Ζωγραφική: Εδουάρδος Σακαγιάν

Μπεν Λέρνερ

Το μίσος για την ποίηση

Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής

Η πικρία της ποιητικής λογικής γίνεται ιδιαιτέρως στυφή επειδή σε νεαρή ηλικία διδαχθήκαμε ότι όλοι είμαστε ποιητές από το γεγονός και μόνον ότι είμαστε άνθρωποι. Η ικανότητά μας λοιπόν να γράφουμε ποιήματα είναι κατά μία έννοια το μέτρο της ανθρωπινότητάς μας. Τουλάχιστον αυτό ήταν που μας έμαθαν στην Τοπέκα: όλοι κρύβουμε αισθήματα μέσα μας (πού ακριβώς εγκατεστημένα;)· η ποίηση είναι η καθαρότερη έκφραση (όπως ο χυμός εκφράζει ένα πορτοκάλι;) αυτού του εσωτερικού χώρου. Εφόσον η γλώσσα είναι το υλικό του κοινωνικού και η ποίηση η έκφραση, στη γλώσσα, της αμετάκλητης ατομικότητάς μας, η προσωπικότητά μας είναι συνδεδεμένη άρρηκτα με την ποιητικότητα. «Είσαι ποιητής κι όμως δεν το γνωρίζεις», ο κ. Χ συνήθιζε να μας λέει στη δευτέρα τάξη· θα εκστόμιζε αυτήν την ενοχλητική μικρή επωδό όποτε λέγαμε κάτι που τύχαινε να ομοιοκαταληκτεί. Νομίζω πως το αστείο κλισέ προδίδει μια αληθινή πεποίθηση σχετικά με την παγκοσμιότητα της ποίησης: κάποια παιδιά μελετούν πιάνο, κάποια μαθαίνουν κλακέτες, αλλά δεν λέμε ότι κάθε παιδί είναι πιανίστας ή χορευτής. Ωστόσο είσαι ποιητής είτε το ξέρεις είτε όχι επειδή το να αποτελείς μέλος μιας γλωσσολογικής κοινότητας –μόνο και μόνο επειδή σου απευθύνονται με το «εσύ»– σημαίνει πως είσαι προικισμένος με την ικανότητα της ποίησης.

Αν είσαι ένας ενήλικος αρκετά ανόητος ώστε να δηλώσεις σ’ έναν άλλο ενήλικο πως είσαι (ακόμη!) ποιητής, τότε συνήθως οι άλλοι σου περιγράφουν τη δική τους απομάκρυνση από την ποίηση: έγραφα στο λύκειο· πειραματίστηκα στο πανεπιστήμιο. Σχεδόν ποτέ δεν γράφουν τώρα. Θα σου πουν πως έχουν μια ανιψιά ή έναν ανιψιό που γράφει ποιήματα. Αυτές οι συνηθισμένες συναντήσεις –η πιο πρόσφατη ήταν στον οδοντίατρο, με το στόμα ορθάνοιχτο καθώς ο Δρ. Χ σχεδόν με είχε φιμώσει μ’ έναν καθρέφτη, σαν ν’ αναζητούσε τα πιο μύχια αισθήματά μου– έχουν έναν τόνο που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Υπάρχει ντροπή για τον ποιητή –δεν μπορούσες να βρεις μια αληθινή δουλειά και να παρατήσεις αυτές τις παιδιάστικες συμπεριφορές;– αλλά υπάρχει ντροπή κι απ’ τη μεριά του μη-ποιητή γιατί, το ν’ αναγνωρίσει την απόλυτη αποξένωσή του από την ποίηση, προσκρούει στην πρώιμη συσχέτιση ποιήματος και εαυτού. Το φάντασμα αυτής της ρομαντικής συσχέτισης κάνει την αποξένωση από την ποίηση μια αποξένωση από την ανόθευτη δυνατότητα να παραμένεις άνθρωπος μέσα στις διακυμάνσεις του να είσαι ένα πραγματικό πρόσωπο σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, να έχεις τα χέρια σου μέσα στο στόμα μου. Είχα την αίσθηση ότι ο Δρ. Χ, καθώς χτυπούσε με τον μικρό του καθρέφτη τους τραπεζίτες μου, έβρισκε αξιοπεριφρόνητη την ιδέα ότι μπορεί να προκύψει γνήσια ποίηση από ένα τέτοιο άνοιγμα. Και ο Δρ. Χ είχε δίκιο: δεν υπάρχει γνήσια ποίηση· υπάρχει μόνο, εντέλει και στην καλύτερη περίπτωση, ένα μέρος γι’ αυτήν.

Η αμήχανη ή ακόμα και τεταμένη συζήτηση μεταξύ ενός ποιητή κι ενός μη-ποιητή –συμβαίνει συχνά στο αεροπλάνο ή στο ιατρείο ή σε οποιοδήποτε σύγχρονο ου-τόπο– είναι μια μικρή διαπροσωπική παραβίαση που αποκαλύπτει πώς η περίπλοκη «ποίηση» προέρχεται απ’ αυτό που φανταζόμαστε για την κοινωνική ζωή. Ό,τι κι αν σκεφτόμαστε για τα τρέχοντα ποιήματα, η «ποίηση» είναι μια λέξη για το σημείο συνάντησης μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, εσωτερικού και εξωτερικού: η ικανότητά μου να εκφράζομαι ποιητικά και να κατανοώ τέτοιες εκφράσεις αποτελεί έναν θεμελιώδη όρο για κοινωνική αναγνώριση. Αν δεν έχω κανένα ενδιαφέρον για την ποίηση ή αν νιώθω αποστροφή για τα τρέχοντα ποιήματα, είτε αποτυγχάνω στο κοινωνικό είτε το κοινωνικό αποτυγχάνει μ’ εμένα. Δεν εννοώ ότι ο Δρ. Χ ή ο οποιοσδήποτε άλλος σκέφτεται με αυτούς τους όρους, ή ότι αυτές οι υποθέσεις σχετικά με την ποίηση απασχολούν τους πάντες, πόσο μάλλον στον ίδιο βαθμό, ή ότι συνιστούν τον μόνο ή τον καλύτερο τρόπο να σκέφτεται κανείς την ποίηση, είμαι όμως πεπεισμένος ότι η ντροπή ή η υποψία ή ο θυμός που είναι συχνά εμφανή σε τέτοιες συναντήσεις προέρχονται απ’ αυτήν ακριβώς την αίσθηση του φοβερού κοινωνικού διακυβεύματος που συνιστά η ποίηση (συνδυασμένου με μια αίσθηση φοβερής κοινωνικής περιθωριοποίησης). Και είναι αυτά τα διακυβεύματα που καθιστούν τα πραγματικά ποιήματα μια προσβολή: εάν ο διπλανός μου κατά τη διάρκεια της αναμονής για προσγείωση πάνω απ’ το Ντένβερ με καλέσει να τραγουδήσω, μου ζητήσει ένα ποίημα που θα ενώσει την οικονομική με την πρώτη θέση σε μια ομάδα, δεν μπορώ να το κάνω. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι δεν ξέρω να τραγουδώ ή επειδή οι επιβάτες δεν ξέρουν να ακούνε, ίσως όμως οφείλεται επιπλέον στο ότι η «ποίηση» δηλώνει μια αδύνατη απαίτηση. Αυτός είναι ένας θεμελιώδης λόγος γιατί η ποίηση τόσο συχνά αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση αντί με απλή αδιαφορία και γιατί συχνά αποδοκιμάζεται αντί απλώς ν’ απορρίπτεται: οι περισσότεροι από εμάς συσχετίζουμε έστω χαλαρά την ποίηση με την ανθρώπινη δυνατότητα που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από τα ποιήματα. Ο ποιητής, και μόνο εξαιτίας του ισχυρισμού του ότι είναι δημιουργός ποιημάτων, είναι επομένως εξίσου ντροπή και κατηγορία.

