Μυρτώ Κιούρτη

Το ίδιο λάθος ξανά

Οι αρχιτέκτονες στράφηκαν προς την ονομαζόμενη παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δηλαδή την κτιριακή παραγωγή των προνεωτερικών αγροτικών κοινωνιών, κυρίως μετά την ευρεία εφαρμογή των αρχών του Μοντέρνου Κινήματος μεταπολεμικά σε μεγάλης κλίμακας συγκροτήματα μαζικής κατοικίας. Οι αρχιτέκτονες ενδιαφέρθηκαν για την «ανώνυμη» αρχιτεκτονική, για το πώς παράγεται δηλαδή ο χώρος δίχως αρχιτέκτονες, επειδή πολλά συγκροτήματα κατοικιών του Μοντερνισμού λειτούργησαν –όπως φάνηκε σε βάθος χρόνου– με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο. Η στροφή στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική ήταν, δηλαδή, αποτέλεσμα αμφισβήτησης του πεδίου.

Κατά τη γνώμη μου ο τρόπος με τον οποίο στρεφόμαστε από το ’60 και μετά προς την παραδοσιακή αρχιτεκτονική αποδεικνύει πως δυστυχώς οι αρχιτέκτονες δεν έχουμε μάθει από τα λάθη του παρελθόντος. Το βασικό πρόβλημα πίσω από τις μεγάλες αστοχίες του Μοντερνισμού αλλά και τις στρεβλώσεις που προκύπτουν σήμερα από τη λατρεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής αφορά κάτι βαθιά ριζωμένο στο πεδίο: οι αρχιτέκτονες εστιάζουμε στις μορφές των κτιρίων και τις διατάξεις στον χώρο, δίχως να καταλαβαίνουμε πώς αυτά επηρεάζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Πρόκειται για πρόβλημα επιστημολογικό και έχει να κάνει με το ότι ως γνωστικό πεδίο η αρχιτεκτονική σχετίστηκε παραδοσιακά με τις επιστήμες των μηχανικών, δηλαδή τις θετικές επιστήμες, όπως και με τις τέχνες, ενώ δεν απέκτησε ποτέ ουσιαστική σχέση με τις ανθρωπιστικές και αργότερα τις κοινωνικές επιστήμες: την κοινωνική ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία, την πολιτική επιστήμη, την ψυχανάλυση, την ψυχολογία κ.ο.κ.

Ο τρόπος με τον οποίο οι αρχιτέκτονες προσεγγίζουμε τον άνθρωπο είναι κατά βάσιν ανθρωπομετρικός. Σχεδιάζουμε τον χώρο βάσει της κλίμακας του ανθρώπινου σώματος, διαχειριζόμαστε την κίνηση των σωμάτων, τα βλέμματα και τις θεάσεις, όπως και τον τρόπο με τον οποίο το σώμα αντιδρά στον ήλιο και τη σκιά. Οι αρχιτέκτονες όμως δεν έχουμε τα εργαλεία για να κατανοήσουμε τον μηχανισμό, με τον οποίο ο χώρος που σχεδιάζουμε επηρεάζει πιο σύνθετες ανθρώπινες συμπεριφορές και ψυχικές αντιδράσεις.

Κάποιοι αρχιτέκτονες που τυχαίνει να είναι πιο ευαίσθητοι, έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα την ανθρώπινη συμπεριφορά χάρη στην έμφυτη διαίσθησή τους. Αυτό όμως αφορά λίγους, έργα μικρής κλίμακας και συνήθως προϋποθέτει συγκεκριμένο εργοδότη με τον οποίο συνομιλεί στενά ο αρχιτέκτονας. Επίσης βοηθά πολύ το να προέρχεται ο χρήστης του χώρου από συγγενές κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, το να μοιράζονται δηλαδή, αρχιτέκτονας και χρήστης, κοινές εμπειρίες και αξίες. Στη μεγάλη όμως κλίμακα των οικισμών, όταν οι κάτοικοι δεν εμπλέκονται ενεργά στον σχεδιασμό και ειδικά αν προέρχονται από άλλα πολιτισμικά περιβάλλοντα τότε οι αρχιτέκτονες δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν πώς ο σχεδιασμός τους σχετίζεται με πολύπλοκα κοινωνικά φαινόμενα, γιατί αυτά υπερβαίνουν την προσωπική τους εμπειρία.

