Η ολοκλήρωση της δίκης της Χρυσής Αυγής, αποτελεί ένα ορόσημο στην ανάπτυξη της άκρας Δεξιάς στη χώρα μας και, ιδιαίτερα, της νεοναζιστικής πλευράς της. Το δικαστήριο, αναγνώρισε πως πρόκειται για εγκληματική οργάνωση, όπως ουσιαστικά, οι περισσότεροι εχέφρονες πολίτες μπορούσαμε να αντιληφθούμε. Οι εγκληματίες αναμένεται να βρεθούνε στη φυλακή, για αρκετά χρόνια, δυστυχώς όχι για όσα θα έπρεπε ίσως, αφού με βάση τον νέο Ποινικό Κώδικα που ισχύει από το 2019, οι ποινές για τα αδικήματα που κατηγορούνται οι νεοναζί θα είναι αρκετά ελαφρύτερες από εκείνες που προέβλεπε ο παλαιότερος κώδικας. Υποθέτω πως η επιτροπή που ασχολήθηκε με την αναθεώρηση και οι νομοθετήσαντες τον νέο ΠΚ, δεν είχαν λάβει υπόψη τη δίκη που, με βραδείς ρυθμούς, διεξαγόταν ακόμη. Ας είναι. Ίσως μόνο και μόνο ο χαρακτηρισμός της ΧΑ ως τρομοκρατικής οργάνωσης να είναι αρκετός και να ικανοποιεί, εν πολλοίς το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουν ακόμη καθοριστεί οι επιβαλλόμενες ποινές, αφού ο ευρωβουλευτής και πρώην ηγετικό μέλος της οργάνωσης Γιάννης Λαγός, υπέβαλλε αίτημα εξαίρεσης του δικαστηρίου, το οποίο εν τέλει απορρίφθηκε, καθυστερώντας όμως τη διαδικασία που προέβλεπε να ανακοινωθούν οι ποινές των καταδικασθέντων.
Πριν λίγες μέρες, τα κοινωνικά δίκτυα κατακλύστηκαν από κινητοποιήσεις που ήθελαν την καταδίκη των μελών της ΧΑ και την αναγνώρισή της από την ελληνική δικαιοσύνη ότι πρόκειται για εγκληματική οργάνωση με το σύνθημα «Δεν είναι αθώοι». Προσωπικά, διαφώνησα, όχι με τη δράση αλλά με το σύνθημα. Ο νομικός πολιτισμός της «παρηκμασμένης» Δημοκρατίας, αυτής ακριβώς που η ΧΑ μισεί και περιφρονεί και το επέδειξε σε όλη τη μακρά πορεία της δράσης της, ορίζει ότι όλοι είναι αθώοι ενώπιον του φυσικού τους δικαστή, μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους. Γι’ αυτό άλλωστε και το δικαστήριο δεν αποφασίζει περί μη αθωότητας, αλλά περί ενοχής. Κλασικό παράδειγμα η αθώωση λόγω αμφιβολιών. Ορθότερη θα ήταν μια καμπάνια που θα έλεγε «Είναι ένοχοι». Γιατί η αναφορά σε όλο αυτό; Θα καταδειχθεί παρακάτω.
