Λευτέρης Παπαλεοντίου

Το κυπριακό τραύμα του ’74 στη λογοτεχνία

Το χουντικό πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου και η τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 σημάδεψαν και ανέτρεψαν κάθε τομέα της ζωής στο νησί. Εκτός από τα πολλά θύματα της στρατιωτικής βίας, εκατοντάδες χιλιάδες Κύπριοι ξεκληρίστηκαν και μετατοπίστηκαν, πολλά μνημεία πολιτισμού συλήθηκαν και καταστράφηκαν, οι δομές της κυπριακής κοινωνίας διαφοροποιήθηκαν. Με το κυπριακό πρόβλημα άλυτο, η τουρκική κατοχή διαιωνίζεται, οι κατεχόμενες περιοχές κατακλύζονται με εποίκους από την Ανατολία και γεμίζουν τζαμιά, οι Τουρκοκύπριοι χάνουν τον χαρακτήρα και την κυπριακή τους ταυτότητα και εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο, ενώ αλλάζει άρδην η φυσιογνωμία του τόπου. Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων τον Απρίλιο του 2003 και η εκατέρωθεν διακίνηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων λειτουργεί και ως αναμόχλευση πληγών, καθώς επέρχεται σταδιακά η τραγική συνειδητοποίηση ότι η ντε φάκτο διχοτόμηση του νησιού παγιώνεται και ότι φαντάζει πια απίθανη μια ικανοποιητική λύση του προβλήματος.

Τα θλιβερά αυτά γεγονότα αποτελούν βασική και μόνιμη πηγή έμπνευσης σε όλες τις τέχνες και ειδικά στη λογοτεχνία στην Κύπρο, κυρίως στα πρώτα χρόνια ύστερα από το δίσεκτο ’74 αλλά και στη συνέχεια, και μάλιστα ύστερα από το 2003, με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Όχι μόνο παλαιότεροι λογοτέχνες, που έζησαν από πρώτο χέρι τα γεγονότα, αλλά και νεότεροι, που δεν είχαν γεννηθεί τότε, φωτίζουν το τραύμα πιο νηφάλια και πιο αποστασιοποιημένα ή από νέες σκοπιές. Ένας τεράστιος όγκος λογοτεχνικών και παραλογοτεχνικών κειμένων γράφτηκε και γράφεται στο νησί: ποιήματα και στιχουργήματα, διηγήματα, νουβέλες, λίγα μυθιστορήματα και λογής πεζογραφήματα, μαρτυρίες, χρονικά, αναμνήσεις, ημερολόγια κ.τ.λ. Πάντως, από νωρίς ο Κώστας Μόντης, σε ορισμένες ευθύβολες ποιητικές «στιγμές» του (από τη συλλογή Κύπρος εν Αυλίδι, 1976), θέλησε να σατιρίσει και να χλευάσει τους κύπριους ποιητές που έσπευσαν σε τέτοιες δύσκολες στιγμές να αραδιάσουν επικαιρικούς, εύκολους και αμφίβολης ποιότητας στίχους: «Τί γύρευαν τέτοιο καιρό οι ποιητές, σας παρακαλώ;» ή «Κι απ’ τις εκρήξεις των βομβών αναπηδούσαν στίχοι!»

Βέβαια, για το ίδιο θέμα γράφτηκαν ή γράφονται και αρκετά λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως ποιήματα ή στιχουργήματα και λιγότερα πεζά, από μη Κύπριους, κατεξοχήν από Ελλαδίτες αλλά και από Έλληνες και Κυπρίους της Διασποράς. Θα άξιζε τον κόπο να ανθολογηθούν ευπρόσωπα και αξιόλογα δείγματα από την πληθωρική και άνιση αυτή παραγωγή, ώστε να αναδειχθεί η πιο σημαντική λογοτεχνία του κυπριακού τραύματος.

