Λέανδρος Πολενάκης

Το να ξέρεις να διαβάζεις, προϋποθέτει να ξέρεις να γράφεις.
Ή η άλλη πλευρά μου, του θεατρικού συγγραφέα

Η αγάπη μου για το θέατρο ξεκίνησε όταν, παιδί, άκουγα συστηματικά το «Θέατρο της Δευτέρας». Με είχε καταγοητεύσει η Τρισεύγενη του Παλαμά και επιχείρησα να γράψω θέατρο πολύ πρώιμα, στην ηλικία των 15-16 ετών, αλλά ευτυχώς διαπίστωσα εγκαίρως ότι το είδος αυτό της τέχνης απαιτεί μια ωριμότητα πνευματική και μια πείρα ζωής την οποία δεν διέθετα. Έτσι ανέβαλα προσωρινά, χωρίς να εγκαταλείπω την ιδέα. Έβλεπα πολλές παραστάσεις. Στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης κατέβηκα για πρώτη φορά το 1960 και παρακολούθησα το Ορφέας και Ευρυδίκη του Ανούιγ με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, τον Κώστα Φέρτη και τον ίδιο τον Κάρολο Κουν, μια παράσταση που με «μάγεψε». Ξαναδοκίμασα να γράψω στη δεκαετία του ’90. Ήμουν επηρεασμένος από τον Τσέχωφ, τον Ίψεν, τον Τέννεση Ουίλλιαμς, τον Λόρκα και από τον λίγο γνωστό στην Ελλάδα Ισπανό Βάγιε Ινκλάν, που έζησε και έγραψε κυρίως στις αρχές του 20ού αιώνα. Από τους Έλληνες παρακολουθούσα φανατικά τη Λούλα Αναγνωστάκη. Το πράγμα δεν κυλούσε και μετά από τις πρώτες δέκα-δώδεκα σελίδες, η έμπνευσή μου στόμωνε. Μέχρι που κατάλαβα ότι έπρεπε να αφήνω τους ήρωές μου να λένε τα δικά τους λόγια. Να μην προσπαθώ να μιλήσω εγώ στη θέση τους και να μην επιχειρώ να κάνω λογοτεχνία μέσω του θεάτρου. Έμαθα τους μηχανισμούς διαβάζοντας τον Ίψεν, που τους είχε μάθει διαβάζοντας… βουλεβάρτο. Όχι, δεν αστειεύομαι, έτσι είναι το θέατρο. Ένα παράδειγμα από την εμπειρία μου θα αναφέρω, από το έργο μου «Αλεξάνδρα με λένε»: η κεντρική ηρωίδα σε κάποια φάση άρχισε εντελώς ξαφνικά, χωρίς προφανή δραματουργικό λόγο, να μιλάει γύφτικα! Προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί και τότε είδα ολόκληρη την εικόνα: είχε βγάλει από ένα συρτάρι μια τράπουλα και έριχνε τα χαρτιά στον άντρα της, προειδοποιώντας τον για ένα επικείμενο κακό!

Παράλληλα επιδόθηκα στην ανάγνωση θεατρικών έργων των μεγάλων δασκάλων, κυρίως, που μου «άνοιξαν τα μάτια»: αρχαιοελληνικό δράμα –Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, από τους νεότερους, Σαίξπηρ και τους Ισπανούς κλασικούς του Χρυσού Αιώνα, από τους σύγχρονους, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ. Ξανάπιασα μια σειρά από θεατρικά κείμενα που έγραφα και είχαν στομώσει και άρχισα να τα δουλεύω απ’ την αρχή, κάτω από καινούργιες προϋποθέσεις. Τα έγραφα και τα ξαναέγραφα με ευεργετικές διακοπές, κάποτε μερικών ετών, ανάμεσα στις πεζογραφικές και κριτικές μου αναζητήσεις, και έτσι προέκυψε στο τέλος, με τη συνεχή τριβή («συνουσία» την ονομάζει ο Πλάτων), ένα «σώμα» από δώδεκα περίπου θεατρικά έργα, πρωτότυπα ή διασκευές, που τα είχε «λιμάρει» ο χρόνος. Λόγω της ιδιότητάς μου ως κριτικού δεν πολυκυκλοφορούσα τα έργα μου και τα κρατούσα κλεισμένα στο συρτάρι. Σήμερα, μετά από μισόν αιώνα, αποφάσισα ότι αυτό δεν έχει νόημα πια και άρχισα να τα δημοσιοποιώ.

