Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου

Το μικρό χρονικό μιας φεμινιστικής αφύπνισης

[*T.W. Αναφορές σε περιστατικά βιασμού, σεξουαλικής και έμφυλης βίας]

Στο μκχ και τη Δήμητρα Τσ.

Πέρυσι ήταν η χρονιά στην οποία αθέτησα μία από τις πιο σοβαρές υποσχέσεις που είχε δώσει ο εφηβικός μου εαυτός: ποτέ μα ποτέ να μην πατήσει το πόδι του στην Αμάρυνθο. Κι όμως, να που είχα βρεθεί περαστική σ’ αυτή τη μικρή κωμόπολη της Εύβοιας και παρότι γνώριζα πια πως το κακό δεν εντοπίζεται μονάχα σε έναν τόπο, οι ώρες που έπρεπε να περάσω εκεί μου προκαλούσαν δυσαρέσκεια. Δεν υπήρχε πράγματι κάποιος άλλος δρόμος μέσω του οποίου θα είχα αποφύγει την παράκαμψη; Αν είχα δείξει μεγαλύτερη επιμέλεια, ίσως να μην είχα νιώσει εκτεθειμένη ενώπιον του παρελθόντος. Γρήγορα κατάλαβα πως η φίλη με την οποία ταξίδευα δεν είχε μάθει ή ίσως και να είχε ξεχάσει εκείνη την υπόθεση που το άκουσμά της με είχε συγκλονίσει, όταν ήμουν δεκατριών χρονών. Όμως εγώ δεν είχα καταφέρει να ξεχάσω πως το 2006 μαθητές του τοπικού λυκείου είχαν βιάσει στις τουαλέτες του σχολείου μια συμμαθήτριά τους, ενώ άλλες μαθήτριες κατέγραφαν τον βιασμό στα κινητά τους τηλέφωνα. Δεν είχα καταφέρει να ξεχάσω πως εκείνη η μαθήτρια μεγάλωνε μόνη με τη μετανάστρια μητέρα της. Δεν είχα λησμονήσει τον διασυρμό που είχαν υποστεί οι δυο γυναίκες από μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας, η οποία είχε σπεύσει να υπερασπιστεί εκείνους τους οποίους θεωρούσε τα δικά της παιδιά, τα καλά παιδιά που θα αθωώνονταν μετά από χρόνια στο δικαστήριο και θα συνέχιζαν τις ζωές τους, ασκώντας κάπου αλλού ανεμπόδιστα την ανδρική τους κυριαρχία. Θυμόμουν πως μητέρα και κόρη είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν αυτή την πόλη πλάι στη θάλασσα, στην οποία εγώ διηγούμουν στη φίλη μου μια ξεχασμένη ιστορία, νιώθοντας ταυτόχρονα αμηχανία, σαν να έγραφα το σενάριο σε ένα επεισόδιο μιας μέτριας true crime σειράς.

Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί τι ήταν αυτό που είχε εντυπώσει με τόσο έντονο τρόπο στη μνήμη μου τον βιασμό στην Αμάρυνθο, τι με έκανε να εύχομαι να αποφύγω αυτή την πόλη, επιλέγοντας έναν παράδρομο, τόσα χρόνια αργότερα. Μόνο θολά μπορώ σήμερα να διακρίνω εκείνο το δεκατριάχρονο παιδί που, παρά τη σκανδαλοθηρική κάλυψη των μίντια, μάθαινε τότε κάτι φριχτό και θεμελιώδες. Αναδρομικά καταλαβαίνω πως βρισκόμουν μπροστά σε μια αμετάκλητη συνειδητοποίηση που θα μετέβαλε την αντίληψή μου για τον κόσμο. Ήταν μια από τις στιγμές που χαϊδευτικά αποκαλώ Σιντάρτα (ακόμα ένα κατάλοιπο της εφηβικής μου ηλικίας), γιατί ανήκουν στο βλέμμα του πρίγκηπα που αφήνει για πρώτη φορά πίσω του τα τείχη του παλατιού, μιας και τότε στον δικό μου προνομιούχο κόσμο, σε ένα άλλο νησί εκατοντάδες ναυτικά μίλια μακριά, εισέβαλε ό,τι με τα χρόνια θα γινόταν η επίγνωση της έμφυλης βίας, η υποψία πως μερικά σώματα ήταν πιο ευάλωτα από άλλα και πως η καταπίεση είχε πολλές διασταυρούμενες όψεις. Φυσικά, όλα αυτά δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια στο λεξιλόγιο που θα χρησιμοποιούσα τότε για να ερμηνεύσω μια εμπειρία, όπως δεν θα υπήρχαν και για πολλά χρόνια ακόμη. Δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο κανενός ατόμου που γνώριζα κι αν όντως είχε συντελεστεί μια επίγνωση κάποιου πράγματος, αυτή αφορούσε κυρίως την ύπαρξη μιας πικρής αίσθησης στο στόμα και ένα συναίσθημα που δεν ξέρω αν ήταν αηδία ή φόβος, αλλά πάντως σίγουρα δεν ήταν οργή. Η φεμινιστική οργή έρχεται πάντοτε αργότερα.

Εκείνο που κυρίως με είχε ταράξει, σύμφωνα με το σκόρπιο ημερολόγιο που κρατούσα, ήταν πως οι θύτες δεν ήταν άγνωστοι με ασαφή πρόσωπα, ενδεχόμενοι απαγωγείς που θα σε καλούσαν στο αυτοκίνητό τους ένα απόγευμα μετά το παιχνίδι, όπως υπαγορεύει το βολικό κοινωνικό φαντασιακό που αντικρούει την πραγματικότητα της έμφυλης βίας. Από τότε και στο εξής, θα γνώριζα πως πρόσωπα οικεία ή φιλικά μπορούσαν να γίνουν αυτουργοί μιας θηριωδίας, πως η σχολική τάξη ήταν δυνητικά ο τόπος μιας βάναυσης παραβίασης και τα κινητά, τα οποία είχαν μόλις αρχίσει να αναδεύουν τις εφηβικές μας ζωές, θα αποτελούσαν, γιατί όχι, και εργαλεία ανδρικής επίδειξης και εκφοβισμού. Ήμουν ίσως σε θέση να μιλήσω αφηρημένα για αδικία, χωρίς να ξέρω ωστόσο με σαφήνεια πως στον κόσμο στον οποίο ζούμε συχνά δεν είναι καθόλου οι θύτες, μα το θύμα εκείνο που θα λοιδορηθεί, το πρόσωπο που θα γίνει αντικείμενο διαχείρισης και θα κληθεί να λογοδοτήσει, ειδικότερα αν τυχαίνει να έχει μεταναστευτική και εργατική καταγωγή. Εν ολίγοις, η υπόθεση στην Αμάρυνθο ήταν για εμένα μια πρώτη στιγμή πολιτικοποίησης, σαν να με προετοίμαζε για όλους αυτούς που θα αστυνόμευαν τη σεξουαλική μας ζωή, που θα εργαλειοποιούσαν τις επιζώσες για να εξυπηρετήσουν ατζέντες, οι οποίες καμία σχέση δεν είχαν στην πραγματικότητα με την υποστήριξή τους. Άλλωστε κάτι τέτοιο είχε συμβεί και το 2006, όταν το περιστατικό χρησιμοποιήθηκε για να προτάξει τον ηθικό πανικό απέναντι στο δυναμικό κίνημα των μαθητικών και φοιτητικών καταλήψεων που εναντιωνόταν στις μεταρρυθμίσεις της τότε υπουργού Παιδείας.

