Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Άννα Αφεντουλίδου

Το πένθος της μνήμης και της Ιστορίας

Σταύρος Ζαφειρίου, Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, Νεφέλη, Αθήνα 2024.

Με ένα καλαίσθητο και προσεγμένο σε όλες τις λεπτομέρειές του ποιητικό βιβλίο  ο Σταύρος Ζαφειρίου ανοίγει την 5η δεκαετία της ποιητικής του παρουσίας προσθέτοντας έναν ακόμη ισχυρό πυρήνα στο ποιητικό του θεώρημα: αυτό της αναμέτρησης του λόγου και του πολιτισμού με το τέλος τους, στην κόψη εκείνη όπου ισορροπεί το προσωπικό τραύμα με τη συλλογική μνήμη. Και αυτό το βιβλίο, όπως και τα προηγούμενα της τελευταίας ποιητικής του 20ετίας, είναι μια μεγάλη σύνθεση που αρθρώνεται σε επιμέρους ενότητες, οι οποίες όχι μόνο συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά αποτελούν αναβαθμούς μιας ποιητικής διαδικασίας που στοχεύει σε ένα κοινό τέλος. Προτού περιηγηθώ στο προκείμενο βιβλίο παραθέτω μία σύντομη αναδρομή:

Με το βιβλίο Χωρικά το 2007 ο Ζαφειρίου μετατόπισε την ποιητική του έκφραση περισσότερο σε έναν φιλοσοφικό προσανατολισμό, με έντονα δραματουργικά στοιχεία. Στο Ενοχικόν. Ο μονόλογος ενός δράστη το 2010 κυριάρχησε μορφολογικά η ποιητική πρόζα και θεματικά η έννοια της ενοχής. Στο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) το 2012 με το ιστορικό πλαίσιο των βομβαρδισμών της Δρέσδης εξέφρασε έντονο ποιητικό σκεπτικισμό σχετικά με το προς τα πού τείνει ο σύγχρονος  άνθρωπος του δυτικού πολιτισμού. Στο Δύσκολο το 2014 συνάρθρωσε μέσω ποικίλων στοιχείων, σχολίων, φράσεων που έμειναν μνημειώδεις αλλά και εμβληματικών προσώπων, όπως ο Μαρξ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σαρτρ ή μυθικών μορφών, όπως η Χίμαιρα, ο Ίκαρος, έναν χάρτη του πολιτισμικού και πολιτικού γίγνεσθαι της Δύσης, των ρήξεων και των ανατροπών ενός κόσμου που τείνει στην παρακμή και την πτώση, παρακμή που στοιχειώνεται από τα ολοκαυτώματα και τις διαψεύσεις των πολιτικών οραμάτων. Στο βιβλίο με τον τίτλο Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα) το 2017, ο Ζαφειρίου ανανέωσε την ποιητική δραματική έκφραση διαμορφώνοντας ένα παλίμψηστο, όπου το θέατρο του παραλόγου του Μπέκετ, αλλά και η φιλοσοφία του Βιτγκενστάιν διαλέγονται με τη θεατρική σύμβαση. Στα φυσικά πράγματα του 2019 η πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού από την άγνοια στη γνώση ιχνηλατήθηκε από τον μύθο του σπηλαίου του Πλάτωνα, ή/και την εκδίωξη του ανθρώπου από τον Κήπο της Εδέμ, δηλαδή τον εκτοπισμό του από τον κόσμο της αθωότητας και της άγνοιας στον κόσμο της γνώσης, που συνοδοιπορεί με τον πόνο και τον βασανισμό, σε μια πορεία αυτογνωσίας αλλά και ανατοποθέτησης του ανθρώπου απέναντι στη φύση, την κοινωνία, την ιστορία, τον Λόγο και τις αναπαραστάσεις τους. Στο Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι το 2022 συμπυκνώνει τον αναστοχασμό για την εποχή και την τέχνη του μοντερνισμού, αντλώντας τα ερείσματά του, ιδεολογικά και εκφραστικά, από την παράδοση. Στο βιβλίο αυτό επανέρχεται εντατικά στο θέμα του ελληνικού εμφυλίου και στο θέμα της προσωπικής ενοχής.

