Τορίνο, 18 Φεβρουαρίου 1952.
Ο τόπος και η ημερομηνία δεν έχουν σημασία. Ούτε τα πρόσωπα νομίζω. Το σύντομο όνειρο που είχε δει η Μαρία το περασμένο βράδυ ήταν γεμάτο από γαλάζιο φως και ανθρώπους με κεφάλια ζώων. Όταν ξύπνησε ένιωσε μόνο ένα αίσθημα δικαίωσης απέναντι στη μητέρα της, που ήταν –τό ʼνιωθε– η ίδια. Στο καμαρίνι της την περιμένει μια ανθοδέσμη που έχει στείλει ο ασκητικός εκατομμυριούχος Έζρα Μπάκλι. Η Μαρία κάθεται αρκετή ώρα ακίνητη κοιτώντας τα λουλούδια. Δίπλα της υπάρχει ένα μπουκάλι νερό. Με το δεξί της χέρι ξεβιδώνει το καπάκι και το αφήνει πάνω στο τραπέζι. Ένα τριπλό διακριτικό χτύπημα στη πόρτα και ύστερα μια φωνή: «Βγαίνετε!».
Η Μαρία βγαίνει στη σκηνή στηριγμένη στην ανάστροφη της παλάμης του μαέστρου Χουάν Μουράνια. Το κοινό ξεσπά σε χειροκροτήματα, η Μαρία στρέφεται σχεδόν χαμογελαστή δεξιά και αριστερά με μια ελαφριά υπόκλιση, χωρίς βιασύνη. Ο Μουράνια διευθύνει πάντα χωρίς μπαγκέτα, σήμερα όμως ανεβαίνει στο πόντιουμ κρατώντας ένα μαχαίρι. Η Μαρία στέκεται για λίγο ακίνητη και στη συνέχεια ξεδιπλώνει προσεκτικά ένα χαρτί που τόση ώρα κρατούσε επιδέξια κρυμμένο στο αριστερό μανίκι του φορέματός της. Διαβάζει με σταθερή φωνή ένα μικρό κείμενο διαμαρτυρίας για τον πόλεμο της Κορέας, τους χιλιάδες νεκρούς και την επαπειλούμενη χρήση πυρηνικών όπλων. Τελειώνει την ανάγνωση του κειμένου και διπλώνει πάλι προσεκτικά το χαρτί.
Για λίγα δευτερόλεπτα όλοι μένουν παγωμένοι. Τη σιωπή σπάει ο κόμης Φόσκο που αποχωρεί επιδεικτικά από την πρώτη σειρά με τη λευκοντυμένη σύζυγό του. Ο συγγραφέας Πιερ Μενάρ σηκώνεται από το βάθος της πλατείας και αρχίζει να χειροκροτεί. Κάποιοι τον μιμούνται. Πολλοί αρχίζουν να φωνάζουν ενοχλημένοι.
Ο Μουράνια αρπάζει την ευκαιρία, σηκώνει το μαχαίρι του και οδηγεί την ορχήστρα στην εισαγωγή της καβατίνας «Vieni! t’affretta!» Ένας συμπαγής τοίχος από φωνές διαμαρτυρίας δεν τον αφήνει να προχωρήσει. Η Μαρία, δεκτική σαν καθρέφτης, δεν αντιδρά. Αντιλαμβάνεται μια υποχθόνια συμμετρία ανάμεσα στις φωνές που πληθαίνουν και τις νότες του Βέρντι. Επικρατεί πανδαιμόνιο. Η συναυλία διακόπτεται.
Τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίσσονται περίπου όπως τα είχε προβλέψει. Την επόμενη μέρα οργανώνεται από τον Τζιανμπατίστα Μπρούνο, επίσκοπο του Τορίνο, στην κεντρική πλατεία της πόλης, συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, στο οποίο παίρνουν μέρος οργανώσεις καθολικών από όλες τις γύρω περιοχές. Την ίδια ώρα στο Λιβόρνο και τη Ρώμη διοργανώνονται συγκεντρώσεις ενάντια στον πόλεμο στην Κορέα από γυναικείες οργανώσεις. Το όνομα της Μαρίας εμφανίζεται σε πολλά πλακάτ.
Οι ιταλικές εφημερίδες με αφορμή τη δήλωσή της αρχίζουν να γράφουν πιο έντονα για τις πολεμικές επιχειρήσεις γύρω από τον 38ο παράλληλο, φιλοξενώντας δηλώσεις Ιταλών και ξένων πολιτικών και διανοουμένων.
Κάποιες εφημερίδες στην Ελλάδα την αποκαλούν «κόκκινη», συμπεραίνοντας πως η Μαρία γυρεύει αναμφισβήτητα πολιτικά οφέλη από την υπόθεση της Κορέας, ειδικά σε μια εποχή που η καριέρα της «φαίνεται να σημειώνει μεγάλη κάμψη» (regia hostia deo placet!). Τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά αρχίζουν να διαδίδουν με συγγνωστή υπερβολή διάφορα ευφάνταστα σενάρια, αφήνοντας υπονοούμενα για κάποια ερωτική ιστορία με πρόσωπο της κεντρικής ιταλικής πολιτικής σκηνής. Δημοσιογράφοι πολιορκούν για μέρες το ξενοδοχείο που μένει. Η Μαρία δεν δέχεται να κάνει καμιά δήλωση, δεν παραχωρεί καμία συνέντευξη.
Κάθε μέρα φτάνουν δεκάδες τηλεγραφήματα και επιστολές συμπαράστασης, αλλά και εκατοντάδες επιστολές και τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας. Δεν λείπουν οι απειλητικές επιστολές που συνήθως είναι ανώνυμες. Έχει ταράξει την ησυχία του νεκροταφείου και αυτό δεν της το συγχωρούν. Ακόμα και η ελίτ των γελωτοποιών δεν μπορεί να έχει άποψη για κάποια θέματα. Μια εβδομάδα αργότερα η όπερα του Μπουένος Άιρες ακυρώνει το επικείμενο ρεσιτάλ της με πρόσχημα κάποιο τεχνικό πρόβλημα. Σχεδόν αμέσως ακολουθούν τα λυρικά θέατρα του Ώστιν, της Νέας Ορλεάνης και της Ατλάντα που επίσης ακυρώνουν ήδη κλεισμένα ρεσιτάλ της Μαρίας προφασιζόμενα τεχνικά προβλήματα της τελευταίας στιγμής, ενώ κυκλοφορεί η πληροφορία πως τα διοικητικά τους συμβούλια δέχονται εντονότατες πιέσεις από συλλόγους βετεράνων και πλήθος παραθρησκευτικών οργανώσεων που απειλούν με μποϊκοτάζ διαρκείας. Ακολουθούν η Αθήνα, το Κάιρο, η Μαδρίτη και το Μόντε Κάρλο.
Η Μαρία δεν διαβάζει καμιά εφημερίδα, δεν ανοίγει κανένα περιοδικό, δεν νιώθει καμιά περιέργεια να μάθει τι λένε πίσω από την πλάτη της, αρνείται να δώσει στη δημοσιότητα επιστολές που απειλούν τη ζωή της.
Φίλοι και συνάδελφοι από διάφορα μέρη του κόσμου τής τηλεφωνούν δηλώνοντας τη συμπαράστασή τους, όλοι τους όμως διστάζουν να προχωρήσουν σε κάποια δημόσια δήλωση στήριξης.
Ο Χέρμαν Ζέργκελ, διευθυντής της Decca, της τηλεφωνεί ζητώντας της να αναβάλουν για λίγο καιρό την ηχογράφηση που έχουν προγραμματίσει για τον επόμενο μήνα μέχρι να ηρεμήσουν κάπως τα πνεύματα. Η Μαρία δέχεται χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίρρηση.
Λίγες εβδομάδες μετά, ελάχιστες εφημερίδες αναφέρονταν πια στο περιστατικό της 18ης Φεβρουαρίου κι όσες το κάνουν περιορίζονται σε κάποιο μονόστηλο στις τελευταίες τους σελίδες. Η εμφάνιση της Μέριλιν Μονρόε στο εξώφυλλο του Life μαζί με τα πρώτα άρθρα για ύπαρξη ιπτάμενων δίσκων μονοπωλούν τα φώτα της δημοσιότητας. Ο Πάπας Πιος XII εντάσσει τα έργα του Αντρέ Ζιντ στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ οι πρώτες συναυλίες ροκ εν ρολ στην Αμερική προκαλούν θυελλώδεις αντιδράσεις και ασυγκράτητο ενθουσιασμό και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.
⸙
Ένα απόγευμα δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον συγγραφέα Πιερ Μενάρ. Μιλούν ελάχιστα, η Μαρία είναι κουρασμένη. Το σύντομο όνειρο που είχε δει το περασμένο βράδυ ήταν γεμάτο από γαλάζιο φως και ανθρώπους με κεφάλια ζώων. Όταν ξύπνησε ένιωσε μόνο ένα αίσθημα δικαίωσης απέναντι στη μητέρα της, που ήταν –τό ʼνιωθε– η ίδια. Στο καμαρίνι της την περίμενε μια ανθοδέσμη που είχε στείλει ο ασκητικός εκατομμυριούχος Έζρα Μπάκλι. Η Κάλλας έμεινε αρκετή ώρα ακίνητη κοιτάζοντας πότε τα λουλούδια και πότε το είδωλο των λουλουδιών στον καθρέφτη. Δίπλα της υπήρχε ένα μπουκάλι νερό. Ξεβίδωσε το καπάκι και το άφησε πάνω στο τραπέζι. Ένα τριπλό διακριτικό χτύπημα στη πόρτα και ύστερα μια φωνή: «Κυρία Κάλλας βγαίνετε!». Η Κάλλας ήπιε λίγο νερό, τακτοποίησε μέσα στο αριστερό της μανίκι ένα διπλωμένο χαρτί με ένα κείμενο που δεν επρόκειτο να διαβάσει ποτέ δημοσίως και βγήκε στη σκηνή.