Στο περιορισμένο πλαίσιο του σύντομου αυτού κειμένου δεν υπάρχει περιθώριο για να σταθούμε σε καλές στιγμές της παραγωγής αυτής, ούτε καν σε μερικά πιο πρόσφατα (των δύο τελευταίων δεκαετιών) ποιήματα ή πεζογραφήματα. Έτσι περιοριζόμαστε να αναφερθούμε σε δύο συλλογικές εκδόσεις του 2023 με ομόθεμα ποιήματα ή στιχουργήματα: Η πρώτη κυκλοφόρησε από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου (Ε.Λ.Κ.) με τον τίτλο Ποιητική Ανθολογία Καρπασίας και είναι αποτέλεσμα ποιητικού διαγωνισμού που προκηρύχθηκε με πρωτοβουλία του Ηλία Παντελίδη, που αναφέρεται ως ανθολόγος, αν και τα ποιήματα, μάλλον στιχουργήματα, επιλέχθηκαν από κριτική επιτροπή που την αποτελούσαν οι Ελευθέριος Πλουτάρχου (πρόεδρος της Ε.Λ.Κ.) και τα μέλη Μαρία Χρυσοστόμου, Ευδοκία Ζορπίδου και Ηλίας Παντελίδης.

Η αλήθεια είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις (από τις οποίες ξεχωρίζει η περίπτωση της Αντριάνας Ιεροδιακόνου), ο διαγωνισμός δεν κινητοποίησε το ενδιαφέρον γνωστών, δόκιμων ή νέων, υποσχόμενων ποιητών. Με άλλα λόγια, στον διαγωνισμό ανταποκρίθηκαν κατά κανόνα άγνωστοι συγγραφείς, παλαιότεροι ή νεότεροι, που δεν ασχολούνται συστηματικά με την ποίηση, αλλά θέλησαν να συντάξουν ένα επικαιρικό στιχούργημα για την ακριτική Καρπασία, ανεξάρτητα από το αν κατάγονται ή όχι από τη χερσόνησο αυτή. Όμως σημειώνουμε τη φιλότιμη αυτή προσπάθεια να γραφτούν ποιήματα ή στίχοι για το θέμα αυτό. Στην άνιση αυτή παραγωγή δεν λείπουν ενδιαφέρουσες, συμπαθητικές και καλές στιγμές. Όπως πληροφορήθηκα, οι συμμετοχές ήταν περίπου διπλάσιες, αλλά επιλέχθηκαν 42 κείμενα, όσες και οι κοινότητες της κατεχόμενης Καρπασίας.

Ας σημειωθεί ότι υπάρχουν και τέσσερις συμμετοχές από την Ελλάδα, από τις οποίες ξεχωρίζει το έμμετρο ποίημα του Αθανάσιου Σταθόπουλου (γενν. 1980), που είναι σεφ, γράφει τραγούδια, ενώ εξέδωσε μία συλλογή διηγημάτων. Ας αναφερθεί επίσης η Κλεονίκη Δρούγκα (γενν. 1968), η οποία διδάσκει στη Σχολή Καλών Τεχνών και εξέδωσε ποιητικές συλλογές· είναι κόρη παλαίμαχου στρατιώτη της ΕΛΔΥΚ, που «πήγε να πολεμήσει για την Κύπρο. Επέστρεψε με μισή Κύπρο», όπως αναφέρεται στο βιογραφικό της.

Από τα υπόλοιπα ποιήματα του διαγωνισμού, θα προτιμούσα το λαϊκότροπο και έμμετρο «Αχαιών Ακτή» του Σωτήρη Χατζηζαχαρία (γενν. 1954), γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, που είναι, δυστυχώς, γεμάτο ορθογραφικά λάθη (λ.χ. σφάχτει αντί ’σφάχτη, σανταντώθειν αντί ’σαντανώθην, βαώθειν αντί ’βαώθην, κτλ.). Όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του, ο Χατζηζαχαρίας γράφει κυρίως ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο.