Τα πέντε θεατρικά έργα μου που περιλαμβάνονται στο βιβλίο μου Κόκκινο Φεγγάρι και άλλα θεατρικά έργα των εκδόσεων «Νίκας», Αθήνα 2022, με εισαγωγή του Κωνσταντίνου Μπούρα, είναι προϊόντα αυτής της ζύμωσής τους με την κριτική δουλειά μου. Το ένα δεν θα υπήρχε χωρίς το άλλο. Έχω, ακόμη, δουλέψει επάνω σε θεατρικά κείμενα του ελληνικού 19ου αιώνα (υπάρχουν άγνωστα αληθινά διαμάντια), όπως Ο Έλεγχος της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής, μια κωμωδία επάνω στις πολιτικές συνέπειες του ατυχούς πολέμου του 1897, του αγνώστου κατά τα άλλα και παραγκωνισμένου Γ.Η. Ησαΐα, συγγραφέα τριών τουλάχιστον «εκρηκτικών» σατιρικών θεατρικών έργων. Το έργο ανέβηκε σε επεξεργασία δική μου στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου, σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη και Δημήτρη Δεγαΐτη, την περίοδο 2010-2011, με νέους κυρίως ηθοποιούς, απόφοιτους της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, με μεγάλη επιτυχία. Μέχρι το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ασχολήθηκε μαζί μας. Έχω ασχοληθεί με τη διασκευή, έχω δραματοποιήσει τους Εμπόρους των Εθνών του Παπαδιαμάντη (άπαιχτο) και μια σύνθεση κειμένων του Θερβάντες με τίτλο Δον Θερβάντες (παίχτηκε στο «Θέατρο της Ημέρας» την περίοδο 2002, σε σκηνοθεσία του Θεόφιλου Ζαμάνη, με μια λαμπρή ερασιτεχνική ομάδα). Επίσης μια σύνθεση από ελληνικά διηγήματα του 19ου αιώνα με τίτλο Οι λησταί των Αθηνών (άπαιχτο) και αρκετά άλλα. Έχω, ακόμη, γράψει θέατρο για τον Καραγκιόζη, μια κωμωδία βυζαντινής εποχής με τίτλο Ο Καραγκιόζης εφευρέτης πυραύλων και ο αυτοκράτωρ Ρωμανός Διογένης. Έχω μεταφράσει από το πρωτότυπο την Ορέστεια του Αισχύλου και την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Ακόμη, μετέφρασα το μοναδικό θεατρικό έργο του Κάφκα, άγνωστο στην Ελλάδα και διεθνώς αναξιοποίητο, με τον τίτλο Ο Φύλακας του Τάφου, με μια μακρά εισαγωγή μου, που τυπώθηκε πολύ πρόσφατα (2023) και ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ενύπνιον».

Ξαναγυρίζω στα πέντε πρωτότυπα έργα μου Κόκκινο Φεγγάρι και άλλα θεατρικά έργα, που περιλαμβάνει το βιβλίο των εκδόσεων «Νίκας».

