστα κάποια έτρεχαν στη μαμά τους σφίγγοντας ανάμεσα στα μπράτσα τους γιγάντια αυγά, από σοκολάτα ή χαρτί πολύχρωμο, με ποιος ξέρει τι εκπλήξεις μέσα τους.
Επιτέλους και η μικρή Αντονέλλα, βυθίζοντας το χεράκι της στα άχυρα, ψαχούλευσε μια λεία και συμπαγή επιφάνεια και, κρίνοντας από την καμπυλότητά της, μάλλον επρόκειτο για ένα πελώριο αυγό. Τρελή από ευτυχία άρχισε να κραυγάζει: «Το βρήκα! Το βρήκα!» και προσπαθούσε να γραπώσει το αυγό αλλά ένα αγόρι ρίχτηκε πάνω της και την πλάκωσε, όπως κάνουν οι παίχτες του ράγκμπυ, και αμέσως η Αντονέλλα τον είδε να απομακρύνεται κρατώντας στα χέρια του το μνημειώδες αντικείμενο –της έκανε μάλιστα και κοροϊδευτικές γκριμάτσες με το στόμα.
Πόσο σβέλτα είναι τα παιδιά! Στις τρεις είχε δοθεί το σύνθημα εκκίνησης, στις τρεις και τέταρτο, ό,τι όμορφο και καλό υπήρχε, είχε σαρωθεί. Και η κορούλα της Τζίλντα, με άδεια χέρια, κοιτούσε γύρω της για να εντοπίσει τη μητέρα της ντυμένη σαν γκουβερνάντα. Βέβαια, ένιωθε μεγάλη απελπισία, αλλά δεν ήθελε με τίποτα να κλάψει –θα ήταν ντροπή με τόσα παιδιά εκεί… που μπορούσαν να τη δουν. Το καθένα απ’ αυτά είχε ήδη τη λεία του, το ένα μικρή, το άλλο μεγάλη, μόνο η Αντονέλλα δεν είχε τίποτα, απολύτως τίποτα.
Ήταν εκεί και ένα κοριτσάκι ξανθό, έξι επτά χρονών, που προσπαθούσε μόνο του να μεταφέρει όλα τα καλά του Θεού, που είχε μαζέψει. Η Αντονέλλα την κοιτούσε σαστισμένη.
«Δεν βρήκες τίποτα εσύ;» τη ρώτησε με αβρότητα το ξανθό κοριτσάκι. «Όχι, εγώ τίποτα.» «Αν θέλεις, πάρε ένα αυγό από τα δικά μου.» «Ναι; Ποιο;» «Ένα από τα μικρά.» «Αυτό;» «Ε, εντάξει, πάρ’ το.»
«Ευχαριστώ, να ξέρεις!» απάντησε η Αντονέλλα, ήδη απίστευτα παρηγορημένη, «ποιο είναι το όνομά σου;»
«Ιγνάτσια», είπε το ξανθό κοριτσάκι.
Εκείνη τη στιγμή παρενέβη μια ψηλή κυρία, πρέπει να ήταν η μαμά της Ιγνάτσιας: «Γιατί έδωσες το αυγό σε αυτό το κοριτσάκι;».
«Δεν της το έδωσα, εκείνη μου το πήρε», απάντησε ετοιμόλογη η Ιγνάτσια, με τη μυστηριώδη μοχθηρία των παιδιών.
«Δεν είναι αλήθεια!» φώναξε η Αντονέλλα. «Μου το έδωσε αυτή!». Ήταν ένα ωραίο αυγό από λείο και αστραφτερό χαρτί, που θα μπορούσε να ανοίξει σαν κουτί, ίσως να υπήρχε μέσα του ένα παιχνιδάκι ή κάποιο αξεσουάρ για κούκλες ή εξοπλισμός για κέντημα.