Σε μια δεύτερη ενότητα του βιβλίου, με τον τίτλο «Τιμής ένεκεν», περιλαμβάνονται ποιήματα εφτά σημαντικών ή γνωστών κύπριων ποιητών. Εδώ θα ταίριαζε να περιληφθούν μόνο τα ποιήματα που αναφέρονται στην Καρπασία, δηλ. των Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Λεύκιου Ζαφειρίου, Έλλης Παιονίδου και Χρίστου Χατζήπαπα. Επίσης, θα ήταν σωστό και δίκαιο να ενταχθούν στην ενότητα αυτή και μερικά άλλα ομόθεμα ποιήματα, όπως της Νάσας Παταπίου, του Πολύβιου Νικολάου, της Νίκης Μαραγκού και του Χρήστου Αργυρού.

Στην τρίτη ενότητα υπάρχουν πληροφορίες για την ίδρυση της Ε.Λ.Κ. το 1978, αναγράφονται τα ιδρυτικά μέλη και οι πρώην πρόεδροί της (ανάμεσά τους, περιλαμβάνονται και σημαντικοί ή γνωστοί Κύπριοι λογοτέχνες, όπως οι Κώστας Βασιλείου, Πάνος Ιωαννίδης, Ντίνα Κατσούρη, Γιάννης Κατσούρης, Γ. Φ. Πιερίδης, Φοίβος Σταυρίδης, Κυριάκος Χαραλαμπίδης κ.ά.), και ακολουθούν βιογραφικά σημειώματα αλλά και κείμενα του τωρινού Διοικητικού Συμβουλίου. Μάλλον αχρείαστο είναι το Δ΄ Μέρος, όπου καταγράφονται ξανά οι 42 κοινότητες της Καρπασίας, αφού αυτές αναφέρονται τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του βιβλίου, μαζί με τους χάρτες της χερσονήσου. Δεν χρειαζόταν να προτάσσεται το όνομα κάθε κοινότητας και πριν από το όνομα κάθε συγγραφέα.

Η κατάταξη των συγγραφέων είναι μάλλον προβληματική. Δεν διευκρινίζεται η σειρά εμφάνισής τους. Ούτε καταλαβαίνουμε αν έγινε με βάση ποιοτικά κριτήρια. Η κατάταξη θα μπορούσε να γίνει με αλφαβητική σειρά ή έστω με βάση το έτος γέννησης των συγγραφέων. Γενικά, θα μπορούσε να γίνει μια πιο βελτιωμένη, λιτή έκδοση. Δεν είμαι σίγουρος αν χρειάζονταν να προταχθούν στην έκδοση οι βαρύγδουποι χαιρετισμοί του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Διευθύντριας του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, που τονίζουν, βέβαια, την πολιτική διάσταση του βιβλίου. Το προλογικό σημείωμα του ανθολόγου θα μπορούσε να είναι πιο ουσιαστικό. Ελπίζουμε ότι η νέα Ανθολογία, η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει από την Ε.Λ.Κ. μέσα στους επόμενους μήνες και θα αναφέρεται επίσης στο τραύμα του ’74, θα είναι πιο προσεγμένη, καλύτερα επιμελημένη, με πιο ουσιαστικές ανθολογήσεις (αν και περιορίζεται μόνο σε κείμενα που γράφτηκαν από δημοδιδάσκαλους και μάλιστα από μέλη της Π.Ο.Ε.Δ.). Όπως συνέβαινε και παλιά, θα ήταν καλύτερα να συσταθεί μια κριτική επιτροπή που να μην αποτελείται αποκλειστικά από μέλη του Δ. Σ. της Ε.Λ.Κ., αλλά και από άτομα που ασχολούνται πιο συστηματικά με τη μελέτη και κριτική της λογοτεχνίας.

Η δεύτερη έκδοση που παρουσιάζουμε εδώ μας έρχεται από τη μακρινή Αυστραλία· έχει τίτλο Ποιήματα ελπίδας και αγάπης για τους κύπριους πρόσφυγες από Έλληνες ποιητές της Αυστραλίας και εκδόθηκε στη Μελβούρνη από τη Συντονιστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα της πόλης αυτής. Την επιμελήθηκαν οι Γιάννης Μηλίδης και Θανάσης Σπηλιάς, οι οποίοι υπογράφουν εισαγωγικές μελέτες που προτάσσονται στον τόμο και αναφέρονται κυρίως σε ποιήματα γνωστών ή δόκιμων ποιητών. Η έκδοση κοσμείται στο εξώφυλλο και στο εσώφυλλο με πίνακες του ιθαγενούς ζωγράφου της Αυστραλίας Albert Namatjira (1902-1959) και του Κύπριου Ανδρέα Λαδόμματου (γενν. 1940), για να υποδειχθεί ότι ο μακροχρόνιος αγώνας τον οποίο διεξήγαγαν οι ιθαγενείς της Αυστραλίας για να ανακτήσουν τη γη τους θα πρέπει να λειτουργεί ως παράδειγμα για τους Κυπρίους.

