Δεκαετία 1990; | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Άθως Δανέλλης

Το καφεδάκι σας κύριε Κώστα…

Τον Κώστα Γεωργουσόπουλο παρακολουθούσα στη θεατρολογία, ως ακροατής. Καλή μου φίλη και φοιτήτρια του τμήματος έχανε κάποια μαθήματα, λόγω εργασίας· με το μηχανάκι ανέβαινα στου Ζωγράφου και με ένα μικρό κασετόφωνο ηχογραφούσα για κείνη τις παραδόσεις. Σιγά-σιγά οι επισκέψεις μου έγιναν τακτικότερες. Με μαγνήτισε ο τρόπος του, η παράσταση που έδινε. Ο άνθρωπος-θέατρο. Ζωντάνευε κόσμους ολόκληρους· Σοφοκλή, Ξενόπουλο, Χρηστομάνο, Ίψεν. Μια μικρή αφορμή, μιά ερώτηση, κάποια αναφορά, αρκούσε για να λοξοδρομήσει και να χαράξει ένα παράλληλο δρομολόγιο, ένα νέο ταξίδι, εξίσου μαγευτικό με το αρχικό.

Αργότερα γνωριστήκαμε σε κάποια εκδήλωση.

Εκτιμούσε πολύ τον Καραγκιόζη, συχνά μίλησε κι έγραψε για την αξία του, τη θέση του στο ελληνικό θέατρο, για το κοινωνικό του βάρος, τις επιρροές και τη σημασία του.

Βρεθήκαμε πολλές φορές παρέα. Πάντα ανυπομονούσα ν’ ακούσω, με μάγευαν οι ιστορίες που έλεγε με το μοναδικό μπρίο και τα τερτίπια του. Ήταν η Λωξάντρα της αφήγησης· μαγείρευε τον λόγο του με τόση φυσική μαεστρία, με τα μπαχάρια και τα μυρωδικά του, κι ο τόπος γύρω μοσχοβολούσε θέατρο. Μιλούσε για τον Φώτο Πολίτη, τον Σιδέρη, τον Σπύρο Μελά, την Παξινού και τον Μινωτή, τη Μαρίκα, τον Μαμία και τον Αργυρόπουλο. Και ήσαν όλοι παρόντες, πετούσαν γύρω του σαν πεταλούδες και κάθονταν στους ώμους του, πάνω στα γυαλιά του, στη γραβάτα του.

Ήρθε στο θεατράκι που διατηρούσαμε στου Γκύζη, στις βραδινές τις Τετάρτες αλλά και σε Κυριακάτικες πρωινές, έπειτα στον Κρατήρα της οδού Αγίου Όρους και τα τελευταία χρόνια στις παραστάσεις της ομάδας μας «Οθόνιον» του Ιωσήφ Βιβιλάκη.

Ήταν στο κοινό ένα βράδυ που έπαιζα τον Καραγκιόζη διά της βίας γιατρό. Στο σημείο που ο Καραγκιόζης δίνει τα φάρμακα για τη θεραπεία της Αϊσέ που έχει χάσει την ομιλία της, και ο Πασάς περιμένει απελπισμένος, ο Καραγκιόζης του λέει:

«Πασά μου μην ανησυχείτε. Θα εφαρμόσουμε μια νέα θεραπεία. Κάθε πρωί, μόλις ξυπνήσει η κόρη σας, θα της δίνετε να τρώει δέκα σελίδες από το λεξικό του Μπαμπινιώτη μουσκεμένες σε κουρκούτι. Σε ένα μήνα θα έχει ξαναβρεί την ομιλία της». Τα γέλια του ακούστηκαν μέχρι έξω!

Αρχές Δεκέμβρη, Κυριακή πρωί είχε έρθει στην παράσταση με δυο-τρεις φοιτητές του. Συνηθίζω να βρίσκομαι μέσα στη σκηνή αρκετή ώρα πριν την έναρξη. Στο δεύτερο κουδούνι ήμουν ακόμη έξω και διόρθωνα κάποια ζημιά στην ταμπέλα. Μπαίνοντας τον είδα· είδα στο μισόφωτο της αίθουσας την Καμπάνα, το Οδάξ, το Αμήχανον Τέχνημα, το Χρονικό, την Ιθαγένεια, τη Μεγάλη Αγρύπνια, να κάθονται εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι. 

Πήγα προς το μπαρ την ώρα που η Αλεξάνδρα έβγαινε με το δίσκο. 

– Ο καφές του Γεωργουσόπουλου.
– Άσ’ τον, τον πάω εγώ.
Πλησίασα και τον σέρβιρα.
– Έξω είσαι ακόμα;
– Το καφεδάκι σας, κύριε Κώστα.

Με κοίταξε, νομίζω με τρυφερότητα. Μπήκα στη σκηνή για να παίξω.

Κύλιση στην κορυφή