Στο Αλεξάνδρα με λένε πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι Ελληνοαμερικανών, εκείνη θρησκόληπτη και αλκοολική, αυτός άντρας-αφέντης τύραννος, που πρόσφατα έχουν γυρίσει στην Ελλάδα από τις Η.Π.Α. κομίζοντας ένα βαρύ παραβατικό παρελθόν και ένα αμφιλεγόμενο κομπόδεμα, εξαιτίας του οποίου διαπληκτίζονται συνέχεια. Μια νέα κοπέλα, μια γειτόνισσα, έχει εισβάλει αιφνιδιαστικά στο σπίτι τους και με τις διηγήσεις της για την περιπετειώδη, πλάνητα ζωή της στα χρόνια του εμφυλίου, που μοιάζουν ψεύτικες αλλά είναι αληθινές, γίνεται ο καταλύτης στη σχέση τους. Η δράση τοποθετείται στα Ιουλιανά του 1965 και, από ένα ραδιόφωνο ξεχασμένο ανοιχτό, ακούγονται οι απόηχοι από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στους δρόμους της Αθήνας με νεκρούς και τραυματίες. Υπάρχει ένας διάχυτος φόβος στο ζευγάρι ότι σύντομα θα «πληρώσουν» για τις ανομίες τους στην Αμερική, για τα χρήματα που έκλεψαν από τον αμερικανό γκάγκστερ, τον επιλεγόμενο «σημαδεμένο», αλλά η Νέμεσις έρχεται τελικά από αλλού, όχι από εκεί που την περίμεναν. Το έργο παίχτηκε το 2010 στο Θέατρο Διάχρονο της Μαίρης Βιδάλη, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Γιαννακόπουλου, με την Ελένη Ροδά στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το Κόκκινο Φεγγάρι είναι μια συνειδητή παραλλαγή των Τριών αδελφών του Τσέχωφ. Παρακολουθούμε τη ζωή των νέων ενοίκων του σπιτιού που άφησαν οι τρεις αδελφές, για να μετακομίσουν στη Μόσχα, όπου δεν ξέρουμε αν έφτασαν τελικά, επειδή στο μεταξύ ξέσπασε ένας μεγάλος πόλεμος που ανέδειξε τη Ρωσία νικήτρια, αλλά την άφησε τελείως κατεστραμμένη. Οι ηρωίδες του έργου μου, δύο αδελφές, ζουν στο σπίτι που άφησαν οι τσεχωφικές περσόνες και είναι «στοιχειωμένο» από τη σκιά τους αλλά και από τη σκιά του νεκρού τέως κοινού εραστή τους, που την διεκδικούν με πάθος και ζηλόφθονα, καθεμιά για τον εαυτό της. Μέχρις ότου εμφανίζονται στο σπίτι τους, ξαφνικά από το «πουθενά», δύο νέοι άντρες και αρχίζει η αντίστροφη διαδικασία, διεκδίκησης των ζωντανών από τις δύο αδελφές, μαζί με την προσπάθεια να φορτώσουν η μια στην άλλη το «φάντασμα» του νεκρού τέως εραστή. Όταν γίνεται γνωστή η αιτία της επίσκεψης των δύο ανδρών, έχουμε ακόμη μια ανατροπή. Το απρόοπτο τέλος δεν το αποκαλύπτω. Το έργο παίχτηκε στο Φεστιβάλ Νεοελληνικού Έργου που οργάνωσε η Λεία Βιτάλη στο Θέατρο «Αγγέλων Βήμα», το 2010, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κωτσή, με τους: Έφη Βενιανάκη, Τίτο Λίτινα, Βασίλη Μπατσακούτσα και Σοφία Ορφανού.

Η τιμή του Αλή Πασά είναι μια κωμωδία τοποθετημένη στα χρόνια του Αλή Πασά, στα Γιάννενα. Ο Αλής είναι μελαγχολικός και απογοητευμένος επειδή όλοι οι δικοί του άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένης της Κυρα-Βασιλικής, είναι έτοιμοι να τον εγκαταλείψουν. Ο γιατρός και σύμβουλός του Ιωάννης Κωλέτης, έχει την ιδέα να καλέσει έναν περιπλανώμενο θίασο σκιών για να του παίξει ένα έργο Καραγκιόζη και να τον διασκεδάσει. Οι καραγκιοζοπαίκτες έρχονται και στήνουν τον μπερντέ τους στο Σαράι, αλλά έχουν την ατυχή έμπνευση να παίξουν το έργο: «Ο Αλή Πασάς και η κυρα Φροσύνη». Από εκεί και πέρα, όταν ξεσπά η οργή του Αλή, η κατάσταση στο Σαράι και σε όλα τα Γιάννενα γίνεται ανεξέλεγκτη. Ο Αλής, ανάμεσα σε άλλα, σκοτώνει τον θετό του γιο, Θανάση Βάγια, όταν τον ανακαλύπτει κρυμμένο πίσω από μια κουρτίνα, στον οντά της Κυρά-Βασιλικής. Και το έργο εξελίσσεται σε μια ξεκαρδιστική… αμλετική τραγικωμωδία. Η τιμή του Αλή Πασά παίχτηκε στο «Διεθνές Φεστιβάλ Αναλόγιο» του 2021, σε σκηνοθεσία του Νίκου Χατζηπαπά, με τη συνεργασία του καραγκιοζοπαίκτη Σωκράτη Κοτσορέ, με τους: Λίνο Αρσένη, Αναστασία Μαλανδρενιώτη, Πασχάλη Μερμηγκάκη, Αλέξανδρο Πέρρο, Κωνσταντίνο Τσιάκο, Δημήτρη Φραγκιόγλου, και έλαβε το πρώτο βραβείο. Στο ίδιο Φεστιβάλ παίχτηκε ο μονόλογος της Βολιβιανής Laura Ivana Depic Burgos, Εγώ η Πηνελόπη, σε μετάφραση δική μου από τα Ισπανικά, σε σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη, με την Κερασία Σαμαρά.