Οι Μοντέρνοι, για παράδειγμα, δεν κατάλαβαν ότι η μίξη των χρήσεων και η πύκνωση των δράσεων στην πόλη του 19ου αιώνα μπορεί μεν να δημιουργούσαν όχληση κάποιες στιγμές, όμως παράλληλα εξασφάλιζαν έντονη κοινωνική αλληλεπίδραση και ένα ζωντανό περιβάλλον γεμάτο ερεθίσματα, που κινητοποιούσε το ενδιαφέρον και καλλιεργούσε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα των ανθρώπων. Αντίστοιχα, οι αρχιτέκτονες που ενδιαφέρθηκαν μετά το ʼ60 για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική δεν κατάλαβαν με ποιον ακριβώς τρόπο οι προνεωτερικές μορφές και δομές συνδέονται με συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά φαινόμενα. Η προσέγγιση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής έγινε επιδερμικά, εμπειρικά, διαισθητικά χωρίς τα κατάλληλα γνωσιολογικά εφόδια.

Η πρώτη συνέπεια της επιφανειακής αυτής στροφής στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική ήταν η εξιδανίκευσή της. Για παράδειγμα, προκρίθηκαν ως «σοφές» διάφορες διατάξεις κατοικιών, οι οποίες εδραίωναν για αιώνες τη γυναικεία υποτέλεια, όπως η διάκριση ανάμεσα στον χώρο παρασκευής του φαγητού και τον χώρο κατανάλωσής του. Ή αντίστοιχα εξιδανικεύτηκαν τα μικρά σπίτια μέσα στη φύση ως έκφραση συνειδητής λιτότητας, τα «Θεόχτιστα» που έλεγε ο Άρης Κωνσταντινίδης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλώς τα σπίτια της ανέχειας. Οι ίδιοι άνθρωποι που τα κατοικούσαν, όταν τους δόθηκε η δυνατότητα να μεταναστεύσουν στην πόλη και να αποκτήσουν χρήματα έχτισαν αστόχαστα και σπάταλα.

Μια επίσης χαρακτηριστική έκφανση αυτής της εξιδανίκευσης συνοψίζεται στην θεωρητικοποίηση, εκ μέρους των αρχιτεκτόνων, της λέξης «τύπος». Με τον εξωραϊσμό του τύπου και της τυπολογίας που είναι συστατικό στοιχείο της προνεωτερικής αρχιτεκτονικής αποδυναμώσαμε –δίχως να το συνειδητοποιούμε– μια από τις θεμελιώδεις κατακτήσεις της νεωτερικότητας: το δικαίωμα των ανθρώπων στον αυτοπροσδιορισμό. Η νεωτερικότητα υπόσχεται πως κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ζήσει όπως εκείνος θέλει, αποκλίνοντας από κοινωνικές συμβάσεις, κανόνες και ήθη του παρελθόντος. Η ελεύθερη κάτοψη, η δυνατότητα να ορίσεις μια τελείως ιδιοσυγκρασιακή διάταξη σπιτιού μέσα σε μια απλή κατά τα άλλα στατική δομή επέτρεψε τη συνθήκη ενισχύοντας το δικαίωμα στην ετερότητα. Αντιθέτως η άκριτη έμφαση στον τύπο υποστηρίζει την επιστροφή σε ένα καθεστώς όπου οφείλουμε να ζούμε σε σπίτια, τα οποία ακολουθούν παρόμοιες διατάξεις, άρα προϋποθέτουν παρόμοιες πρακτικές μέσα στην καθημερινότητα και επομένως υποβάλλουν ως αποδεκτούς, παρόμοιους τρόπους ζωής.

