Θανάσης Μάνης

Το σύνδρομο του Πικιώνη

Σε μια αφίσα του ΕΟΤ της δεκαετίας του ʼ50 απεικονίζεται ένα σοκάκι που βλέπει προς τη θάλασσα. Στα δεξιά, ένα ασβεστωμένο μονώροφο και στα αριστερά ένα διώροφο νεοκλασικό. Μπροστά από το νεοκλασικό, δύο άντρες σ’ ένα τραπεζάκι καφενείου. Στο βάθος, η θάλασσα, μια βάρκα και, μακριά στον ορίζοντα, η στεριά.

Πάνε πολλά χρόνια τώρα που κατασκευάσαμε την εικόνα μας· μια εικόνα που δεν είναι σίγουρο αν την επιθυμούσαμε ή αν ήταν η εικόνα που θέλαμε να έχουν οι άλλοι για εμάς. Αυτοί που θα έρθουν από τα κέντρα δεν χρειάζονται ένα κέντρο. Πήραμε αυτή την πρόταση στα σοβαρά και αποδεχτήκαμε την επαρχιακή μας ταυτότητα. Στις μέρες μας, πέρα από τον πολιτισμό, βλέπουμε τις συνέπειές της και στην οικονομία του τουρισμού. Κάποτε οι Κυκλάδες, τώρα η Αθήνα – σαν τα εξωτικά πουλιά του παραδείσου.

Τι γίνεται όμως όταν η αισθητική της παράδοσης απογυμνώνεται από τη λειτουργία της; Τα νησιά μας γεμίσανε με πέτρινη αρχιτεκτονική και ξερολιθιές. Τα νέα κτίρια, όμως, δεν είναι πραγματικά πέτρινα και οι νέες ξερολιθιές δεν υποστηρίζουν πλέον την τοπική παραγωγή. Για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μιας άλλης κοινωνικής ομάδας, τα κτίρια αυτά απαιτούν μια τεχνολογία που έρχεται σε σύγκρουση με αυτό που αποκαλούμε «παράδοση». Μπορεί το σπίτι να είναι high-tech, αλλά θα μοιάζει low-tech – σαν να βγαίνει από τη γη. Εξάλλου, οι ιδέες περί μπρουταλισμού στην αρχιτεκτονική αποτελούν μακρινό παρελθόν. Όταν θέλουμε να διατηρήσουμε την εικόνα που περιγράψαμε πριν, δεν μας ενδιαφέρει να αποκαλύψουμε τι πραγματικά υπάρχει από κάτω. Οτιδήποτε σύγχρονο σκεπάζεται κάτω από μια παχιά στρώση φαινομενικής λαϊκότητας και μεσογειακής ανεμελιάς.

Το «σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο θωρείς» έγινε «και σπίτι όσο θωρείς και χωράφι όσο θωρείς». Το χωράφι βαφτίστηκε «landscape» και δέχτηκε διάφορα μεσογειακά φυτά που αντέχουν στις καιρικές συνθήκες – είδη που επιλέχθηκαν μετά από εξονυχιστική επιστημονική μελέτη και moodboards. Αυτή η γη, που μετά βίας τάιζε τους νησιώτες, τώρα ξεκουράζεται. Ίσως μια μέρα να χρειαστεί να τους ξαναταΐσει. Σε αυτή τη γη υπάρχει τώρα ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι. Είναι μια έπαυλη που ντρέπεται για τον εαυτό της. Σπάει σε μικρούς όγκους και προσποιείται ότι είναι συγγενής των μονόχωρων νησιωτικών σπιτιών. Ό,τι είναι μεγάλο, πρέπει να φαίνεται μικρό.

Τα νεοκλασικά σπίτια των καπεταναίων μοιάζουν τώρα με αντίδοτο που έρχεται από το παρελθόν. Και υπάρχουν, και φαίνονται, και δεν προσποιούνται ταπεινότητα. Γιατί άραγε αυτή η αρχιτεκτονική δεν επιλέχτηκε σαν επικρατέστερη παράδοση, αφού αναφέρεται σε μια παρόμοια κοινωνική τάξη;

Η φαινομενική λαϊκότητα βόλεψε και την Πολιτεία και τους αρχιτέκτονες. Ναι μεν τα νησιά μας θα αλλάξουν, αλλά θα φαίνονται όπως ήταν πάντα. Σαν τις πρώτες αφίσες του ΕΟΤ. Ένα σκηνικό.

Όμως η υπόθεση δεν σταματά εδώ, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε και ένα άλλο αρπακτικό με τη μορφή προβάτου: το υπόσκαφο. Βλέπετε, και αυτό προϋπήρξε· είναι μέρος μιας μακράς παράδοσης. Πάντα με σεβασμό στην παράδοση, σκάβονται υπερμεγέθεις κουφάλες στα βραχώδη τοπία των νησιών. Οι μπετονένιες στέγες καλύπτονται με χώμα και πέτρες. Σαν να μην έγινε τίποτα. Τον θάψαμε τον νεκρό. Από πάνω συνεχίζουμε τις δραστηριότητές μας με απόλυτο σεβασμό στο τοπίο. Αφού δεν φαίνεται, δεν υπάρχει.