Στο Ποιος από τους δύο πρωταγωνιστεί ένα συντηρητικό ζευγάρι γονιών σε σύγκρουση με το επαναστατημένο παιδί τους. Η δράση αρχικά μοιάζει να τοποθετείται στα χρόνια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι, η σύγκρουση συμβαίνει τώρα, το επαναστατημένο παιδί είναι σημερινό και το ζευγάρι των συντηρητικών γονιών αποδεικνύεται ότι είναι η γενιά του Πολυτεχνείου.

Το τελευταίο έργο είναι ένα μεγάλο μονόπρακτο με τον τίτλο Αθήνα-Βαρσοβία με τα πόδια, με πρωταγωνιστές δύο «τυχαίους» νεοέλληνες μέσα σε ένα βαγόνι τραίνου που κυλάει σχεδόν ακυβέρνητο προς την Καρδίτσα, μια επίσης ακυβέρνητη πόλη, και αποτελεί μια σάτιρα της παντελούς έλλειψης επικοινωνίας ανάμεσα στο υποκείμενο που μιλάει και στο υποκείμενο που ακούει, στον ελληνικό χώρο και όχι μόνο σε αυτόν. Η έλλειψη επικοινωνίας «απλώνεται» αναδρομικά και διαχρονικά, επεκτείνεται στο πρόσφατο παρελθόν και στο άμεσο μέλλον, διασταυρώνεται με κρίσιμες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας με ανατρεπτικό τρόπο και, εν τέλει, δεν αφορά μόνο τον τόπο μας αλλά όλον τον σύγχρονο «πολιτισμένο» κόσμο. Ωστόσο, επειδή μου αρέσει να μιλάω για πράγματα σοβαρά με τρόπο αστείο και αντίστροφα, αυτό το έργο μου είναι τελικά μια ανεστραμμένη κωμωδία που κοιτάζει τον εαυτό της μέσα σε παραμορφωτικό καθρέφτη και γελάει. Ίσως γι’ αυτό μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει υπερρεαλιστική. Αλλά και η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύεται υπερρεαλιστική πολλές φορές. Απλώς δεν το καταλαβαίνουμε επειδή την έχουμε συνηθίσει ως πραγματικότητα.

Έχουμε πολύ καλή επικοινωνία και συνεργασία με τον εξαιρετικό σκηνοθέτη Νίκο Χατζηπαπά, που ανεβάζει τα έργα μου με ιδιαίτερα εμπνευσμένο τρόπο. Έχει σκηνοθετήσει, εκτός από την Τιμή του Αλή Πασά που προανέφερα, και τη μετάφρασή μου των Ευμενίδων του Αισχύλου, που ανέβηκαν στο πλαίσιο του Διαβαλκανικού Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος της Περιφέρειας Αττικής (2023), με τους Βερόνικα Αργέντζη, Δημήτρη Τσολάκη, Ειρήνη Γκρέκα, Δάφνη Ατία, Βασίλη Μπατσακούτσα, Ρούλα Αντωνοπούλου και με φιλική συμμετοχή της Μαίρης Βιδάλη.

Να απαντήσω και πώς είναι να βρίσκεσαι ως συγγραφέας, στην αντίπερα όχθη του κριτικού, κάτι που πολλοί θεωρούν ασυμβίβαστο. Εγώ δεν το βλέπω έτσι. Δεν θεωρώ τον καλόπιστο κριτικό και γνώστη του «επαγγέλματος» ως αντίπαλο του συγγραφέα. Αντίθετα, τον θεωρώ βοηθό και συνεργάτη του. Επειδή το να ξέρεις να διαβάζεις, προϋποθέτει να ξέρεις να γράφεις.

Αθήνα, 8 Αυγ. 2023

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή