Το κόκκινο μπαλόνι, απομεινάρι κρίσιμων γενεθλίων σε κακόγουστο, très banal πολυέλαιο με γιρλάντα χρυσή, περιμένοντας μια βελόνα, ένα άγγιγμα ή το ενδιάμεσο όπλο, –τι μεσολαβεί άραγε από το να γίνει το χάδι η τίσις και το ανάποδο;–,
οι πλαστικές μπαλαρίνες αγορασμένες από το μέγκα σουπερμάρκετ/ πολυκατάστημα ή αλλιώς την Ίμπιθα των φτωχών σε σούπερ τιμή προσφοράς, από δύο ευρώ και τριάντα λεπτά μόνο ένα και ενενήντα εννιά, κρεμάμενες πλέον στα πόμολα συρταριών αφιλόξενων, στρυφνών προγόνων –τα κλαδιά χριστουγεννιάτικων δέντρων είναι μόδα τριών μονάχα εβδομάδων, ενώ η τέχνη πρέπει να εκθειάζεται ανελλιπώς–,
φυτά αποξηραμένα προηγούμενων μετακομίσεων σε χάρτινες, αυτοσχέδιες κούτες που γράφουν «παιδικά είδη», γιατί το παιδί και τα φυτά χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα για να ευδοκιμήσουν και να μην μαραθούν,
οποιοδήποτε διακοσμητικό των τάδε ευρώ, αλλά οπωσδήποτε ενενήντα εννέα λεπτών που σκονίζεται στα ράφια μπροστά από τόμους των εξίσου διακοσμητικών εγκυκλοπαιδειών, ξεσκονίζοντας ταυτόχρονα ζωές λιπόψυχες, –οι αριθμοί είναι μαγικοί και οι εταιρείες ανέκαθεν ήταν γνώστες της μαγείας τους, οι καταναλωτές πότε θα γίνουν;–,
οι δεκαεννιά πολυθρόνες σε απείθαρχη στοίχιση μες στο σπίτι, εν αντιθέσει των ζυγών ψυχών σε στοίχιση ματαιόδοξη, –οι υπερωρίες γίνονται υπεραποστάσεις και οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν, φαντάσματα που πέφτουν επιμελώς το ένα μέσα στο άλλο με όρια ακαθόριστα–, η υγιής αγάπη στηρίζεται σε αυτά τα όρια, όπως ακριβώς το κεφάλι στη σπονδυλική στήλη–,
το ασπόνδυλο ροζ λουλούδι σ’ ένα ποτήρι ούζου, μοναδικό απόκτημα του αριστερού πορτατίφ –στα αριστερά συνήθως βρίσκονται οι επισκέπτες– ως κύκνος υποχείριος της αυτοθυσίας, επειδή είναι ξέχωρο από τα άλλα λουλούδια και τα άνθη συμπεριφέρονται ως κύκνοι σε θέματα καρδιάς και ίσως εάν οι άνθρωποι δεν έκαναν τέτοιο μποϊκοτάζ ενάντια στη φύση, να συμπεριφέρονταν και οι ίδιοι ως κύκνοι πιστοί στο άλλο τους μισό που να ανθίζουν και να μαδούν μαζί, –βέβαια η χρυσή τομή περιπλέκεται όσο περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται ανάμεσά μας μεταμφιεσμένοι εκτός εποχής και τα δοκιμαστικά αν μη τι άλλο επιβάλλονται σε τέτοιους παραπλανητικούς καιρούς, όπου η αλήθεια υστερεί–,
η μινιμαλιστική υστερία της απλοποίησης και της αφαιρετικής διάθεσης όχι τόσο χάριν της μόδας, αλλά πιο πολύ ως μια εσώτερη επανάσταση ενάντια στην ψυχή που είναι μπουχτισμένη από αναμνηστικά σουβενίρ, ερωτόλογα, προικιά από τη στιγμή της εμφύσησής της στο έμβρυο κι ένα σωρό προσδοκίες που τείχη χτίζουν παρά γέφυρες, –ο χώρος που μένουμε είναι ο αντικατοπτρισμός του ψυχισμού μας και όσο περισσότερο προσπαθούμε να χωρέσουμε τη ζωή μας σε ένα σπίτι, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για εξέγερση και ριζική εκκαθάριση,
ίσως γι’ αυτό όσο νεότερος είναι κανείς βολεύεται στη γκαρσονιέρα, μα όσο μεγαλώνει, η γκαρσονιέρα τον πλακώνει και αποζητά το δυάρι, το τριάρι, τη μεζονέτα, γιατί μαζί με εκείνον μεγαλώνει και η ζωή του, οριζόμενη ως ένα συνονθύλευμα διαφορετικών υπάρξεων, ποτέ ως αυτούσια μορφή, αφού η ύπαρξη μέσα σε άλλη ύπαρξη γεννιέται και εξελίσσεται ανάμεσα σε πολλές,
