Κατερίνα Γ. Χανδρινού

Το δόρυ να έχει αιχμή

Σε πολύ τρυφερή ηλικία και μέσα από μια αδόκητη συγκυρία, γνώρισα τον Γιώργο Βακαλόπουλο, πατέρα του Χρήστου. Ήμουν περίπου δεκαπέντε και ο Χρήστος είχε φύγει δυο χρόνια πριν. Ήδη έγραφα, μάλλον επειδή ένιωθα μόνη. Ήταν περισσότερο πρωτόλειες σκέψεις και εσωτερικοί μονόλογοι, παρά μυθοπλασία. Σε ελεύθερο στίχο και σύντομη πρόζα. Έδειξα τα χειρόγραφα στον πατέρα Βακαλόπουλο, ο οποίος, αφού τα διάβασε, με κάλεσε αμέσως στο γραφείο του και μου χάρισε συγκινημένος όλα τα βιβλία του Χρήστου. Τα πήρα με δέος στα χέρια μου μέσ’ απ’ τα αρχοντικά δικά του. Με αγωνία τα ξεκοκάλισα. Δεν φανταζόμουν ότι τίποτα μετά απ’ αυτό δεν θα παρέμενε ίδιο. Ήταν οι πόροι μου τότε ορθάνοιχτοι. Δονούμουν, εκπλησσόμουν. Ένιωθα τον συναρπαγμό της ανάγνωσης. Διάβαζα με το φωτάκι νυχτός για μην καταλάβουν πως δεν κοιμάμαι. Άρχισα με τους Πτυχιούχους. Ακολούθησε η Υπόθεση μπεστ σέλλερ. Είχα ζητήσει απ’ τους δικούς μου να με φωνάζουν Ρίλα (το όνομα της ηρωίδας). Ορισμένοι με λένε ακόμη Ρίλα. Ο Βακαλόπουλος με στάμπαρε, υπήρξε για μένα η πρώτη σημαντική επιρροή, και με έναν τρόπο άδηλο μάλλον, παραμένει.

Δεν ξέρω αν η αναγωγή αυτή στην απαρχή της συγγραφικής ανησυχίας παρουσιάζει ενδιαφέρον για κάποιον τρίτο, πάντως έτσι έγιναν τα πράγματα. Συνέχισα να γράφω πιο συνειδητά, πιο εντατικά, στα περιθώρια των σχολικών βιβλίων, στα τετράδια, στα πεντάγραμμα, και φυσικά να διαβάζω. Το έκανα ανάποδα, αρχίζοντας με τους ελάσσονες και τώρα, στο παρά πέντε, προσπαθώ να καλύψω τα κενά μου στους κλασικούς (διάκριση κι αυτή…). Τρέχω να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο.

Το πρώτο βιβλίο ήρθε από μόνο του, σχεδόν χωρίς επιδίωξη, σαν ο εκδότης να μου έκανε ένα δώρο, ή σα να κάναμε μαζί μια ζαβολιά, μια φάρσα. Στην πραγματικότητα, με είχε ρίξει σε έναν ωκεανό, νομίζω όμως κάθεται σε σημείο τέτοιο που να με βλέπει. Πέρασα και, όχι μόνον, αλλά αποκόμισα αρκετά από λέσχες δημιουργικής γραφής και ανάγνωσης: αναπτύσσεις κριτήριο, μαθαίνεις να αιτιολογείς, να τεκμηριώνεις την άποψή σου, συνειδητοποιείς πως δεν είναι απλώς θέμα γούστου αν είναι καλό ένα κείμενο ή όχι, βλέπεις τον μόχθο του διπλανού, βλέπεις πως υπάρχει διπλανός σ’ αυτή τη μοναχική διαδικασία που λέγεται συγγραφή, τον βλέπεις, και οι κήποι σας ενώνονται και συνομιλούν, όπως διάβασα κάπου πρόσφατα και μου άρεσε. Δεν ήταν για μένα εφαλτήριο, ήταν κρυφό σχολειό.

Δεν έχω την κριτική στο μυαλό μου όταν γράφω· ούτε θέλω αλλά νομίζω ούτε και μπορώ. Κι αν κάπου λογοδοτώ, είναι κυρίως σε νεκρούς. Βολικό, θα μου πεις -ίσως. Όταν όμως και εφ’ όσον έρθει η κριτική, είναι τιμή, την ακούω, με ενδιαφέρει, με βάζει σε σκέψεις, μπορεί να με μετατοπίσει, τη χρειάζομαι. Και εννοώ την αυστηρή, τη ζόρικη. Το δόρυ να έχει αιχμή. Η κριτική ενός «αδαούς»  με αφορά εξ ίσου με τη γνώμη ενός καθιερωμένου κριτικού.

Αποδοτικός τρόπος προβολής του έργου; Ο Πόρτσια πήρε τα αντίτυπα των Φωνών γιατί εμπόδιζαν αυτούς που του είχαν παραχωρήσει λίγο χώρο για να τα αποθηκεύσει και μην ξέροντας τι να τα κάνει, τα έθαψε στις λαϊκές βιβλιοθήκες της Αργεντινής. Κι όταν τις ανακάλυψε ο κόσμος, άρχισε να τις διαβάζει μανιωδώς, να τις αντιγράφει στο χέρι σα να ήταν οι Φωνές τα ευαγγέλια, να τις μοιράζει και να τις διακινεί (όπως πληροφορούμαστε από την εισαγωγή της πρόσφατης μετάφρασης των Φωνών από τον δάσκαλο και πρώτο μου εκδότη, Βασίλη Λαλιώτη, εκδ. Bibliotheque). Ερήμην του συγγραφέα και χωρίς καμία δική του μετοχή. Αυτό θα πει διάδοση. Τα υπόλοιπα είναι ματαιοδοξία. Είναι μηχανισμοί. Τα υπόλοιπα είναι facebook. Και έχω κι εγώ -δεν το κρύβω, δεν κρύβεται- ενδώσει. Ετοιμάζω κάτι αυτόν τον καιρό, ναι, που δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να περαιώσω.

Νομίζω ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις όταν βρίσκεσαι στην αρχή, στη μέση ή ακόμα και στο τέλος. Όπως ακριβώς δεν ξέρεις ποτέ αν θα υπάρξει επόμενο, όχι βιβλίο, συγγραφικό τόλμημα, ατόπημα πες καλύτερα. Και αν αντιλαμβάνεσαι τη ζωή σαν ένα σωλήνα απαρτιζόμενο από ορισμένα ενωμένα χρόνια, είναι πιθανόν, εξαιτίας του υπαρξιακού στενέματος, να σε κερδίσει η συντετμημένη θεώρηση και έκφραση, ακόμα και η θραυσματική γραφή, και όχι το κλασικώς εννοούμενο, το εννοούμενο ως κλασικό, μυθιστόρημα. Και είναι πιθανόν να γράφεις με τη ρέντα ή τη γκίνια, όπως και να ‘χει όμως με την έξαψη του χαρτοπαίχτη μιας παράνομης λέσχης, που ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να σφραγίσουν οι Αρχές. Και νιώθω ευγνώμων που ο νυν εκδότης μου και συνοδοιπόρος, Φοίβος Βλάχος (εκδόσεις Κείμενα) το γνωρίζει αυτό, μου συμπαρίσταται, με ανέχεται· του οφείλω πολλά που τζογάρει μαζί μου.            

Κύλιση στην κορυφή