Όταν βλέπω στον ελληνικό τύπο ειδήσεις για τη Γαλλία, προσπαθώ να διαβάσω ανάμεσα στις γραμμές. Πόσο αμερόληπτη είναι η παρουσίαση των νέων και σε τι βαθμό έχουν «χρωματιστεί» για να ταιριάξουν με τις απόψεις της κάθε εφημερίδας για το ελληνικό πολιτικό σκηνικό;
Πρόσφατα έτυχε να διαβάσω ένα γράμμα αναγνώστη που δημοσίευσε η Καθημερινή. Έχοντας πρώτα αναφέρει ότι είναι λογικό να αυξηθεί η ηλικία συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 χρόνια, εφόσον το προσδόκιμο ζωής στη Δυτική Ευρώπη έχει αυξηθεί, ο επιστολογράφος έκλεινε με τη φράση «Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να καταλάβω τους φίλους μας τους Γάλλους.» Σκέφτηκα προς στιγμήν πως θα έπρεπε ίσως να γράψω κι εγώ ένα γράμμα, κι αναρωτήθηκα αν θα το δημοσίευε η Καθημερινή. Σίγουρα η εικόνα που προβάλλουν για τη Γαλλία οι ελληνικές εφημερίδες είναι κι αυτή «υλικό» του προεκλογικού χορού. Είναι όμως δυνατόν κάποιοι ακόμη να νομίζουν πως οι Γάλλοι διαμαρτύρονται που θα παίρνουν σύνταξη στα 64;
Έστω και τώρα, κι ενώ η υπόθεση επισήμως έχει λήξει, αξίζει να συνοψίσει κανείς.
[Ο νέος νόμος] Με τον νέο νόμο δεν αλλάζουν πολλά για όσους κάναμε σπουδές. Κάποιος που άρχισε να πληρώνει ασφάλιση στα 27 με 28, όπως εγώ, στη Γαλλία θα μπορέσει να φύγει με πλήρη σύνταξη στα 67 με 68. Ωστόσο κάποιος που άρχισε να πληρώνει εισφορές από τα 20, για την πλήρη σύνταξη τώρα θα πρέπει να δουλέψει ως τα 64, δηλαδή για 44 χρόνια, κι όχι για 40, όπως προβλέπει, για παράδειγμα, η ελληνική νομοθεσία.
Εκτός από τους Γάλλους, διαμαρτύρονται και οι Γαλλίδες. Οι μητέρες που μπορούσαν (χάρη στα τετράμηνα που αναγνωρίζονταν για το κάθε παιδί) να συνταξιοδοτηθούν στα 62, θα πρέπει τώρα να εργάζονται μέχρι τα 64. Ο αντίκτυπος του νέου νόμου στην ηλικία συνταξιοδότησης των γυναικών δεν θα εμποδίσει μεν το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων να συνεχίσει να συρρικνώνεται με το πέρασμα των γενεών, αλλά ο ρυθμός θα επιβραδυνθεί. Ακόμα και για τη γενιά του 1983, οι γυναίκες θα εξακολουθούν να συνταξιοδοτούνται κατά μέσο όρο 4 μήνες αργότερα από τους άνδρες.
Το υποτιθέμενο μέτρο για τις μικρές συντάξεις που θα έφταναν τα 1.200 ευρώ αποδείχθηκε ότι αφορά ένα ποσοστό μικρότερο από το 3% των συνταξιούχων. Υπήρξε ένα από τα πιο επίμαχα σημεία, γιατί παρουσιάστηκε με παραπλανητικό τρόπο από μια κυβέρνηση που επαναλάμβανε συχνά πυκνά από τα μέσα ενημέρωσης ότι το μέτρο θα εφαρμοζόταν για όλες τις μικρές συντάξεις.
Με τη μεταρρύθμιση δεν αντιμετωπίστηκαν οι πολυάριθμες ανισότητες που ήδη μάστιζαν το γαλλικό συνταξιοδοτικό σύστημα: διαφορετική μεταχείριση στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, δεκατρείς διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με το σύστημα κ.ά. Ούτε και έχει απαντηθεί το γιατί όσοι θα ανταμειφθούν με τις μεγαλύτερες συντάξεις θα δουν και την ηλικία συνταξιοδότησής τους να αυξάνεται λιγότερο.