Η πιο παράδοξη όμως συνέπεια της στάσης των αρχιτεκτόνων απέναντι στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι η ενδεχόμενη καταστροφή των οικισμών που οι ίδιοι θαυμάζουν. Η περίπτωση της Ελλάδας, εξαιτίας της ραγδαίας τουριστικοποίησης των τελευταίων ετών, διαφωτίζει με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο το ζήτημα. Θα αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Αρχιτέκτονες που έχουμε αγαπήσει τους κυκλαδίτικους οικισμούς κτίζουμε έργα εμπνεόμενοι από τις αξίες της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Όμως τα κτίρια συχνά κατασκευάζονται εκτός οικισμών και αφορούν μεγάλες πολυτελείς κατοικίες. Στη σημερινή κοινωνία αυτές οι χωρικές ιδιότητες ωθούν σε μοναχικές ζωές, κεκλεισμένων των θυρών. Ταυτόχρονα τα έργα προσελκύουν ανθρώπους με συγκεκριμένη ταυτότητα: ιδιαίτερα ευκατάστατους, από διάφορα μέρη του κόσμου, που έρχονται επειδή η κατοίκηση σε αυτά τα νησιά προσδίδει κύρος και οι οποίοι δεν έχουν διάθεση να συγχρωτιστούν με άλλους παρά μόνο με τους όμοιούς τους. Την ίδια στιγμή αυτά τα κτίρια απωθούν ανθρώπους πιο κοινωνικούς, με διαφορετικές ταυτότητες, που θα επεδίωκαν μια πιο ουσιαστική σχέση με τις τοπικές κοινότητες.

Άλλη εκδοχή του ίδιου προβλήματος είναι ο σχεδιασμός μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων που αρχιτεκτονικά αναπαράγουν τις δομές των παραδοσιακών οικισμών. Σε αυτά τα συγκροτήματα όμως κατοικούν τώρα, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο πληθυσμό, τουρίστες με τους υπηρέτες τους, οι οποίοι τις περισσότερες φορές δεν μένουν καν μόνιμα στον τόπο. Πρόκειται για ένα σύγχρονο προλεταριάτο που σήμερα δουλεύει εδώ και αύριο αλλού. Οι αρχιτέκτονες μοιάζει να μην αντιλαμβανόμαστε ότι άθελά μας αντιμετωπίζουμε τους οικισμούς σαν σκηνικά. Όμως αν σε ένα σκηνικό οι ηθοποιοί αλλάξουν και αν διαφοροποιηθεί το σενάριο, η ζωή δηλαδή που ερμηνεύεται πάνω στην σκηνή, τότε το «έργο» που βλέπουμε είναι άλλο.

Οι Μοντέρνοι διέλυσαν την κοινωνική ζωή της πόλης του 19ου αιώνα φτιάχνοντας αχανή πάρκα και πανταχόθεν ελεύθερα πολυώροφα κτίρια με τις καλύτερες των προθέσεων. Πολύ φοβάμαι ότι σήμερα αρχιτέκτονες που έχουμε αγαπήσει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, διαλύουμε αντίστοιχα χωρίς να το συνειδητοποιούμε, όσους προνεωτερικούς οικισμούς έχουμε, καταρχάς ως μνημεία ενός ζώντος πολιτισμού, αλλά και ως παραδείγματα χωρικών διατάξεων που κατοικούνται ακόμα και σήμερα με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, ένα πολιτισμικό φαινόμενο που θα μπορούσαμε να μελετήσουμε και να εξελίξουμε. Η λύση στο πρόβλημα είναι δύσκολη και αφορά έναν εκ βάθρων επανασχεδιασμό του γνωσιολογικού περιεχομένου του πεδίου. Προϋποθέτει δηλαδή τολμηρούς αρχιτέκτονες αλλά και διδάσκοντες της αρχιτεκτονικής που θα εγκαινιάσουν μια νέα, σοβαρή συμμαχία ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τις επιστημονικές περιοχές οι οποίες έχουν σαν κύριο αντικείμενό τους τον άνθρωπο και τις κοινωνίες που αυτός συγκροτεί.

⸙⸙⸙

[Η Μυρτώ Κιούρτη είναι Αρχιτέκτονας, MS Columbia University ΝΥ, Διδάκτωρ ΕΜΠ.]

Κύλιση στην κορυφή