Ελκυόμενη από τον καυγά, πλησίασε μια κυρία από τις υπεύθυνες του Διεθνούς Κυανού Σταυρού, λευκοντυμένη, θα ήταν δεν θα ήταν πενήντα χρονών.
«Τι συμβαίνει, όμορφα κοριτσάκια;» ρώτησε χαμογελώντας, αλλά το χαμόγελό της δεν ήταν συμπαθητικό. «Δεν είστε χαρούμενες;»
«Τίποτα, τίποτα» είπε η μαμά της Ιγνάτσιας. «Αυτό το παλιοκόριτσο, που ούτε καν ξέρω ποια είναι, πήρε ένα αυγό από την κόρη μου. Αλλά δεν πειράζει. Δεν θα κάνω ιστορία. Ας της το αφήσουμε! Έλα Ιγνάτσια, πάμε!» Και έκανε να φύγει με το κορίτσι.
Μα η υπεύθυνη δεν θεώρησε το ζήτημα λήξαν: «Της πήρες ένα αυγό;» ρώτησε την Αντονέλλα. «Εγώ όχι. Εκείνη μου το έδωσε.» «Α, έτσι; Πώς σε λένε;» «Αντονέλλα.». «Αντονέλλα πώς;» «Αντονέλλα Σόσο.» «Και η μαμά σου; Η μαμά σου πού είναι;»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Αντονέλλα αντιλήφθηκε ότι η μαμά της ήταν παρούσα. Ακίνητη, σε απόσταση τεσσάρων μέτρων, παρακολουθούσε τη σκηνή.
«Είναι εκεί» είπε το κοριτσάκι. Και την έδειξε.
«Εκείνη εκεί;» ρώτησε η κυρία. «Ναι.» «Μα αυτή δεν είναι η γκουβερνάντα;»
Η Τζίλντα προχώρησε μπροστά: «Εγώ είμαι η μαμά.»
Η υπεύθυνη την κοίταξε από πάνω ως κάτω αμήχανη: «Με συγχωρείτε, κυρία, έχετε εισιτήριο; Θα σας δυσαρεστούσε να μου το δείξετε;»
«Δεν έχω εισιτήριο» είπε η Τζίλντα, και πήγε να σταθεί στο πλευρό της Αντονέλλας. «Το χάσατε;» «Όχι. Δεν το έβγαλα ποτέ.» «Μπήκατε λοιπόν στα κρυφά, με απάτη; Τότε η κατάσταση αλλάζει. Τότε, κοριτσάκι, αυτό το αυγό δεν είναι δικό σου.»
Αποφασιστικά της πήρε το αυγό από τα χέρια. «Είναι ανάρμοστο αυτό που κάνατε» είπε. «Παρακαλώ φύγετε από εδώ.»
Το κορίτσι έμεινε εκεί πετρωμένο και το προσωπάκι του αυλακωνόταν από τέτοιο πόνο που ο κόσμος ολόκληρος άρχισε να σκοτεινιάζει.
Τότε, ενώ η υπεύθυνη κυρία έφευγε με το αυγό, η Τζίλντα εξερράγη, οι ταπεινώσεις, τα βάσανα, η οργή, οι καταπιεσμένες επιθυμίες χρόνων και χρόνων, όλα έγιναν πιο δυνατά. Και άρχισε να ουρλιάζει, έλουσε την υπεύθυνη με φρικτές βωμολοχίες, που άρχιζαν με π με γ με ρ με μ και με άλλα γράμματα του αλφαβήτου.
Υπήρχε πολύς κόσμος, κομψές κυρίες της καλύτερης κοινωνίας, με τα μωρά τους φορτωμένα με εκπληκτικά αυγά. Κάποια τράπηκε σε φυγή τρομαγμένη. Κάποια άλλη σταμάτησε για να διαμαρτυρηθεί: «Είναι κρίμα! Είναι σκάνδαλο. Με τα παιδιά που ακούνε!… Συλλάβετέ την!».