Μια άλλη ανισότητα που έχει επισημανθεί αφορά τις ηλικίες των 60 και 61 ετών, όπου το 29% (γύρω στο ένα εκατομμύριο) δεν είναι ούτε εργαζόμενοι ούτε συνταξιούχοι, και μόνο ένα 4% παίρνει επίδομα ανεργίας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν δυο φορές περισσότεροι μη πτυχιούχοι από πτυχιούχους (σε ποσοστά 36% και 17%, αντίστοιχα).
Μια μεταρρύθμιση που θα έφερνε δικαιοσύνη και κοινωνική πρόοδο, που δεν θα είχε «χαμένους», είχε υποσχεθεί η γαλλική κυβέρνηση. Γιατί αν δεν γινόταν αυτή η αναγκαία μεταρρύθμιση, οι συντάξεις θα έπρεπε αναπόφευκτα να μειωθούν.
[Το συνταξιοδοτικό έλλειμμα] Αφού δεν υπάρχουν λεφτά, θα πουν κάποιοι, υπενθυμίζοντάς μας το επιχείρημα της γαλλικής κυβέρνησης ότι το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν θα ήταν βιώσιμο χωρίς τη μεταρρύθμιση.
Διαφορετική γνώμη φαίνεται να έχουν πολλοί οικονομολόγοι, άρθρα των οποίων έχει φιλοξενήσει, για παράδειγμα, η μετριοπαθής κεντρώα εφημερίδα Le Monde. Ο Thomas Piketty δήλωσε ότι η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν είναι «αναχρονιστική και χάσιμο χρόνου». Η γαλλοαμερικανίδα οικονομολόγος Esther Duflo (ΜΙΤ και Collège de France, βραβείο « Nobel » οικονομικών επιστημών 2019) την έκρινε «πιο οπισθοδρομική και πιο περίπλοκη από το τωρινό σύστημα». Ο αριστερός Τύπος έχει κάνει λόγο για «ένα έλλειμμα που είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κατασκευασμένο». Οι πόροι του συνταξιοδοτικού συστήματος προέρχονται από τις συνταξιοδοτικές εισφορές. Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης σχετικά με το συνταξιοδοτικό έλλειμμα βασίζεται σε προβλέψεις για την υπόλοιπη πενταετία υπό την προεδρία του Μακρόν, που πιθανότατα σημαίνουν ότι τόσο οι προσλήψεις όσο και οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων θα μειωθούν σημαντικά. (Παρά κάποιες υποσχέσεις, η κυβέρνηση φαίνεται να εγκαταλείπει την ιδέα της αύξησης των μισθών και την αναπροσαρμογή τους στον πληθωρισμό.) Πρόσφατο δημοσίευμα του Monde (22.4.23) για τη μείωση του γαλλικού χρέους αναφέρεται στην απόφαση του υπουργού οικονομικών να «παγώσει» τις δαπάνες στο δημόσιο και σημειώνει ότι, παρά τις δηλώσεις για ανάπτυξη, στο πρόγραμμα σταθερότητας που κατατέθηκε στις Βρυξέλλες δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική άνοδος της παραγωγικότητας για την επόμενη τετραετία. Ας σημειωθεί πως η άνοδος της παραγωγικότητας επέτρεψε στο παρελθόν την απορρόφηση μεγάλου μέρους του αυξημένου αριθμού των συνταξιούχων, αντιμετωπίζοντας έτσι ως έναν βαθμό το ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού ή το δημογραφικό πρόβλημα. (Μια προηγούμενη μεταρρύθμιση (του 2014) είχε ακριβώς στόχο να αμβλύνει κι άλλο αυτό το πρόβλημα, προβλέποντας την αύξηση της περιόδου εισφορών από 42 σε 43 έτη, σταδιακά από το 2020 ως το 2035. Mε τον νέο νόμο, η κυβέρνηση του Μακρόν θέλησε να εντείνει τον ρυθμό της αύξησης των εισφορών, ώστε να φτάσει τα 43 έτη από το 2027.)
Η διακριτική συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους που φαίνεται να μεθοδεύει ο Μακρόν σιγά σιγά αποδυναμώνει τη Γαλλία. Ένα παράδειγμα από έναν χώρο που γνωρίζω καλά: οι επενδύσεις για την παιδεία λιγοστεύουν εδώ και χρόνια, διακριτικά αλλά σταθερά. Η υποβάθμιση της παιδείας σίγουρα θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την ανάπτυξη και μακροπρόθεσμα, κάτι που δεν θα έπρεπε να αγνοείται.
Τέλος, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να μειωθεί ένα μελλοντικό έλλειμμα του συνταξιοδοτικού χωρίς να επηρεαστούν οι δαπάνες για τις συντάξεις, λέει ο αντίλογος: ελαφρά αύξηση των εισφορών επί των μισθών, φορολόγηση μέρους του εισοδήματος από κεφάλαιο που προστατεύεται από το 2018 με την ενιαία εισφορά (με ενιαίο συντελεστή, χωρίς προοδευτικότητα για τα υψηλότερα εισοδήματα), ή αναπροσαρμογή των μισθών με τον πληθωρισμό, κάτι που θα επέτρεπε την επιβολή περισσότερων εισφορών.
[Το πώς ψηφίστηκε ο νόμος] Μεγάλες αντιδράσεις ξεσηκώθηκαν και για τον τρόπο με τον οποίο «πέρασε» ο νόμος, αλλά και η απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου που τη Μεγάλη Παρασκευή (14 Απριλίου) αποφάνθηκε ότι η διαδικασία δεν ήταν αντισυνταγματική έχει επίσης επικριθεί (βλ. link).
Η κυβέρνηση επικρίθηκε σφοδρά για τη χρήση μιας σειράς μέτρων που, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, στόχος τους ήταν να περιορίσουν τον χρόνο συζήτησης του νομοσχεδίου στο κοινοβούλιο, όσο και να παρεμποδίσουν την ορθή διεξαγωγή της όλης διαδικασίας.
Έστω και αν είναι συνταγματικά αυτά τα μέσα, αν ληφθούν το καθένα χωριστά, η συγκέντρωσή τους έβαλε σε σκέψη τους νομικούς: Είναι πρωτοφανές να ενεργοποιούνται τόσοι διαδικαστικοί «μοχλοί» στο πλαίσιο της εξέτασης του ίδιου νομοσχεδίου, κάτι που δημιούργησε περαιτέρω αμφιβολίες για τη ακρίβεια των στοιχείων και την ειλικρίνεια της εκτελεστικής εξουσίας.
Το περίφημο άρθρο 49,3, για το οποίο γράφτηκαν συνθήματα στους τοίχους και που αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μέσα που επιτρέπουν στην εκτελεστική εξουσία να ψηφίσει έναν νόμο παρά την έλλειψη απόλυτης πλειοψηφίας στη βουλή, είναι ένα απ’ αυτά τα μέτρα, και έχει συζητηθεί εκτενώς.
Λιγότερο γνωστό όμως είναι κάτι άλλο: η μεταρρύθμιση εντάχθηκε από την αρχή στο νομοσχέδιο χρηματοδότησης της Κοινωνικής Ασφάλισης (le projet de loi de financement de la Sécurité sociale (PLFSS)), ένα πλαίσιο κανονικά εντελώς ακατάλληλο για έναν νόμο που θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες και θα επηρεάσει εκατομμύρια ζωές. Το νομοσχέδιο χρηματοδότησης της Κοινωνικής Ασφάλισης (PLFSS) είναι ένα κείμενο που παρουσιάζει κάθε φθινόπωρο η κυβέρνηση για να καθορίσει το οικονομικό ισοζύγιο των διαφόρων κλάδων της κοινωνικής ασφάλισης για το επόμενο έτος. Μετά τη δημοσίευσή του, αυτό το κείμενο μπορεί να τροποποιηθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια του έτους και, αν παραστεί ανάγκη, μπορεί να γίνει χρήση του άρθρου 49.3, για να περαστούν χωρίς χρονοτριβή μικρές αλλαγές.
