«Αισχύλος και Μπέκετ» (Στη μνήμη του Γιάννη Μηλιάδη). Χφο, 14σ., 1972. Σημείωση ΚΓ: «Δόθηκε ως διάλεξη στο περιορισμένο κοινό μιας κλειστής λέσχης φιλοτέχνων το 1972». | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Παναγιώτης Μέντης

Το ελληνικό θεατρικό έργο και η πυξίδα της κριτικής του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Είναι διαπιστωμένα δεδομένο πως η κριτική επηρεάζει την πορεία του θεατρικού έργου, αφού παίζει ρόλο στο να κεντρίσει τους θεατές ώστε να το επιλέξουν. Επηρεάζει στην επιτυχία ή την αποτυχία του στην παράστασή του. Επηρεάζει το μέλλον του συγγραφέα που το έγραψε, το μέλλον του θιάσου που το επέλεξε και το οικονομικό μέλλον του θεατρικού παραγωγού που, αν καταστραφεί, θα είναι πολύ επιφυλακτικός στο να τολμήσει να επαναλάβει την επιλογή του. Φανταστείτε λοιπόν τις παραμέτρους που δημιουργούνται και λειτουργούν, όταν το εγχείρημα αφορά την παρουσίαση ενός σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου.

Το νέο ελληνικό θεατρικό έργο στην περιπέτεια της παρουσίασής του είχε εδώ και δεκαετίες πολύτιμο συμπαραστάτη του τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Τον είχε συμπαραστάτη είτε το θεατρικό κείμενο είχε πολιτικό και κοινωνικό θέμα, είτε ήταν κωμωδία, μουσική κωμωδία, ακόμα και φάρσα. Με προϋπόθεση, φυσικά, τη σωστή γραφή για το είδος που υπηρετούσε και την αρτιότητα της παράστασής του.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ερχόταν και με την κριτική του φώτιζε και εντόπιζε τα σωστά και τα λάθη. Ενθουσιαζόταν και ενθάρρυνε ή δήλωνε τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις του με έναν τρόπο που πρόσθετε στον στόχο των συντελεστών και των ηθοποιών. Σπάνια γινόταν δεικτικός κι αυτό γινόταν όταν ήταν οφθαλμοφανές το θράσος της προχειρότητας και ο στόχος του εύκολου κέρδους με ευτελείς προθέσεις. Στον τίτλο του κειμένου μου αναφέρω τη λέξη «πυξίδα». Αναφέρω πως οι θεατρικές κριτικές του ήταν πυξίδα προσανατολισμού. Το αναφέρω σε αυτό το κείμενο, επειδή είναι βαθιά πίστη μου και παρ’ όλο του ότι τον γνώρισα προσωπικά, δεν του την ανέφερα ποτέ.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος σπούδασε –παράλληλα με όλα όσα άλλα έμαθε και μας δίδαξε στη συνέχεια– και το θέατρο. Στη συνέχεια εντάχθηκε με την πορεία του στον χώρο των σπουδαίων της θεατρικής κριτικής, μαζί με υπηρέτες της όπως ο Φώτος Πολίτης, ο Άλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη), ο Άλκης Μαργαρίτης, ο Στάθης Δρομάζος, ο Τάσος Λιγνάδης, η Αριστούλα Ελληνούδη, ο Γιάννης Βαρβέρης. Τους αναφέρω επειδή ανήκουν στους θεατρικούς κριτικούς που έγραφαν με σεβασμό στη θεατρική τέχνη, κρίνοντας και αυστηρά κάποιες φορές κορυφαίους συγγραφείς, σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Τους έκριναν όμως φωτίζοντάς τους τον δρόμο με σεβασμό, εντοπίζοντας λάθη, γνωρίζοντας παράλληλα τις θεατρικές συνθήκες κάθε ανεβάσματος και κρίνοντας με ευαισθησία και κρατούμενο το ότι οι ηθοποιοί κατέθεταν την ψυχή τους στο ανέβασμα της παράστασης.

Οι σημαντικοί κριτικοί ποτέ δεν έγραψαν χλευαστικά και ειρωνικά μηδενίζοντας και ρημάζοντας την προσωπικότητα του καλλιτέχνη που έκριναν. Πράγμα που έφερε δόξα και χρήμα σε αρκετούς που μετέτρεψαν τη θεατρική κριτική σε ανθρωποφαγική αρένα.