Όμως το μεγάλο ερώτημα είναι αν η φαινομενική απλότητα ή ελληνικότητα βοήθησε την σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Κατασκευάσαμε ένα επαρχιακό αρχιτεκτονικό ιδίωμα για να αποφύγουμε να απαντήσουμε στα πιο δύσκολα ερωτήματα που μας θέτει η νέα κατάσταση. Κρυβόμαστε πίσω από μια επιλεγμένη παράδοση για να μην αντιμετωπίσουμε την αρχιτεκτονική πρόκληση ενός σπιτιού εξακοσίων τετραγωνικών μέτρων σε μια πλαγιά που κοιτάει το αρχιπέλαγος. Αυτή η πρόκληση είναι ένα οικουμενικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα – δεν είναι απαραίτητα μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Ένας αρχιτέκτονας στην Αυστραλία θα κληθεί να απαντήσει στο ίδιο ερώτημα, μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο.

Αν θέλαμε να μιλήσουμε για παράδοση, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τους οικισμούς και όχι για την παραπλανητική εκτός οικισμών δόμηση. Η τουριστική αστικοποίηση δεν μας δίνει χώρο για να σκεφτούμε το τοπίο· είναι σαρωτική. Τα νησιά μοιάζουν να πάσχουν από ανεμοβλογιά καθώς διασχίζεις με το πλοίο το Αιγαίο. Εκεί που κάποτε στεκόταν η χώρα και μπορούσες να δεις τα όριά της, τώρα έχει βγάλει πλοκάμια. Μπορεί οι ανάγκες να άλλαξαν από τότε, αλλά μπορούμε να μάθουμε κάτι από τον τρόπο που κατοικούσαν τότε. Ο οικισμός είναι οικισμός και η γη είναι γη.

Ακόμα και σήμερα, που οι τουρίστες θέλουν να απολαμβάνουν την ιδιωτικότητά τους στη φύση του αρχιπελάγους, σε λίγο αυτή η φύση θα απειλείται. Μια προσαρμοσμένη ιδιωτικότητα στο πλαίσιο ενός οικισμού θα διέσωζε το αντικείμενο της απόλαυσης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτά αποτελούν οικουμενικά προβλήματα στην αρχιτεκτονική. Αν μας επιτρεπόταν να τα αντιμετωπίσουμε ως τέτοια, μπορεί και να βρίσκαμε τελικά την πολυπόθητη οικουμενική διάσταση της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής.  

Δυστυχώς, η αρχιτεκτονική έρχεται πάντα δεύτερη. Η αναζήτηση μιας οικουμενικότητας στην αρχιτεκτονική δεν μπορεί να αγνοήσει ένα επίμονο πρόβλημα του συγχρόνου ελληνικού πολιτισμού. Τα λόγια του Κώστα Αξελού από τη Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας το μακρινό 1954, θα μπορούσαν να απευθύνονται και στους αρχιτέκτονες:

«Το τοπικό εξαντλείται γρήγορα, όταν δεν είναι ο –έστω και περιορισμένος– τόπος όπου τοποθετείται μια οικουμενικότητα… Μη διαθέτοντας πραγματικά οικουμενική ιδιαιτερότητα, πώς θα γινόταν η Ελλάδα κέντρο; Προσφέροντας στους άλλους το θέαμα του παρελθόντος της; Η προσφορά είναι σαφώς ανεπαρκής… Τα ίδια τα ερείπια γίνονταν πράγμα αισθητικό· ποτέ, όμως, μια αναπαράσταση που κλείνεται στο εσωτερικό της αισθητικής δεν μπορεί να εμφανιστεί ως έχουσα οικουμενική αξία… Αν η ελληνοκεντρική αυταπάτη αναγνωριζόταν και αν η δυτικόστροφη τοποθέτηση απέβαλλε τη μιμητική της τάση, θα μπορούσε μήπως να γίνει αυθεντικά νεωτερική αυτή η χώρα των ερειπίων; … Δεν είναι επαρχιακό ό,τι μοιάζει υποδεέστερο απέναντι στις δημιουργίες και τις εκδηλώσεις των μεγάλων κοσμοπολιτικών κέντρων, αλλά ό,τι δεν έχει δικό του ρυθμό… Για να γίνει η Ελλάδα αληθινά νεωτερική θα πρέπει να υπάρξει ένα κίνημα προερχόμενο από την δική της ουσία…».

Στην αρχιτεκτονική αυτό το βιώνουμε σε διάφορα γεγονότα του εικοστού αιώνα. Ένα, ίσως, είναι το πιο έκδηλο· θα μπορούσαμε να το πούμε: το σύνδρομο του Πικιώνη. Ο Πικιώνης ξεκινάει την καριέρα του κοιτώντας στη Δύση και την τελειώνει κοιτώντας στην Ανατολή. Το πιο δύσκολο, βέβαια, ήταν να κοιτάξει στα πόδια του – τον τόπο στον οποίο πατούσε. Από αρχιτέκτονας του μοντερνισμού καταλήγει ο αρχιτέκτονας της νέας ελληνικότητας. Μια ελληνικότητα που, όμως, δεν μπορεί ακόμα να τη διατυπώσει καθαρά. Ψάχνει να βρει στοιχεία στη μακρινή αρχαιότητα, να τα παντρέψει με τη λαϊκή παράδοση και στοιχεία της ανατολής. Η προσπάθειά του είναι σπουδαία, αλλά δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός. Δεν είναι εύκολο να γεννηθεί μια νέα ελληνική αρχιτεκτονική που να έχει οικουμενική αξία.

Το σίγουρο είναι ότι ο Πικιώνης δεν μπορεί να το κάνει μόνος του. Είναι ένας σκοπός συλλογικός· απαιτεί πολλές φωνές και χρόνο.

⸙⸙⸙

[Ο Θανάσης Μάνης είναι Αρχιτέκτονας, Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.]

Κύλιση στην κορυφή