ίσως γι’ αυτό τελικά οι περισσότεροι ονειρεύονται μια βίλα, γιατί η ψυχή είναι αυτή που χρειάζεται τη χλίδα και την άνεση και όχι το σώμα, ώστε να τακτοποιήσει τον πολυκαιρισμένο κόσμο της στα πολυάριθμα δωμάτια με τάξη και αρμονία, άλλωστε το ίσιο στραβώνει από μέσα–,
όλα εκείνα τα στραβά πράγματα που περιστασιακά ισιώνουμε με λίγο ούζο και πολλές δικαιολογίες καταλήγοντας να κοιμούνται στην δεξιά πλευρά του κρεβατιού, ενώ εμείς οι ιδιοκτήτες γινόμαστε οι επισκέπτες της αριστερής πλευράς και όταν παύουν να ισιώνουν πια με τερτίπια και ανταμώσουμε με το αληθινό μέγεθος του στραβώματος διώχνοντάς τα επιτέλους από κοντά μας, συνεχίζουμε πάραυτα να παραμένουμε στα αριστερά, γιατί η αποκόλληση τρομάζει περισσότερο από την προσκόλληση, –είναι που η μονάδα κρύβει μέσα της άπειρα μυστικά και ο άνθρωπος προτιμά να τρώει μυστικά από όμοιό του όσο δυσκολοχώνευτα κι αν είναι, παρά από το σύμπαν–,
η υποτίμηση της σημαντικότητας της κλεψύδρας στα παιχνίδια και η ασυνδετότητα ανάμεσα στα παιχνίδια των κοινών θνητών και των κβάντων, αδυνατώντας να αποστηθίσουμε τη θεωρία του «ό,τι πάνω, έτσι και κάτω» καταλήγοντας να τα κάνουμε μαντάρα στο κάτω πεδίο επηρεάζοντας μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα και το πάνω, μα εάν στα παιχνίδια χρησιμοποιούσαμε σωστά και τίμια την κλεψύδρα, τον διδόμενο χρόνο, να ήμασταν στο παρόν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας χωρίς παράπλευρες απώλειες και ίσως όσοι βρίσκονται στην αντίπερα όχθη της χειρότερης εκδοχής τους να είναι κι εκείνοι που δεν έπαιξαν ποτέ τους παιχνίδι με κλεψύδρα, είτε επειδή δεν απαιτούταν, είτε επειδή οι ίδιοι δεν το απαιτούσαν, –οι κανόνες άλλωστε έχουν εξουσία μόνο εάν τηρούνται και το εάν είναι καλή ή κακή αυτή η εξουσία εξαρτάται από το πώς αυτοί τηρούνται–,
η διατήρηση μιας επίπλαστης, εξουσιαστικής σχέσης συνειδητής στην ήδη υπάρχουσα σχέση, που ίσως να είναι ασυνείδητα εξουσιαστική κι επίπλαστη πάνω σ’ εκείνη την ουσιαστική, όπου η τελευταία κινδυνεύει να μην ανακαλυφτεί ποτέ, –οι σχέσεις είναι σαν τις στιβάδες του δέρματος με την αληθινή αγάπη να βρίσκεται στην πρώτη στιβάδα, την πιο βαθιά, όπου μέσω του μικροσκοπίου γίνεται ορατή και ίσως το μικροσκόπιο μιας σχέσης να είναι η αποδοχή, η κατανόηση, η υπομονή, η επικοινωνία, ο σεβασμός και όλα τα φιλιά, οι αγκαλιές και τα γλυκόλογα να ανήκουν στις εξωτερικές στιβάδες των επίπλαστων σχέσεων και ίσως έτσι να εξηγείται καλύτερα γιατί κάποιες αγάπες θεοποιούνται από τον χρόνο με αποτέλεσμα να μην ξεχνιούνται ποτέ και κάποιες άλλες θεοποιούνται από τους εραστές με αποτέλεσμα να καταβροχθίζονται–, είναι επίπονη διαδικασία η ανακάλυψη και διατήρηση της θεμελιώδους σχέσης, μα περισσότερο επίπονες είναι οι αόρατες απόκριες στις οποίες (α)υ(θυ)ποβαλλόμαστε και ανακουφιζόμαστε όταν φτάνουν οι ορατές προκειμένου να μεταμορφωθούμε εκ νέου στα απωθημένα μας, αλλά πάλι σε κάτι μακρινό από εμάς και πάλι με τον φόβο της επίκρισης κι αν συνεχώς μεταμορφωνόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πότε ακριβώς συντονιζόμαστε με την αλήθεια μας; Ένα είναι σίγουρο. Το να είσαι ο Σπάιντερμαν ή η πριγκίπισσα Σίσσυ όλο τον χρόνο κουράζει. Μέχρι κι εκείνοι χρειάζονται διακοπές.