Προσωπικά είχα την τύχη να κριθώ από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο ως ηθοποιός και ως θεατρικός συγγραφέας. Ως ηθοποιό όποτε είχε εντοπίσει κάποιο λάθος ή κάποια αστοχία μου, μπορεί να με ξένιζε η παρατήρησή του, αλλά ήξερα πως είχε δίκιο. Το όποιο λάθος μου το είχα εντοπίσει πρώτος εγώ. Ως ηθοποιός –εκτελεστικό όργανο στην παράσταση του σκηνοθέτη– υπηρετούσα όσα είχα οδηγηθεί να υπηρετώ. Τα υπερασπιζόμουν ακόμα κι αν δεν συμφωνούσα. Αυτό του το είχα πει, όταν απέκτησα το θάρρος να συζητώ μαζί του. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος το ήξερε και το καταλάβαινε. Όχι μόνο όταν συνέβαινε σε μένα, αλλά στον κάθε ηθοποιό. Κάποιες φορές είχε διατυπώσει σε κριτικές του το ερώτημα γιατί οι ηθοποιοί δεν αντιδρούσαν στις λάθος σκηνοθετικές οδηγίες. Γνώριζε ωστόσο καλά πως αυτό δεν θα μπορούσαν να το κάνουν μέσα στις οικονομικές και κυρίως συμβατικές συνθήκες του επαγγέλματος. Οι συνέπειες θα τους ακολουθούσαν και το σίγουρο ήταν πως θα τους ανάγκαζαν να εγκαταλείψουν το θέατρο.

Για να επανέλθω όμως στα της πυξίδας, μέσα από την θεατρική εμπειρία μου, ζώντας από το θέατρο, με τις ιδιότητες του ηθοποιού και του θεατρικού συγγραφέα. Κατάλαβα πως η τύχη ενός θεατρικού έργου έγκειται στο να καταφέρνει να συνομιλεί το θέμα του με την εποχή του ανεβάσματός του. Με τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, που μοιραία επηρεάζουν τον ψυχισμό του θεατή. Κανένα κείμενο που δεν ακουμπά σ’ αυτό που υπάρχει σαν περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν θα συγκινήσει και δεν θα γίνει πόλος έλξης για το κοινό, όσο αριστοτεχνικά και να παρουσιάζεται. Φυσικά και ένα θεατρικό έργο δεν θα γραφτεί σαν πολιτική μπροσούρα. Το θεατρικό έργο έχει την ιστορία του και τους ήρωές του. Έχει, τολμώ να πω, «υποχρέωση» να μαγέψει τους θεατές με το «παραμύθι» του. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος με έναν μαγικό τρόπο μέσα από τις κριτικές του αναδείκνυε τις μυστικές κοινωνικές διαδρομές του μύθου των έργων όταν τα ανέλυε. Ακόμα κι αν δεν είχε σαφή στόχο ο σκηνοθέτης ή ο θιασάρχης που ανέβασε την παράσταση ενός έργου, η κριτική του Γεωργουσόπουλου γινόταν φάρος για τη σωστή στόχευση. Σε ό,τι αφορούσε βέβαια τον συγγραφέα, μέσα από την κριτική, του έδειχνε φώτα πορείας για τα επόμενα βήματά του στη γραφή και στις επιλογές συνεργασίας. Το θέατρο είναι υπόθεση συνεργασίας, σύμπνοιας ενός συνόλου, αν το σύνολο των συνεργατών δεν δουλέψει πάνω στο θεατρικό έργο με κοινή πίστη, ο εκτροχιασμός του αποτελέσματος είναι βέβαιος.

Είχα την τύχη να δουλέψω ως ηθοποιός σε μεταφράσεις του. Κάποιες φορές στο ανέβασμα της μετάφρασης ενός έργου, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Επειδή πίστευε στο πεπερασμένο της θεατρικής μετάφρασης, πάντα σε ανεβάσματα που είχε μεσολαβήσει μεγάλη χρονική περίοδος, ξαναδούλευε το κείμενο, ώστε να ακουμπά στην εξέλιξη της γλώσσας, στην αίσθηση και το αίσθημα της τρέχουσας εποχής. Σχεδόν πάντα οι μεταφράσεις του υπέβαλαν τη σκηνοθετική γραμμή, ακόμα και το ύφος της μουσικής που θα επένδυε τα χορικά μέρη είτε της τραγωδίας είτε της κωμωδίας που τη μετάφρασή της παρέδιδε. Τι άλλο από μυστικές πυξίδες είναι όλα όσα αναφέρω.