Όπως αποφάνθηκε η νομική πλευρά, η ένταξη της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο (με απώτερο σκοπό να είναι δυνατή η χρήση του 49,3, σε περίπτωση που δεν «έβγαιναν» τα κουκιά στη βουλή) είναι αντικανονική: το PLFSS αφορά αποκλειστικά τον προϋπολογισμό του 2023, ενώ η μεταρρύθμιση θα τεθεί σε ισχύ τον προσεχή Σεπτέμβριο και δεν θα αρχίσει να αποδίδει πριν το τελευταίο τρίμηνο του 2023 ή και αργότερα. Ενοχλεί προφανώς εδώ και το στοιχείο του δόλου.
[Τι άλλο μένει] Μία σοβαρή συνέπεια της «κρίσης των συντάξεων» είναι η διεύρυνση των «ρωγμών» που έχουν εμφανιστεί στο εσωτερικό των κομμάτων, τόσο στα δεξιά (από κει άλλωστε έλειψαν οι ψήφοι, με αποτέλεσμα η πρωθυπουργός να καταφύγει στο 49,3) όσο και στα αριστερά. Από την άλλη, τα συνδικάτα εμφανίζονται αμετακίνητα και διοργανώνουν την επόμενη ημέρα διαμαρτυρίας, επιθυμώντας να μετατρέψουν τη φετινή Πρωτομαγιά σε «μέρα μέγιστης λαϊκής κινητοποίησης», ενάντια στην ουσία της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης.
Τη Δευτέρα του ελληνικού Πάσχα, την ώρα που ο Μακρόν απευθυνόταν στον λαό, μπροστά στα δημαρχεία όλης της χώρας ετερόκλητα πλήθη χτυπούσαν κατσαρολικά. Θα είχαν συγκεντρωθεί και 500 άτομα διαφόρων ηλικιών και αμφιέσεων μπροστά στο κοντινό μας δημαρχείο στο 11ο διαμέρισμα στο Παρίσι, κι ακόμα περισσότεροι μπροστά στο δημαρχείο του 10ου διαμερίσματος, μου είπε έγκυρη πηγή, αλλά είδα (και άκουσα) και κόσμο που βγήκε στα γειτονικά μπαλκόνια θέλοντας να συμμετάσχει στη συναυλία εξ αποστάσεως.
Η νομαρχία του Hérault (με πρωτεύουσα το Montpellier) εξέδωσε διοικητική εντολή για τη δημιουργία προστατευτικής περιμέτρου στην κοινότητα Ganges, που επισκέφτηκε ο Μακρόν στις 19.4. Με το έγγραφο αυτό απαγορεύτηκε και «η χρήση φορητών ηχητικών συσκευών». Συμπεριλήφθηκαν και οι κατσαρόλες, όπως δείχνουν βίντεο που γυρίστηκαν επί τόπου, με αστυνομικούς να κατάσχουν τέτοια σκεύη. Μια πρακτική που βέβαια δεν άφησε ασχολίαστη η αντιπολίτευση. «Τα αβγά και οι κατσαρόλες είναι για να μαγειρέψουμε στη δική μου κουζίνα» δήλωσε προκλητικά ο Μακρόν.
Οι διαφωνούντες με τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν (που λέγεται ότι αντιστοιχούν στα δύο τρίτα του πληθυσμού) δεν ανήκουν σε έναν ενιαίο χώρο, πόσο μάλλον σ’ έναν πολιτικά ακραίο χώρο, και προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά και μορφωτικά στρώματα. Το να διαφωνεί κανείς με τον Μακρόν (και με τη γενικότερη κατεύθυνση της κυβέρνησής του) δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαφωνεί και με τη γαλλική αριστερά, και μάλιστα σε ζητήματα ουσίας. Όσο κι αν ο Μακρόν ισχυρίστηκε πως τις κινητοποιήσεις τις οργάνωσε η (άκρα) αριστερά και μίλησε με απρέπεια για «όχλο», στην πραγματικότητα για πρώτη φορά τα συνδικάτα (συντηρητικά και κεντρώα, και όχι αποκλειστικά τα αριστερά) κατέβηκαν στις πορείες ενωμένα. Μεγάλη ήταν και η συμμετοχή της νεολαίας, μιας νεολαίας που περιλαμβάνει φοιτητές και μαθητές όχι μόνο από παραδοσιακά «αριστερές» σχολές ή εκπαιδευτήρια της μέσης εκπαίδευσης που είναι «άντρα» ακτιβισμού, αλλά και από παραδοσιακά «ελίτ» ιδρύματα. Ο κόσμος στη μεγάλη του πλειονότητα διαδήλωσε ειρηνικά. Το ότι κατέβηκαν σε κάποιες συγκεντρώσεις και οι Black block που ασπάζονται μόνο τη βία δεν αμαυρώνει τη σημασία αυτών των κινητοποιήσεων. Το να δείξεις (ειρηνικά) ότι διαφωνείς είναι σίγουρα προτιμότερο απ’ την αδιαφορία και την άγνοια (που συμπεριλαμβάνει και την ημιμάθεια). Κάποιες διαδηλώσεις (ειδικά μετά την επιβολή του νόμου με το 49.3) έληξαν με σπασμένες βιτρίνες, φωτιές και τραυματίες (κάποιοι απ’ τους οποίους ήταν αστυνομικοί). Όμως επίσης αληθεύει ότι η αστυνομία έχει κινηθεί κατά τρόπο επονείδιστο, κι αυτό πρέπει να ειπωθεί.
Θα κλείσω με κάτι που συνέβη στο διεθνές λύκειο όπου διδάσκω, στο 17ο διαμέρισμα στο Παρίσι. (Πρόκειται για ένα Λύκειο με πολλούς δίγλωσσους μαθητές, ψηλά στην αξιολόγηση των Λυκείων που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη Γαλλία, που καμία σχέση δεν έχει με το τι μπορεί να έχει ακούσει κανείς για τα «δύσκολα» σχολεία των Παρισινών προαστίων ή με κάποιες «σχολικές» σκηνές που συμπεριέλαβα στο τελευταίο μου μυθιστόρημα (Αταραξία, Εκδ. Πατάκη, 2022), που δεν τις εμπνεύστηκα από την εμπειρία μου εδώ.)
Μερικές μέρες μετά τη χρήση του 49,3φτάνοντας ένα πρωί λίγο μετά τις επτάμισι στο σχολείο, βρήκα στην είσοδο ένα μικρό «blocus». Περιορισμένος αριθμός μαθητών και μαθητριών είχαν συγκεντρώσει πλαστικούς (τους «πράσινους») σκουπιδοτενεκέδες για να κλείσουν ένα τμήμα της κυρίας εισόδου. Ανάμεσά τους είδα μια μαθήτριά μου από το τμήμα Αγγλόφωνης λογοτεχνίας (γιατί να μην προσθέσω, πολύ καλή μαθήτρια που μιλάει άπταιστα τρεις γλώσσες, μαζί και αγγλικά.) Γιατί κατάληψη σήμερα –τη ρωτάω–, αφού δεν έχει απεργία; Νομίζω μου απάντησε πως το σκέφτηκαν έτσι γιατί όταν κάνουν κατάληψη σε μέρα απεργίας πλακώνει αστυνομία (από το πιο βίαιο τμήμα ασφαλείας). Της είπα ότι εγώ ωστόσο είχα έρθει για να κάνω μάθημα. Όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί μου, έχω συμμετάσχει στις απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά δεν απεργούμε όλοι κάθε φορά, όχι μόνο για λόγους οικονομικούς, αλλά και για να συνεχίζονται χωρίς μεγάλες διακοπές και τα μαθήματα. Πέρασα από τον διάδρομο που είχε αφήσει ανοιχτό η ομάδα του blocus (για να περνάνε οι μαθητές του Γυμνασίου, και όσοι άλλοι θέλουν) και στη συνέχεια έκανα μάθημα με καμιά εικοσαριά μαθητές που ήταν παρόντες εκείνο το πρωί.