Το Τριώδιο είναι στα ντουζένια του. Καθ’ οδόν για το σπίτι σερπατίνες εναλλάσονται με πατατάκια και ποπ κορν στη μέση της συνοικιακής πλατείας και καρναβαλιστικά τραγούδια με φωνές γονέων που επιβραβεύουν τα παιδιά τους για το πόσο καλά χορεύουν ή το πόσο καλά ξέρουν να είναι παιδιά, –η αλήθεια εξάλλου έχει αδυναμία στις πολύ νεαρές ηλικίες. Λίγο πριν πιάσω την κατηφόρα και οι αιώνιοι καρναβαλιστές σαμποτάρουν με τις φωνές τους τους Gipsy Kings, το μάτι μου πέφτει σε έναν μάλλον χωρισμό. Η μικρή πριγκίπισσα πετάει όλη τη σακούλα με τα κονφετί πάνω στον νεαρό σούπερ ήρωα εκνευρισμένη και αποχωρεί αφήνοντάς τον με απορία κι εμένα με χαμόγελο, –δεν είναι όλοι οι χωρισμοί λυπηροί, ιδίως εκείνοι που γνωρίζεις ήδη το μέλλον τους και την πεισματοσύνη τους. Στην αρχή της κατηφόρας χειροκροτήματα ακούγονται για το τέλος του χορού ή την αρχή της επανένωσης. Μεταξύ αυτού που είδα και αυτού που υποθέτω, αντικρίζω δευτερόλεπτα αργότερα το πρώτο μου χρυσό μπαλόνι, σφηνωμένο ανάμεσα σε μια ρόδα αυτοκινήτου και στο πεζοδρόμιο. Αμέσως σφηνώνεται και στο μυαλό μου. Έχει κάτι το ιδιαίτερο. Ίσως το ότι και τα ιδιαίτερα ξεφουσκώνουν αργά ή γρήγορα, μα η θύμηση είναι αυτή που θα παραμείνει φουσκωμένη. Ίσως το ότι κάποιος το ψάχνει ή κάποιος που το εκτίμησε λιγότερο απ’ όσο άξιζε, το άφησε. Ίσως το ότι το είδα εγώ και το εκτίμησα παραπάνω απ’ όσο άξιζε, μα δεν το πήρα. Φτάνοντας σπίτι και ακολουθώντας τις τυπικές διαδικασίες, –βγάλσιμο παπουτσιών, πέταμα τσάντας στην πολυθρόνα/ρεζέρβα, πλύσιμο χεριών και ανταλλαγή της καλής φόρμας με την οικόσιτη, τρύπια–, κάθομαι στον λεγόμενο «καναπέ της σκέψης» και σκέφτομαι ό,τι τρυπάει το στερέωμά μου, ώσπου να μανιφεσταριστεί. Βυθισμένη στις σκέψεις μου κοιτάζω το κόκκινο μπαλόνι, απομεινάρι κρίσιμων γενεθλίων σε κακόγουστο, trés banal πολυέλαιο με γιρλάντα χρυσή. Έπειτα, το παρατηρώ. Ακόμα όμως δεν το βλέπω. Μια αφιέρωση πάνω του το κάνει ξαφνικά ιδιαίτερο. Πώς δεν το είχα παρατηρήσει πιο νωρίς; Όσο το παρατηρώ, τόσο το εκτιμώ, μα όσο του αξίζει –ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο– και το παίρνω μαζί μου για πάντα. Ίσως σ’ αυτήν εδώ την παράμετρο να κρύβεται τελικά όλη η ουσία της αγάπης, στο να μετράς το καθετί όσο πραγματικά είναι και ίσως μετά να μπορείς να πεις με ειλικρίνεια «Επιτέλους, σε είδα!»