«Έξω! Φύγε από δω, παλιογύναικο, αν δεν θέλεις να σε καταγγείλω», διέταξε η υπεύθυνη κυρία. Όμως η Αντονέλλα ξέσπασε σε τρομερά κλάματα που θα έκαναν ακόμη και τις πέτρες να ραγίσουν. Τώρα η Τζίλντα ήταν εκτός εαυτού, ο θυμός, η ντροπή, η δυσαρέσκεια τής έδιναν μια απέραντη και ακαταμάχητη ενέργεια: «Ντροπή σε σένα, που πήρες το αυγό από το κοριτσάκι μου, που δεν έχει ποτέ τίποτα. Ξέρεις τι είσαι εσύ; Ένα βρωμερό ψοφίμι».
Δύο άντρες της ασφάλειας έφτασαν και άρπαξαν τη Τζίλντα από τα χέρια. «Έξω, έξω αμέσως!» Εκείνη πάλευε να τους ξεφύγει. «Αφήστε με, αφήστε με, σκύλοι είστε, αυτό είστε».
Όρμηξαν πάνω της, την άρπαξαν από όπου μπορούσαν και την έσυραν στην έξοδο. «Τώρα έλα μαζί μας στο αστυνομικό τμήμα, στη φυλακή θα σου φύγει η όρεξη, για να μάθεις να προσβάλλεις τις δυνάμεις της τάξης.»
Ωστόσο δυσκολεύονταν να τη συγκρατήσουν, παρ’ όλο που ήταν μικροκαμωμένη. «Όχι, όχι!» ούρλιαζε. «Το μωρό μου! Το μωρό μου! Αφήστε με, άνανδροι, κότες!». Το κοριτσάκι είχε γραπωθεί από τη φούστα της, στριφογύριζε δώθε κείθε, μες στην αναταραχή και ανάμεσα στους λυγμούς της ξεστόμιζε ξέφρενες εκκλήσεις.
Θα ήταν τώρα εναντίον της τουλάχιστον δέκα, άνδρες και γυναίκες. «Έχει τρελαθεί. Τον ζουρλομανδύα! Στα επείγοντα!», φώναζαν. Το νοσοκομειακό όχημα μόλις είχε φθάσει, άνοιξαν την πόρτα του θαλάμου, σήκωσαν τη Τζίλντα από το έδαφος. Η υπεύθυνη κυρία του Κυανού Σταυρού άρπαξε το κοριτσάκι με δύναμη από το χέρι. «Τώρα έλα μαζί μου. Θα δώσω εγώ στη μαμά σου ένα μάθημα.»
Κανείς δεν θυμήθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αδικία, που κάποιος έχει υποστεί, μπορεί να απελευθερώσει τρομακτική δύναμη. «Για τελευταία φορά, αφήστε με», κραύγασε η Τζίλντα, ενώ προσπαθούσαν να την ανεβάσουν στο φορτηγό. «Αφήστε με, πριν σας σκοτώσω.»
«Αρκετά πια! Πάρτε την!» διέταξε η υπεύθυνη, απασχολημένη να δαμάζει το παιδί. «Τότε, να ψοφήσεις εσύ πρώτη, καταραμένη», είπε η Τζίλντα, προβάλλοντας τώρα ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση.
«Θεέ μου», αναστέναξε η λευκοντυμένη κυρία του Κυανού Σταυρού και κατέρρευσε άψυχη στο έδαφος. «Και τώρα εσύ που μου κρατάς τα χέρια. Κι εσύ!» είπε η καμαριέρα. Δημιουργήθηκε μία συμφόρηση από κορμιά ζωντανά και πτώματα, κατόπιν ένας από τους νοσοκόμους βγήκε άψυχος από το φορτηγό και, αμέσως μετά, ένας δεύτερος σωριάστηκε, μόλις του είπε μια μόνο λεξούλα η Τζίλντα.
Τραβήχτηκαν τότε όλοι πίσω. Τους διακατείχε ένας σκοτεινός τρόμος. Η μάνα βρέθηκε μόνη και γύρω της ένα πλήθος ανθρώπων που δεν τολμούσε τίποτα πια. Πήρε την Αντονέλα από το χέρι και προχώρησε με σιγουριά: «Αλάργα, αλάργα, πρέπει να περάσω». Έβαλαν όλοι φτερά στα πόδια τους για να της κάνουν χώρο, δεν είχαν το κουράγιο να την αγγίξουν, αλλά την ακολούθησαν, περίπου είκοσι μέτρα, καθώς απομακρυνόταν. Εν τω μεταξύ, μέσα στο φευγιό του πλήθους και εν μέσω σειρήνων, ασθενοφόρων και πυροσβεστικών οχημάτων, άρχισαν να καταφθάνουν καμιόνια με ενισχύσεις. O υπαρχηγός της Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης ανέλαβε το συντονισμό των επιχειρήσεων. Μια φωνή ακούστηκε: «Οι αντλίες! Τα δακρυγόνα!».
Η Τζίλντα στράφηκε προς το μέρος του περήφανα: «Δοκιμάστε, αν έχετε το κουράγιο». Ήταν μια προσβεβλημένη και ταπεινωμένη μάνα, ήταν μια απελευθερωμένη δύναμη της φύσης.
Μία ομάδα ένοπλων αστυνομικών την περικύκλωσε. «Ψηλά τα χέρια, άθλια!» Αντήχησε επίσης ένας προειδοποιητικός πυροβολισμός. «Η κορούλα μου, θέλετε να τη σκοτώσετε κι αυτή;». φώναξε η Τζίλντα. «Αφήστε με να περάσω.»
Προχώρησε απτόητη. Δεν τους είχε καν αγγίξει, έξι αστυνομικοί, o ένας μετά τον άλλο, σαν τραπουλόχαρτα, σωριάστηκαν στο έδαφος.
Έφτασε έτσι στο σπίτι της. Ήταν σε ένα μεγάλο παλαιό κτήριο αγροτικής περιοχής στα περίχωρα της πόλης. Τα σώματα ασφαλείας παρατάχθηκαν τριγύρω.
Ο υπαρχηγός της Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης προχώρησε με ένα ηλεκτρικό μεγάφωνο: σε όλους τους ενοίκους του κτηρίου παραχωρούνταν πέντε λεπτά για να το εκκενώσουν. Και η έξαλλη μάνα διατάχθηκε να παραδώσει το παιδί της για να μην του συμβεί κακό.
Η Τζίλντα εμφανίστηκε σε ένα παράθυρο του τελευταίου ορόφου και κραύγασε λόγια ακατανόητα. Τα μέτωπα των δυνάμεων ασφαλείας, ξαφνικά άρχισαν να υποχωρούν σαν να τους πίεζε μια αόρατη μάζα. «Τι κάνετε; Μείνετε στις θέσεις σας!» βροντοφώναξαν οι αξιωματικοί. Αλλά και οι αξιωματικοί υποχωρούσαν παραπαίοντας.
Τώρα μόνο η Τζίλντα και το κοριτσάκι έμεναν στο κτήριο. Μάλλον ετοίμαζε δείπνο, γιατί από μια καμινάδα έβγαιναν αχνές τουλούπες καπνού.
Γύρω από το σπίτι, οι μονάδες του 7ου συντάγματος τεθωρακισμένων σχημάτιζαν ένα μεγάλο δακτύλιο, καθώς έπεφτε το βράδυ. Η Τζίλντα εμφανίστηκε και πάλι στο παράθυρο και φώναξε κάτι. Ένα βαρύ τανκ άρχισε να τραντάζεται και στη συνέχεια ανατράπηκε μονομιάς. Το ίδιο συνέβη με ένα δεύτερο, ένα τρίτο και ένα τέταρτο. Κάποια μυστηριώδης δύναμη τα πετούσε εδώ κι εκεί σαν τενεκεδένια παιχνίδια, ώσπου έμεναν ακίνητα στις πιο περίεργες θέσεις, εντελώς κατεστραμμένα.
Κηρύχθηκε κατάσταση πολιορκίας, επενέβησαν οι δυνάμεις του ΟΗΕ. Η περιοχή γύρω από την πόλη εκκενώθηκε σε ευρεία έκταση. Τα ξημερώματα άρχισε ο βομβαρδισμός.
Από ένα μπαλκόνι, η Τζίλντα και το κοριτσάκι παρακολουθούσαν ήρεμες το θέαμα. Δεν ξέρουμε γιατί καμία οβίδα δεν κατάφερε να φθάσει στο σπίτι. Όλες εκρήγνυνταν στον αέρα νωρίτερα, σε απόσταση τριακοσίων-τετρακοσίων μέτρων. Μετά η Τζίλντα ξαναμπήκε στο σπίτι, γιατί η Αντονέλλα, τρομαγμένη από τις βροντές των εκρήξεων, είχε αρχίσει να κλαίει.
Θα δοκίμαζαν να την εξουθενώσουν με την πείνα και τη δίψα. Η παροχή νερού κόπηκε. Αλλά κάθε πρωί και κάθε βράδυ η καμινάδα έβγαζε το δικό της χνότο καπνού, σημάδι ότι η Τζίλντα μαγείρευε.
Οι στρατηγοί αποφάσισαν να επιτεθούν την ώρα Χ. Την ώρα Χ, η γη, σε έκταση πολλών χιλιομέτρων, σείστηκε, καθώς οι πολεμικές μηχανές προχωρούσαν ομόκεντρες, με βρυχηθμούς βγαλμένους από το βιβλίο της Αποκάλυψης.
Η Τζίλντα εμφανίστηκε και πάλι. «Αρκετά! », φώναξε. «Παρατήστε με ήσυχη!»
Η παράταξη των τεθωρακισμένων ταλαντεύτηκε, σαν να χτυπήθηκε από ένα αόρατο κύμα, τα φορτωμένα με θάνατο ατσάλινα παχύδερμα, συστρεφόμενα με φρικτά τριξίματα, μετατράπηκαν σε σωρούς από παλιοσίδερα.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ προχώρησε κρατώντας ψηλά μια μικρή λευκή σημαία. Η Τζίλντα του έκανε νόημα να μπει στο σπίτι.
Ο Γραμματέας του ΟΗΕ ζήτησε από τη σερβιτόρα τους όρους της για την ειρήνευση: η χώρα ήταν πλέον εξαντλημένη, τα νεύρα του πληθυσμού και των ενόπλων δυνάμεων δεν μπορούσαν πλέον να αντέξουν άλλο.
Η Τζίλντα του πρόσφερε ένα φλιτζάνι καφέ και μετά είπε: «Θέλω ένα αυγό για το κοριτσάκι μου».
Δέκα καμιόνια σταμάτησαν μπροστά στο σπίτι. Αυγά όλων των μεγεθών, φανταστικής ομορφιάς, ξεφορτώθηκαν για να επιλέξει το κοριτσάκι. Υπήρχε ακόμη και ένα από συμπαγή χρυσό, κατάσπαρτο στην επιφάνειά του από πολύτιμους λίθους, διαμέτρου τριανταπέντε εκατοστών.
Η Αντονέλλα διάλεξε ένα μικρό, από χρωματιστό χαρτόνι, όμοιο με εκείνο που είχε πάρει, μέσα από τα χέρια της, η υπεύθυνη κυρία του Διεθνούς Κυανού Σταυρού.
⸙⸙⸙
[Από τη συλλογή διηγημάτων του Μπουτζάτι με τίτλο Η Μπουτίκ του μυστηρίου.]