Την επόμενη μέρα έμαθα από συναδέλφους πως μια μαθήτρια της Β’ Λυκείου συνελήφθη το μεσημέρι μέσα στο μετρό από αστυνομικούς με πολιτικά, με την κατηγορία ότι έβαλε φωτιά σ’ έναν σκουπιδοτενεκέ κι ενώ δεν πιάστηκε επ’ αυτοφώρω να το κάνει. Την αναγνώρισαν σε πλάνο από βίντεο (που πήραν οι κοντινές κάμερες του τραμ), όπου εμφανιζόταν να στέκεται κοντά στον φλεγόμενο σκουπιδοτενεκέ. Η δεκαεπτάχρονη πέρασε όλη τη νύχτα στο κρατητήριο και της πήραν δακτυλικά και γενετικά αποτυπώματα. Θα παρουσιαστεί μπροστά σε δικαστή («juge pour enfant») τον Ιούλιο και μέχρι τότε το κινητό της θα παραμείνει σφραγισμένο. Κάτι εξίσου ανατριχιαστικό: η αστυνομία ζήτησε από τη διεύθυνση του Λυκείου τη λίστα των μαθητών που έχασαν το μάθημα της πρώτης ώρας εκείνο το πρωί, λες κι έτσι θα κατάφερναν να εξαρθρώσουν επικίνδυνη σπείρα πυρομανών. (Στη Γαλλία υπάρχει ήδη από χρόνια ηλεκτρονική «πλατφόρμα» στα σχολεία, όπου σημειώνονται απουσίες και βαθμοί, και όπου αναρτάται (από τους καθηγητές που το επιθυμούν) το υλικό που χρησιμοποιείται στην τάξη (βίντεο, σλάιντς κ.λπ.) –κάτι ανάλογο διάβασα πως σκοπεύουν να εισαγάγουν και στην Ελλάδα. Προσωπικά το θεωρώ χρήσιμο εργαλείο, αλλά να πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί –όχι πάντως πολύ διαφορετικά από τα παραδοσιακά απουσιολόγια.)
Δεν ξέρω αν η κοπέλα έβαλε φωτιά στον κάδο, και προφανώς δεν θα ενθάρρυνα κανέναν να το κάνει. Δεν είναι όμως εκεί το ζήτημα. Σίγουρα υπάρχουν τρόποι πιο παιδαγωγικοί για να μάθει μια έφηβη ότι η βία δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος, ακόμα κι όταν δεν φαίνεται να αποδίδουν οι ειρηνικοί τρόποι διαμαρτυρίας. Εντελώς απαράδεκτη ήταν ωστόσο η επέμβαση της αστυνομίας, ενώ ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν το ζήτημα, όπως και να το κάνουμε, θυμίζει πρακτικές από άλλα καθεστώτα.
Να ποιο είναι το νέο πρόσωπο της Γαλλίας, σκιαγραφημένο από κάποιον που ζει και εργάζεται στο Παρίσι εδώ και χρόνια, και παρακολουθεί την επικαιρότητα ως ανεξάρτητος παρατηρητής. Ο αρχηγός του γαλλικού κράτους έχει χάσει την εκτίμηση των πολιτών, αλλά και η διεθνής εικόνα του έχει φθαρεί, πόσο μάλλον μετά τις ατυχέστατες δηλώσεις που έκανε σε πρόσφατη επίσκεψη στην Κίνα. Μεγαλύτερο δεινό ωστόσο μοιάζει να είναι η διάσπαση των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και η έλλειψη μιας κουλτούρας που θα επέτρεπε σε μια κυβέρνηση συμμαχίας να δράσει δίκαια και αποτελεσματικά. Διερωτάται κανείς ποιο θα είναι πολιτικά το πρόσωπο της Γαλλίας μετά το τέλος της πενταετίας, και απεύχεται να είναι αυτό που προφητεύουν οι πιο απαισιόδοξοι.