Μέσα από τη σύντομη αυτή αναδρομή διαπιστώνουμε τρεις από τους βασικούς άξονες του ποιητικού του κόσμου:

  • ο φιλοσοφικός και πολιτικός προβληματισμός μπροστά στα διλήμματα ενός αλλοτριωτικού τρόπου ζωής που γκρέμισε τα οράματα του προηγούμενου αιώνα,
  • ο ενδοκειμενικός διάλογος με το λογοτεχνικό και ευρύτερα πνευματικό παρελθόν,
  • ο συγκερασμός του ατομικού τραύματος και της συλλογικής ουτοπίας που συνδέεται, όπως προαναφέρθηκε, πολύ έντονα με τον εμφύλιο και την ενοχή.

Οι άξονες αυτοί διασταυρώνονται με δύο κεντρικές μορφολογικές επιλογές:

  • αυτήν της μεγάλης σύνθεσης με ευδιάκριτη δομή και έντονη διακειμενικότητα,
  • αυτήν της ποίησης ιδεών που προτιμά την ποιητική πρόζα και τη δραματουργική σύμβαση.

Αλλά ας περιηγηθούμε στο τελευταίο βιβλίο:

Διακρίνουμε 4 ποιητικά μέρη:

  • το τέρας στο υπόγειο,
  • είναι αυτό,
  • το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου,
  • ο τελευταίος ήχος του κόσμου

(με ισάριθμα μότο από την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου)

και 4 «τραγούδια», όπως τα ονομάζει:

  • ένα τραγούδι για το φεγγάρι στο ποτάμι,
  • ένα τραγούδι για την αθέατη ραφή,
  • ένα τραγούδι για την καντηλανάφτισσα που σβήνει τα κεριά πριν αποσώσουν,
  • ένα τραγούδι για την Κατερίνα στο σφαγείο,

που εναλλάσσονται όπως τα επεισόδια και τα λυρικά μέρη στις τραγωδίες.

Στο 1ο τραγούδι εμφανίζεται το μοτίβο του φεγγαριού, σύμβολο που συναντάμε και σε άλλες συνθέσεις του Ζαφειρίου, ως το διαρκές ζητούμενο, τη χίμαιρα μιας ουτοπικής αναζήτησης που μπορεί να νοηματοδοτήσει –ίσως και μάταια– όλη μας τη ζωή∙ σαν τον ορίζοντα, που όσο τον πλησιάζουμε τόσο απομακρύνεται. Τα σχήματα με τα οποία επιτυγχάνει την αίσθηση αυτή είναι η αντίφραση, η επανάληψη και η υπερβολή και η πολύ ωραία σύζευξη της ιδέας και της εικόνας στο τριμερές σχήμα: έρωτας, Αύγουστος, παιδικά τραγούδια, όπου έχουμε τη συνεκδοχική αναφορά αντιστοίχως: του προσωπικού πάθους, της ωριμότητας πριν την αρχή της πτώσης, της παιδικής αθωότητας.

Χίλιες φορές έπιασε το φεγγάρι,
το άφησε χίλιες φορές,
μα στην ψηλότερη κορφή
(στον έρωτα, στον Αύγουστο,
στα παιδικά τραγούδια)
καμιά φορά δεν μπόρεσε να φτάσει. (σ.11)