Τόσο ο κυπριακής καταγωγής Γιάννης Μηλίδης (γενν. 1959) όσο και ο Θανάσης Σπηλιάς (γενν. 1946), με καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία, ζουν εδώ και πολλά χρόνια στην Αυστραλία και δίδαξαν σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Μελβούρνης και ασχολούνται με τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και με τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων. Ο Μηλίδης μετέφρασε στα αγγλικά, ανάμεσα σ’ άλλα, δύο ποιητικές συλλογές του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (Θόλος και Αμμόχωστος Βασιλεύουσα), καθώς και μεμονωμένα ποιήματα Κυπρίων (λ.χ. των Παναγιώτη Αβραάμ, Ντίνας Κατσούρη, Γιώργου Μολέσκη, Κώστα Μόντη, Θεοδόση Νικολάου, Ανδρέα Παστελλά, Αχιλλέα Πυλιώτη, Φοίβου Σταυρίδη κ.ά.). Ο Σπηλιάς εξέδωσε μαζί με τον Σταύρο Μεσσήνη μια δυσεύρετη (εξαντλημένη πια) Ανθολογία ποιημάτων Ελλήνων της Αυστραλίας (1988), ενώ μετέφρασε στα αγγλικά τον Ερωτόκριτο του Β. Κορνάρου σε συνεργασία με τον Στάθη Gauntlett και τον Gavin Betts.

Όπως διευκρινίζεται στον Πρόλογο των δύο επιμελητών, η έκδοση αυτή αποτελείται από ποιήματα που διαβάστηκαν σε Ημερίδα που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2022 με αφορμή την επέτειο της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο. Στην εκδήλωση αυτή, που διοργανώνεται τακτικά από τη Συντονιστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα της Μελβούρνης, παρευρέθηκαν και διάβασαν στίχους τους σαράντα Κύπριοι και άλλοι Έλληνες της Αυστραλίας, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην δόκιμοι ποιητές ή να ασχολούνται συστηματικά με την ποίηση. Κατά κανόνα, πρόκειται για απλούς ανθρώπους της καθημερινής ζωής, που θέλησαν να εκφράσουν με τον τρόπο τους τον πόνο και τη δυσαρέσκειά τους για την τουρκική εισβολή και κατοχή, για τον θάνατο, τον αφανισμό και την προσφυγοποίηση χιλιάδων Κυπρίων, και, ταυτόχρονα, να περάσουν μηνύματα ελπίδας και αγωνιστικότητας.

Οι δύο επιμελητές έκριναν ότι δεν υπήρχε λόγος να αξιολογήσουν τα κείμενα της θεματικής αυτής συλλογής. Άλλωστε τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά δεν θα μπορούσαν να αντέξουν σε κάποια κριτική. Πάνω απ’ όλα, ενδιέφερε τους συγγραφείς τους να περάσουν πολιτικά μηνύματα και να δείξουν ότι το ανεπούλωτο τραύμα της Κύπρου απασχολεί τον απλό κόσμο και ειδικά τους ξενιτεμένους· και να διακηρύξουν ότι «θα έρθει καιρός που θα επικρατήσει η δικαιοσύνη και η Κύπρος θα επανενωθεί για όλο τον λαό της, Ελληνοκύπριους, Τουρκοκύπριους, Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους». Έτσι, στην έκδοση αυτή πλεονάζουν τα θρηνητικά, νοσταλγικά και υμνητικά στιχουργήματα, κατά κανόνα επικαιρικά, ευκολογραμμένα και άτεχνα. Δεν λείπουν, όμως, καλές στιγμές, ενδιαφέροντα και συμπαθητικά ποιήματα (λ.χ. του Μιχάλη Παή, του Κωνσταντίνου Καλυμνιού, της Μάρως Νικολάου, του Βαγγέλη Μύρωνος και του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου). Αξίζει να αναφερθεί ότι σε πέντε περιπτώσεις γράφονται στίχοι στην κυπριακή διάλεκτο (εδώ ξεχωρίζουν τα κείμενα του Δημήτρη Δημητριάδη, του Δημητρίου Ιωάννου και της Άνδριας Γαριβάλδη), ενώ άλλοι πέντε συγγραφείς (ίσως δεύτερης ή τρίτης γενιάς), οι Pavlos Andronikos, Katerina Koufomanolis, Maria Papageorgiou-Foroudi, Koraly Dimitriadis και Andrea Dimitriou, γράφουν πιο ευπρόσωπα ποιήματα στα αγγλικά.