Γνωρίζω πως αποδίδω εκ των υστέρων στα γεγονότα μια συνοχή και μια ιεράρχηση που δεν έχουν. Οι άτακτες, ρευστές ζωές μας δεν εξελίσσονται ανάμεσα σε ορόσημα και στα απόνερά τους. Όμως, οι αφηγήσεις των ζωών μας ακολουθούν τους μερικούς, αυθαίρετους όσο και ερμηνευτικούς κανόνες της εκάστοτε προσωπική μυθοπλασίας. Σκέφτομαι την έκκεντρη οπτική γωνία που φέρω εγώ σε αυτή την ιστορία, η οποία είναι και δεν είναι δικιά μου, καθώς αυτό που προσπαθώ εδώ να αφηγηθώ είναι το πώς αντήχησε μέσα μου μια είδηση. Σε ένα μικρό χρονικό μιας φεμινιστικής αφύπνισης, δεν είναι μονάχα οι δικές μας προσωπικές εμπειρίες, οι πολιτικές διαδικασίες ή τα αναγνώσματα που μας μεταβάλλουν, αλλά και οι ιστορίες των άλλων, ειδικότερα όσες καθιστούν ορατή και αναπόδραστη μια αφανή πραγματικότητα, όλες οι αφηγήσεις που αποφυσικοποιούν ή απλώς μας ξεβολεύουν και δεν μας επιτρέπουν στο εξής να γείρουμε πίσω στην προηγούμενη αναπαυτική μας θέση. Στο απομνημόνευμά της, Θλιβερός τίγρης, στο οποίο η Γαλλίδα Νεζ Σινό αυθιστορείται μέσα από την αναμέτρηση με τους επανειλημμένους βιασμούς που είχε υποστεί από τον πατριό της ως παιδί, η συγγραφέας επισημαίνει πως «υπάρχει μια μορφή επαναθυματοποίησης στην επιμονή να θεωρούμε τις αφηγήσεις σεξουαλικών κακοποιήσεων ως υποθέσεις που δεν αφορούν παρά μονάχα τους ενδιαφερόμενους». Γράφει πως «αυτά τα άπλυτα, αυτή η ατίμωση δεν είναι δική μου, είναι δική μας, ανήκει σε όλους μας» (σ. 205) και έχει απόλυτο και δυσβάστακτο δίκιο. Η παλιά εκείνη ιστορία, όπως και η ιστορία της Σινό και τόσων άλλων, μου ανήκει με έναν διαφορετικό, παράδοξο τρόπο. Και είναι βέβαιο πως αυτή η γνώση εξακολουθεί να με ξεβολεύει.

Στις αρχές του 2000 δεν ήμουν μονάχα εγώ ζωτικά διαφορετική. Από πολλές απόψεις, επρόκειτο για έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο πριν από τις δολοφονίες του/της Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και της Ελένης Τοπαλούδη, τη συζήτηση για τις γυναικοκτονίες, το κύμα ορατότητας που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του metoo. Ήταν ένας κόσμος όπου δεν θεωρούνταν απαραίτητο να υπάρχει έλλειψη συναίνεσης για να στοιχειοθετηθεί βιασμός, όπου σχεδόν κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί έναν βιασμό εντός γάμου ή κατά τη διάρκεια της σεξεργασίας. Σ’ αυτό το τόσο κοντινό παρελθόν, όπως βέβαια συμβαίνει ακόμα στο δικό μας παρόν, οι άνδρες σπάνια βιάζονταν, οι γυναικοκτονίες ήταν συνήθως εγκλήματα πάθους και οικογενειακές τραγωδίες, μια αιώνια επαναλαμβανόμενη κακιά στιγμή, και οι ζωές των τρανς ατόμων δεν μετρούσαν ούτε στο ελάχιστο, εγκλωβισμένες σε περιθωριοποιημένες ταυτότητες και άτεγκτες νορμοθετήσεις περί φύλου.