Στην 1η ενότητα έχουμε τρεις παράλληλες αλλά και διπλές ιστορίες: η ιστορία της πόλης στο παρελθόν και το παρόν: η Θεσσαλονίκη με τα αναγνωρίσιμα οδόσημα και τις περιοχές της, η οικογενειακή ιστορία και η συλλογική ιστορία του εμφυλίου και της αριστεράς, αλλά και η ιστορία της αθωότητας της παιδικής ηλικίας με την παράλληλη συνειδητοποίηση των διαψεύσεων της ωριμότητας. Γι’ αυτό και ο αφηγητής εμφανίζεται ως ο αυτουργός διαδοχικά της μνήμης του χρόνου και της μοίρας, ενώ εκ παραλλήλου απευθύνεται στον Λόγο, στην εκφραστική ικανότητα της αναπαράστασης, της μνημείωσης και της νοηματοδότησης με την προτροπή πορεύσου, έτσι ώστε να μπορέσει να παρακολουθήσει τις παράλληλες αυτές διαδρομές, να μπορέσει να τις εκφράσει πολεμώντας το αίσθημα της ματαιότητας και του ανεπίτευκτου. Η ενότητα τελειώνει με μια στροφή όπου συμπυκνώνεται και, κατά κάποιο τρόπο, γίνεται η ερμηνεία του αλληγορικού σχήματος του υπογείου και του τέρατος:

Δεν υπάρχει πια το υπόγειο,
το σκοτεινό κρησφύγετο των παιδικών μου χρόνων,
το υπόγειο που ίσως δεν υπήρξε ποτέ
όμως κατέβαινα τις ραβδωτές του σκάλες,
για ν’ ανταμώσω το τέρας που έτρεφα,
το τέρας που είχα, να με παρηγορεί.
Επειδή αυτό που δεν είναι το επινοείς
όπως μαζί επινοείς και το τέρας σου
και τον φόβο των παιδικών σου χρόνων
δίχως καν να υποπτεύεσαι ότι ο φόβος
είναι το αντίθετο της επινόησης του
δίχως καν να φαντάζεσαι ότι ο φόβος
είναι το τέρας που σε παρηγορεί. (σσ. 21,22)

Στο 2ο τραγούδι, μέσα από την οικογενειακή ιστορία χαρτογραφείται η ιστορία μιας ολόκληρης εποχής, η συλλογική ιστορία των αφανών, των καθημερινών ανθρώπων που ζουν μόνο μέσα από το εμπράγματο βίωμα, των ανθρώπων που είναι και δεν μιλούν.

Ο πατέρας μου δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν ο Σαρτρ
 και ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας
ούτε κατάλαβε ποτέ πως ήτανε αυτό που ήθελε ο ίδιος να ʼναι
έμαθε όμως το ρίγος της ανάγκασης και το αβάσταχτο του
εξαναγκασμένου
ο πατέρας μου έμαθε πως η ταπείνωση χρειάζεται αντοχή
όμως δεν έμαθε ποτέ πως ήτανε αυτός που είχε αντέξει.
Η μάνα μου δεν πίστευε στην καλοσύνη των άλλων
ούτε στην καλοσύνη του Θεού
η μάνα μου δεν πίστευε σε καμιά καλοσύνη.
Πίστευε όμως στη Μεγάλη Παρασκευή των ανθρώπων
η μάνα μου πίστευε στο βάρος του σταυρού. (σ. 23)

Ακολουθεί η 2η ενότητα όπου αναδύεται ο ίδιος υπαρξιακός προβληματισμός, η ίδια αγωνία για την ύπαρξη που είδαμε και σε προηγούμενα ποιητικά βιβλία του Ζαφειρίου, όπου φαίνεται να καταλήγει σαν ένα είδος παραδοχής παρά συμπεράσματος, για όσα περιμέναμε στη ζωή μας και δεν ήρθαν… Και το σχήμα αυτό  δεν περιορίζεται μόνο στο προσωπικό πεδίο, αλλά γίνεται η αλληγορία για όλα εκείνα τα κοινωνικά οράματα που, πλέον, έχουν οδηγηθεί στην παρακμή:

Είναι αυτό και αυτό που είναι δεν αλλάζει.

[…]

Άργησα πολύ να πω σκοτάδι τη νύχτα,
να φτάσω στη νύχτα απ’ τη δικιά της οδό,
να φτάσω εδώ,

[…]

και να βρω πως είναι δικά μου και η φωτιά και η στάχτη. (σ. 27)

Η ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου ιχνηλατεί την πορεία της ιστορικής εξέλιξης ως την πορεία του ανθρώπου από την άγνοια και την αθωότητα στη γνώση και τη διάψευση. Στην ενότητα αυτή επαναλαμβάνεται ξανά η απεύθυνση στον λόγο του ανθρώπου και στον λόγο του αφηγητή, που καλείται να πορευθεί και να εκφράσει αυτή την αγωνία, να εκφράσει τη συνειδητοποίηση των αντιφάσεων και του τέλους:

Λόγε του ανθρώπου, λόγε μου, πορεύσου.
Πορεύσου στο σκοτάδι, πορεύσου στο φως. (σ.32)

Στο 3ο τραγούδι φαίνεται σαν ο λόγος αυτός να υποστασιοποιείται και σαρκωμένος πλέον να απευθύνεται σε έναν δυνάμει ακροατή:

Άκουσέ με.

Εσύ που έρχεσαι από τους ανεμόμυλους
Κι εσύ ο αίρων το σχισμένο καταπέτασμα του ναού,
εσύ που λες ότι η ζωή είναι το δαγκωμένο μήλο του παράδεισου
κι εσύ που σκώπτεις πως το κοτσάνι του είναι η κληρονομιά μας.
[…]

Άκουσέ με. Άκουσέ με.
Όλη η αλήθεια είναι ένας χαρταετός
που όταν φυσά τον καντηλιάζεις στους αιθέρες. (σσ. 35,36)

Στην 3η ενότητα κυριαρχεί η αντίθεση ανάμεσα στον παρελθόντα καιρό και στο παρόν που ενσωματώνει τα ερείπια αυτού του παρελθόντος, τόσο στο επίπεδο της ιστορίας και της πολιτικής όσο και στο επίπεδο της καλλιτεχνικής έκφρασης: όλα κατατείνουν στη θυσία και ίσως στην ήττα:

Ήταν εκείνος ο καιρός […]
Άλλοι τον έλεγαν δραπέτη, άλλοι φυλακή,
άλλοι αδέσποτο σκυλί που τρέφεται από το φόβο
και όσοι πίστευαν ακόμη στη ζωή
τον λέγαν τάσι στο ζυγό της ουτοπίας (σ. 39)

Η ενότητα αυτή, που το όνομά της δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, ολοκληρώνεται με ένα δεύτερο μέρος, όπου αναφέρονται αγωνιστές/τριες και ποιητές/τριες, άνθρωποι που εκτελέστηκαν ή αυτοκτόνησαν, δηλαδή που θυσιάστηκαν στο όνομα ενός ιδανικού, μιας ουτοπίας, στο όνομα της Ιστορίας ή της Τέχνης.

Το τελευταίο τραγούδι αναφέρεται στην Κατερίνα Γώγου και σε ένα σημείωμα που έστειλε προς τον ποιητή λίγο πριν τον θάνατό της, το οποίο εγκιβωτίζεται αυτούσιο κρατώντας και τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά. Είναι σαν μία αποδεικτική τεκμηρίωση της προηγούμενης ενότητας για την έννοια της θυσίας και της ήττας. Σαν να εντείνεται η προσπάθεια να αρθεί η αντίθεση ανάμεσα στο ατομοκεντρικό πεδίο της μοναχικής έκφρασης και στο διακειμενικό πεδίο του ποιητή/φορέα της συλλογικής συνείδησης.