Ούτε στην έκδοση αυτή διευκρινίζονται τα κριτήρια για την κατάταξη των συγγραφέων. Θα ήταν προτιμότερο τα κείμενα να καταταχθούν με αλφαβητική σειρά, με βάση των επώνυμο των συμμετεχόντων. Επίσης, θα ήταν καλά να γνωρίζαμε, τουλάχιστο, το έτος γέννησης και την καταγωγή των συγγραφέων και αν ορισμένοι από αυτούς δημοσίευσαν άλλα ποιήματά τους, αν εξέδωσαν ποιητικές συλλογές.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο τόμος αυτός, που κυκλοφόρησε με χορηγίες ιδρυμάτων και φορέων της Μελβούρνης, διανέμεται δωρεάν σε σχολεία της ελληνικής παροικίας της Αυστραλίας και της Κύπρου.

Ό,τι και να συμβαίνει, ανεξάρτητα από το ποιοτικό επίπεδο των κειμένων (ποιημάτων ή στιχουργημάτων) που περιλαμβάνονται στις δύο εκδόσεις που παρουσιάζουμε εδώ, αυτές είναι ενδιαφέρουσες, χρήσιμες και διδακτικές. Πάνω απ’ όλα, μαρτυρούν ότι το συνεχιζόμενο (εδώ και πενήντα χρόνια) δράμα της Κύπρου, η ανοιχτή πληγή που κακοφορμίζει με το πέρασμα του χρόνου (και με τις ευλογίες κάθε ανάξιας πολιτικής ηγεσίας του τόπου), διεγείρει αισθήματα απογοήτευσης, πίκρας, αγανάκτησης αλλά και διάθεση αγωνιστικότητας, που διοχετεύονται σε επικαιρικά, έστω, στιχουργήματα, αλλά και σε καλύτερα και πιο ώριμα ποιήματα. Οι επιμελητές ή ανθολόγοι των δύο εκδόσεων ενδεχομένως δεν έκριναν τα κείμενα με βάση ποιοτικά κριτήρια, αλλά έλαβαν υπόψη τη θεματική των κειμένων. Κι αυτό έκανε το έργο τους πιο δύσκολο.

Πάντως, είναι καιρός να γίνουν πιο απαιτητικές, χωριστές Ανθολογίες ποιημάτων και διηγημάτων ή εκτενέστερων αφηγημάτων που αναφέρονται στο κυπριακό τραύμα του ’74, ώστε να αναδειχθεί πληρέστερα η πιο ποιοτική παραγωγή. Σε τέτοιες εκδόσεις θα είχαν θέση και τα πιο ευπρόσωπα κείμενα, ποιήματα ή πεζά, που γράφτηκαν από Ελλαδίτες ή Έλληνες της Διασποράς. Ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να αναληφθεί από επιτροπή ή επιτροπές και να χρηματοδοτηθεί από το Υφυπουργείο Πολιτισμού της Κύπρου και από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας. Η συμπλήρωση πενήντα χρόνων από το δίσεκτο 1974 θα ήταν μια καλή αφορμή.

Κύλιση στην κορυφή