Το να υποστηρίζω πως ο κόσμος όπως τον γνώρισα έχει μεταβληθεί δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι έχουν εξαλειφθεί από τη δημόσια σφαίρα οι πατριαρχικές δομές και νοοτροπίες που τις υποβαστάζουν. Με την πρώτη ευκαιρία, τις βλέπουμε να ξεπηδούν και να αντεπιτίθενται. Όμως, το ουσιώδες είναι ακριβώς αυτό, το ότι σε έναν βαθμό έχουν περάσει σε μια θέση αντεπίθεσης, μιας και η αντίσταση απέναντί τους τις έχει στριμώξει, έχοντας παράλληλα διευρύνει τον ορίζοντα εντός του οποίου βιώνουμε και εννοιολογούμε τις εμπειρίες μας. Μέσα από τις διεκδικήσεις των τρανσφεμινιστικών και διαθεματικών αγώνων για μια διαφορετική ζωή, η καταπίεση καταγγέλλεται με δριμύτητα και γίνεται ορατή, ενώ παράλληλα γίνεται διαρκής κριτική επανεξέταση των όρων αυτής της ορατότητας. Ψηλαφητά, αλλά με τόλμη, οικοδομείται μια διαφορετική ριζοσπαστική σχέση ανάμεσα στα σώματα και τις ηδονές τους, που δεν διστάζει να ονοματίσει και να υπονομεύσει τις πατριαρχικές νόρμες. Για να καταλάβουμε αυτή τη μετατόπιση, ένα καλό παράδειγμα είναι οι τρόποι με τους οποίους η συζήτηση έχει περάσει πια πέρα από τη συναίνεση, πώς έχει αναγνωρίσει την ανεπάρκεια ενός όρου βασισμένου σε ένα συναλλακτικό, ατομικιστικό μοντέλο που αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες σχέσεις σαν ελεύθερα συμβόλαια. Έχουμε διακρίνει τις δομικές ανισότητες τις οποίες συσκοτίζει, καθώς και τις γκρίζες, συχνά αδιαφανείς, περιοχές που σχηματίζονται μεταξύ βούλησης, επιθυμίας και απόλαυσης.

Στο βιβλίο της Βιασμός και αντίσταση, η φεμινίστρια φιλόσοφος Λίντα Μαρτίν Άλκοφ επιχερεί να κατανοήσει τον βιασμό και τα σεξουαλικά εγκλήματα πρωτίστως ως μια μορφή παραβίασης. Τέτοια περιστατικά, διατείνεται η Άλκοφ, η οποία είναι και η ίδια επιζώσα, στερούν από ένα άτομο την ήδη περιορισμένη ευκαιρία που έχει να διαμορφώσει τον σεξουαλικό του εαυτό. Βραχυκυκλώνουν την εμπρόθετη δυνατότητά του για αυτοδημιουργία και ανάπτυξη, αφήνοντάς το εγκλωβισμένο και υποταγμένο στις σεξουαλικές δομές της πατριαρχίας. Όπως συχνά τονίζουν απομνημονεύματα επιζωσών, ο βιασμός δεν αφορά κυρίως τη βία, αλλά την εξουσία. Είναι μια πράξη κυριαρχίας πάνω στο σώμα και στη ζωή κάποιου άλλου, μια ολική χειρονομία καθυπόταξης.

Καθώς γράφω αυτό το κείμενο, συζητώ με μια φίλη που έχει μεγαλώσει κοντά στη Χαλκίδα για όσα θυμάται από εκείνη την περίοδο. «Η Εύβοια δεν έχει ξεχάσει» λέει και προσθέτει πως στο δικό της μυαλό η Αμάρυνθος έχει αποτυπωθεί κυρίως ως μια υπόθεση διαπόμπευσης και ηθικού στιγματισμού. Θυμάται πως στον απόηχό της είχε ακολουθήσει και στο δικό της χωριό ένα ντόμινο ψιθυριστών και αποσιωπημένων αποκαλύψεων, με συμμαθήτριες που άλλαξαν σχολείο σε μια νύχτα, με κοινά μυστικά και υποκριτικές σχολικές απαγορεύσεις. Μοιράζομαι μαζί της τη δική μου δυσφορία, όταν έμαθα πως ο γυμναστής των γυμνασιακών μου χρόνων κατηγορήθηκε πρόσφατα για κακοποίηση ανηλίκων. Για ακόμα μια φορά, αγανακτώ με την επιβεβλημένη σιωπή και τη διάχυτη κουλτούρα που δομείται πάνω στην έμφυλη βία και ντροπή, και ξέρω πως δίπλα μου η φίλη μου αγανακτεί και αυτή.