[…] θα ʼρθει καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα θα έρθει.
Η θάλασσα όμως Πώς θα τη δεις τη θάλασσα;
Ζητάει ακόμη με τα μάτια τα δικά της να τη δεις
κι η λύπη είναι χνάρι ακόμη στο ίδιο σώμα,
κι οι λέξεις απροσάρμοστοι, τιμή, εξευτελισμός,
η λέξη μοναξιά,
με τα ίδια γράμματα,
το ίδιο μελάνι γράφονται ακόμη.(σσ. 28, 29)

Στην τελευταία ενότητα η αναμέτρηση συνεχίζεται εντεινόμενη, με την ποιητική φωνή που πορεύεται, χωρίς να εφησυχάζει, καθώς παλεύει να επιτύχει την οικειοποίηση των όσων προσλαμβάνει με τις αισθήσεις του, αλλά και να αναπαραγάγει τη γνώση του με την αναπαράσταση της ανθρώπινης συνθήκης. Κυριαρχεί η αγωνία μήπως έχει ήδη σηματοδοτηθεί το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου, το τέλος της ποίησης και της έκφρασης:

Πόλεις, πόλεις εσείς, πολιτείες που υπήρξατε,
λείψανα τώρα στοιβαγμένα στα χέρια μου,
στη μια μου χούφτα ο αιώνας που πέρασε ντυμένος τη ματωμένη στολή του

[…]

ο αιώνας που πέρασε σέρνοντας πίσω του τα γκρεμισμένα τείχη (σ. 55)

Χίμαιρες, χίμαιρές μου εσείς,
θα γαλουχήσετε άραγε μαζί μου το τέρας μου που θα με καταπιεί;
χίμαιρα τέρας μου εσύ∙
τέρας που έθρεψα, για να με καταπιεί. (σ. 57)

Το βιβλίο κλείνει, όπως όλα τα τελευταία ποιητικά βιβλία του Ζαφειρίου, με τις Σημειώσεις. Ωστόσο εδώ έχουμε μία διαφορά: Με έναν σχεδόν προκλητικό τρόπο αρνείται τον σχολιασμό, στον οποίο επέμενε στα προηγούμενα βιβλία του, γράφοντας: Όλα τα ονόματα, τους τίτλους, τους όρους κ.λπ. που αναφέρονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου μπορεί εύκολα ο αναγνώστης να τα αναζητήσει και να τα βρει στο διαδίκτυο. Όπως επίσης και τις πηγές των ενσωματωμένων δάνειων στίχων, οι οποίοι επισημαίνονται με πλάγια γράμματα. (σ.61)

Ο Σταύρος Ζαφειρίου στο βιβλίο αυτό, χωρίς να παύει να διηθεί με φιλοσοφικό φίλτρο τις ποιητικές του εικόνες, ιχνηλατεί την προσωπική του πορεία από την άγνοια στη γνώση, αποκαλύπτοντας τους εσωτερικούς του δαίμονες και μιλώντας με πιο έντονη συγκίνηση από ό,τι σε άλλα του βιβλία. Τα θέματα της υπαρξιακής αγωνίας, της φθοράς, του θανάτου και του προβληματισμού για την εκφραστική δύναμη της ποίησης τίθενται πλέον σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο. Η ποιητική έκφραση ακροβατεί στα όρια του προσωπικού δράματος και της ατομικής ενοχής, με το συλλογικό τραύμα του εμφυλίου και την ποιητική ενοχή για την αδυναμία της έκφρασής του ή και την αδυναμία αποδοχής και μετάλλαξής του σε κάτι καινούργιο και καρποφόρο.

Διαφαίνεται η αγωνία του ποιητή να μιλήσει πιο επιτατικά για την δική του ιστορία, γιατί είναι η Ιστορία του τόπου και του χρόνου μας, είναι αυτό που κυλάει στις φλέβες και πήζει και γίνεται πόνος και θλίψη και χωρίς νόημα. Και πρέπει να το ονομάσουμε, για να μπορέσουμε να το παλέψουμε.

Για να μπορέσουμε με αυτόν τον τρόπο να υπάρξουμε∙ μια που υπάρχουμε εξαιτίας και για χάρη του…

Κύλιση στην κορυφή