Αναφερόμενος στο θέμα της πυξίδας, ίσως και να παρεξηγηθώ αν η αναφορά μου διαβαστεί σαν πρόταση να μπει ο συγγραφέας στα κανάλια του τι αρέσει στο κοινό. Ο συγγραφέας θα γράψει αυτό που έχει στο μυαλό του να γράψει, ή αυτό που θα τον οδηγήσει η έμπνευσή του να γράψει. Αφού τις περισσότερες φορές άλλα ξεκινάμε, σε άλλα οδηγούμαστε γράφοντας και άλλα είναι εκείνα που θα ολοκληρώσουμε φτάνοντας στη λέξη «τέλος». Τι είναι εκείνο που μας οδηγεί στην ολοκλήρωση ενός θεατρικού έργου, ακόμα και χωρίς να το συνειδητοποιούμε, πέρα από την ανάγκη να ερμηνεύσουμε το τώρα, ακόμα και με ιστορίες που έρχονται από το παρελθόν; Ό,τι και να ʼναι, βρίσκει έδαφος να γεννηθεί μέσα από ιστορίες! Και αφού οι ιστορίες είναι ταξίδια, σαν ταξίδια χρειάζονται πυξίδα. Σκέφτομαι τον λόγο που οδηγεί έναν άνθρωπο στην απόφασή του να γράψει. Και αν αποφασίσει να εμπλακεί εκτιθέμενος, παρουσιάζοντας όσα γράφει είτε στην πεζογραφία εκδίδοντάς τα, είτε στο θέατρο με το ανέβασμά τους σε κάποια θεατρική σκηνή, σίγουρα ο λόγος δεν είναι το ότι έγραφε καλές εκθέσεις στα μαθητικά του χρόνια. Ο άνθρωπος που διεκδικεί τη θέση του στο συγγραφικό τοπίο, είναι αυτός που έχει αποφασίσει να παρέμβει κοινωνικά και πολιτικά στο γίγνεσθαι της εποχής του με όποιες συνέπειες. Το έργο του, θέλει δεν θέλει ο ίδιος, θα ενταχθεί πολιτικά και κοινωνικά, και κάτω από αυτή τη συνθήκη θα κριθεί, θα γίνει αποδεκτό ή θα το προσπεράσουν αγνοώντας το.

Και αφού μπήκαμε στα χωράφια των κοινωνικοπολιτικών, νομίζω πως αξίζει να σταθούμε στο πόσο στην ελληνική πραγματικότητα γίνεται αποδεκτό το να θίγει το θεατρικό έργο θέματα κοινωνικά που υπόγεια συνδέονται με την πολιτική. Ο Φρύνιχος υπήρξε ο τραγικός ποιητής της αρχαιότητας, που έμεινε στην ιστορία για το πρόστιμο ύψους χιλίων δραχμών που του επέβαλαν οι Αθηναίοι ως τιμωρία εξαιτίας της παράστασης Μιλήτου Άλωσις. Της παράστασης του έργου που έθιγε «οικεία κακά», δηλαδή πολιτικά σφάλματα των Αθηναίων. Μέχρι σήμερα, τολμώ να πω πως ό,τι υπαινίσσεται κάτι που ακουμπά στο πολίτικαλ κορέκτ, το ελληνικό κοινό θα αποφύγει να το δει από σκηνής. Το συγχωρεί μόνο στη χοντρή φάρσα που λειτουργεί εκτονωτικά, σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης, κανιβαλίζοντας πρόσωπα και θέματα. Βεβαίως και θα κάνουν επιτυχία θεατρικά έργα με πολιτικές αναφορές που έχουν γραφτεί όμως από συγγραφείς Αμερικανούς, Ευρωπαίους, Αφρικανούς. Το ελληνικό θεατρικό έργο που άπτεται πολιτικής, έχει βρει φιλόξενες αίθουσες και θεατές μόνο σε συγκεκριμένες εποχές και συγκυρίες. Και να σταθούμε στο σήμερα που η μπίλια της πολιτικής ορθότητας δεν βρίσκει τόπο να σταθεί. Το να βρει τρόπο να ξεπεράσει την υποσυνείδητη αυτολογοκρισία του ο συγγραφέας και ιδίως ο θεατρικός συγγραφέας, μπορεί και να αποτελέσει στο μέλλον θέμα διδακτορικής διατριβής. Γι’ αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η υπόθεση της πυξίδας στον προσανατολισμό του δημιουργού. Εδώ ίσως χρειάζεται πάλι να ξεκαθαρίσω πως δεν αναφέρομαι στον κομματικό πολιτικά προσανατολισμό, αλλά σ’ αυτό που ύπουλα μπορεί και να τον περιέχει. Ο συγγραφέας κι εν προκειμένου ο θεατρικός συγγραφέας αποδεικνύει την εγκυρότητα, το σημαντικό και το άξιο του να παρουσιαστεί το έργο του, όταν σε αυτό, ανεξάρτητα αν πρόκειται για δραματικής πλοκής έργο, για κωμωδία ή σάτιρα, χαράζει πορεία η πυξίδα που στοχεύει στη λυτρωτική ελευθερία του μυαλού και της ψυχής.

Δεν έχασαν ποτέ τον δρόμο, χωρίς να έχουν σημασία τα χιλιόμετρα της πορείας του καθενός που γράφει, όσοι υποψιάστηκαν σαν αεράκι δημιουργικό, τα σημάδια των προσωπικοτήτων που εργάστηκαν σαν πυξίδες αλλά και σαν φάροι, χωρίς να τυφλώνουν, αλλά φωτίζοντας τα βράχια και τις ξέρες. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος υπήρξε μια από αυτές τις προσωπικότητες. 

Κύλιση στην κορυφή