Η πολιτικοποίηση δεν επιφέρει μονάχα μια σειρά από επώδυνες συνειδητοποιήσεις. Μου μαθαίνει εξίσου τη σημασία της συλλογικότητας. Μου δείχνει τρόπους για να εντοπίζω από κοινού με άλλες τις ρωγμές και τις δυνατότητες αντίστασης στα πλέγματα της εξουσίας. Στο I May Destroy You, μία από τις πιο αγαπημένες μου σειρές των τελευταίων χρόνων, η Michaela Coel, επίσης επιζώσα, αποτυπώνει τις προσπάθειες της μιλένιαλ ηρωίδας της να πλοηγηθεί σε έναν κόσμο μετά τον βιασμό, χωρίς η αναπαράστασή της να εκδραματίζεται, αλλά και χωρίς να στερεί από το τραύμα τη σοβαρότητά του. Αυτό που πάνω από όλα με συγκινεί στην τηλεοπτική της αφήγηση είναι η συντροφικότητα, η από κοινού διαβίωση, καθώς οι φίλοι της Μπέλα τη συντροφεύουν στην εξερεύνηση του τραύματος, κατανοώντας ταυτόχρονα μέσα από την ιστορία της φίλης τους τις δικές τους καθημερινές εμπειρίες κακοποίησης.

Ένα μάλλον σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα μυθιστόρημα φεμινιστικής ενηλικίωσης πραγματευόταν ήδη το 2019 το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς κύριος κόμβος στην αφήγησή του ήταν ο βιασμός της κεντρικής ηρωίδας από έναν μεγαλύτερό της άνδρα. Συζητώντας πριν από λίγο καιρό με τη συγγραφέα για το βιαστικά αισιόδοξο happy end του βιβλίου, συνειδητοποίησα πως είχε θελήσει να αποδώσει στη χαρακτήρα της μια εναλλακτική έκβαση στην οποία η ίδια δεν είχε πρόσβαση, να δημιουργήσει μια γρήγορη διέξοδο από το έμφυλο τραύμα μέσω της μυθοπλασίας. Και τώρα σκέφτομαι πως, ναι, πράγματι, η μυθιστορηματική ηρωίδα τις δικαιούται αυτές τις λίγες σελίδες ευτυχίας χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Γνωρίζω πλέον καλά πως τα κριτήρια με τα οποία κρίνουμε την αρτιότητα μιας αφήγησης δεν είναι ποτέ καθολικά. Κάποιες ιστορίες απαιτούν τα δικά τους ξεχωριστά κριτήρια και είναι εξίσου υποχρέωσή μας να τα διατυπώνουμε και να τα θέτουμε σε λειτουργία. Μέσα από τη μνήμη και την αφήγηση, φτιάχνουμε κοινότητες με τα σκληρά υλικά του ιστορικού χρόνου, μαθαίνοντας ολοένα και κάτι παραπάνω για το πώς να λέμε τις ιστορίες των ιστοριών μας και να επινοούμε τα δικά μας μικρά χρονικά μιας φεμινιστικής αφύπνισης.

⸙⸙⸙

Αναφορές (με σειρά εμφάνισης στο κείμενο):

Νεζ Σινό, Θλιβερός τίγρης, μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, Εστία, Αθήνα 2025.

Λίντα Μαρτίν Άλκοφ, Βιασμός και αντίσταση. Kατανοώντας την πολυπλοκότητα της σεξουαλικής παραβίασης, μτφρ. Βαγγέλης Πούλιος, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2025.

Michaela Coel, I May Destroy You, BBC1, 2020.

Κατερίνα Λάκκα, Μια κάποια Γαλάτεια, Εστία, Αθήνα, 2019.

Κύλιση στην κορυφή