Κι αν είσαι αρκετά ανόητος ώστε να συστηθείς ως ποιητής, οι συνομιλητές συχνά θα ρωτήσουν: Ένας εκδομένος ποιητής; Και μόλις τους πεις ότι, πράγματι, έχεις εκδοθεί, δείχνουν το λιγότερο αμυδρά εντυπωσιασμένοι. Πώς συμβαίνει αυτό; Δεν είναι όπως οι ίδιοι ή οποιοσδήποτε ξέρουν που διαβάζει ποιητικά περιοδικά. Κι όμως υπάρχει κάτι βαθιά σωστό, νομίζω, σ’ αυτήν την αντανακλαστική επίκληση στη δημοσιότητα. Είναι σα να λένε: καθένας μπορεί να γράψει ένα ποίημα, όμως η ποίησή σου, το απόσταγμα της ψυχής σου, έχει αποδειχτεί γνήσια και κατανοητή απ’ τους άλλους; Μπορεί να κυκλοφορεί μεταξύ των ανθρώπων, να σχηματίζει από το αναγνωστικό της κοινό, όσο μικρό κι αν είναι, ένα Πρόσωπο; […]

(Στο γύρισμα της χιλιετίας, όταν ήμουν εκδότης ενός μικρού ποιητικού και καλλιτεχνικού περιοδικού, λάμβανα μια σταθερή ροή συνεργασιών –η διεύθυνσή μας υπήρχε στο διαδίκτυο– από ανθρώπους που ξεκάθαρα δεν είχαν ποτέ διαβάσει την έκδοσή μας, αλλά που οι συνοδευτικές τους επιστολές εξέφραζαν μια αξιοσημείωτη λαχτάρα να τυπώσουν τα ποιήματά τους οπουδήποτε. Κάποια απ’ αυτά τα γράμματα – δεκάδες απ’ αυτά – εξηγούσαν ότι o υπογράφων ποιητής/ποιήτρια βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση και ήθελε, χρειαζόταν, να δει τα ποιήματά του/της τυπωμένα προτού πεθάνει. Έχω εδώ τρία γράμματα που περιλαμβάνουν τη φράση «Δεν ξέρω πόσος καιρός μου απομένει». Έλαβα επίσης πλήθος γραμμάτων από φυλακισμένους που ένιωθαν πως η έκδοση ποιημάτων ήταν η καλύτερη δυνατή μέθοδος για να επιβεβαιώσουν ότι ήταν ανθρώπινες υπάρξεις, όχι απλώς εγκληματίες. Δεν υποτιμώ αυτούς τους ποιητές∙ τους παρουσιάζω ως παραδείγματα της δύναμης που παρουσιάζει η υπόρρητη σύνδεση μεταξύ ποίησης και κοινωνικής αναγνώρισης της ανθρωπιάς του ποιητή. Είναι μια συσχέτιση τόσο δυνατή που οι εν λόγω συγγραφείς δεν παρατηρούν την αντίφαση στο γεγονός ότι επιδιώκουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την προσωπικότητά τους σ’ ένα περιοδικό που κανείς απ’ όσους ξέρουν δεν θα διαβάσει. Είναι σαν το ίδιο το ποίημα και η δημοσίευση να μην έχουν σημασία∙ αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο ποιητής θα γνωρίζει και μπορεί να αναφέρει στους άλλους ότι είναι ένας εκδομένος ποιητής, μια διάκριση που κανείς –ούτε ο Θάνατος ούτε ο κοινωνικός θάνατος του αποκλεισμού από τον Νόμο– μπορεί να του/της πάρει. Η ποίηση σε κάνει διάσημο χωρίς ακροατήριο, μια ασαφή ή μια είδους πρωτο-φήμη: είναι λιγότερο σημαντικό το ότι είμαι γνωστός στην ευρύτερη κοινότητα απ’ το ότι γνωρίζω πως θα μπορούσα να είμαι γνωστός, λιγότερο ότι ξέρεις το όνομά μου απ’ το ότι είμαι ονομαστός: Είμαι ποιητής / και το ξέρεις).

[Απόσπασμα από το βιβλίο The hatred of poetry, Fitzcarraldo Editions, 32017, σ. 15-23. Πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ήδη αργήσει να μεταφραστεί στα ελληνικά.]

Κύλιση στην κορυφή