Οφείλουμε, αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι, να παραδεχτούμε ένα πράγμα. Η Δικαιοσύνη άργησε. Άργησε πολύ. Για την ακρίβεια, πρόλαβε στο παρά ένα. Η ιδεολογία αλλά και η δράση της εγκληματικής οργάνωσης ΧΑ είναι γνωστή εδώ και αρκετά χρόνια. Στο σημείο αυτό, μια και έγινε αναφορά στην ιδεολογία, θα πρέπει να τονιστεί κάτι που ίσως ο αντιφασιστικός πυρετός των τελευταίων ημερών δεν επέτρεψε να γίνει ξεκάθαρο· τα μέλη της ΧΑ που καταδικάστηκαν, δεν καταδικάστηκαν επειδή είναι φασίστες ή ανοιχτά νεοναζί. Καταδικάστηκαν για συγκεκριμένες εγκληματικές ενέργειες, όχι για τις ιδέες τους, όσο απεχθείς κι αν είναι αυτές. Αυτό πρέπει να γίνει σαφές. Στη Δημοκρατία καταδικάζονται πράξεις και όχι ιδέες. Ο Κουφοντίνας και οι αδελφοί Ξηροί δεν καταδικάστηκαν για τις απόψεις τους. Αλλά για τις δολοφονίες τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Γιάννης Σερίφης, ο οποίος προσήλθε στο δικαστήριο στη δίκη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17Ν, δεδομένου ότι θεωρήθηκε πως ήταν κοντά οι πεποιθήσεις του με εκείνες των κατηγορουμένων, αλλά δεν αποδείχθηκε καμία εμπλοκή του είτε στις ληστείες είτε στις δολοφονίες της οργάνωσης. Κατά την ίδια λογική, ο γνωστός δικηγόρος Κώστας Πλεύρης, ο οποίος υπέβαλε και το αίτημα εξαίρεσης του δικαστηρίου του Γιάννη Λαγού, είναι γνωστό πως συμμερίζεται αρκετές από τις αντιλήψεις των κατηγορουμένων, ωστόσο αυτό δεν τον καθιστά συνένοχό τους.
«Δεν είναι αθώοι», έλεγε το σύνθημα που κοσμούσε τις φωτογραφίες προφίλ πολλών. Και τώρα που ο εφιάλτης τελειώνει, αυτομάτως τίθεται το ζήτημα: εμείς, οι υπόλοιποι, είμαστε εξίσου ένοχοι για το δυνάμωμα της νεοναζιστικής, εγκληματικής ΧΑ ή όχι; Πάνω σε αυτό το ζήτημα κυριαρχούν δύο, κατά την άποψή μου εξίσου ακραίες, αντιλήψεις.
Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, την ενοχή και την ευθύνη για το δυνάμωμα της νεοναζιστικής οργάνωσης την έχουν οι πολιτικές δυνάμεις, οι πολίτες που με την ψήφο τους έστειλαν τη ΧΑ στη Βουλή και στην Ευρωβουλή, καθώς και εκείνοι που δεν αντέδρασαν δυναμικά στην ενίσχυσή της. Είναι η άποψη που ουσιαστικά βάζει δίπλα στο κάδρο της ΧΑ και τους λεγόμενους «νοικοκυραίους», τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, κάθε πολιτικό φορέα που δεν ανήκει στο σκληρό αντίφα μέτωπο, έτσι όπως αυτό προσδιορίζεται και καθορίζεται κυρίως από τη ριζοσπαστική και κομμουνιστική Αριστερά.
Η άλλη άποψη είναι η καθαρά λαϊκιστική, που θέλει τον λαό και τους πολίτες πάντοτε αθώους και ανεύθυνους, ακόμη και για τις δικές τους επιλογές. Τι μπορεί να φταίει ο απλός πολίτης που, σαν ανήλικος σχεδόν, έχει ανάγκη πάντα από έναν κηδεμόνα, που τον καθοδηγούν τα ΜΜΕ και τα πολιτικά κόμματα και ο ίδιος, ακόμη κι αν σφάλλει στην κρίση του δεν ευθύνεται ποτέ, ακόμη κι όταν ενισχύει μια εγκληματική οργάνωση, όπως η ΧΑ;
Είναι εντυπωσιακό αλλά εδώ θα πρέπει να τονιστεί πως πάνω σε αυτές τις δύο αντιλήψεις, μια νεοναζιστική οργάνωση που μέχρι την κρίση και τον «εκλογικό σεισμό» του 2012 ζούσε και δρούσε στα σκοτάδια του περιθωρίου, μπόρεσε τελικά να μπει στο προσκήνιο και να φτάσει να γίνει τρίτο (!) κόμμα στην ελληνική Βουλή. Η πρώτη αντίληψη είναι αφοριστική. Όποιος δεν είναι μαζί μας, όποιος δεν ανήκει στη στενή ή ευρεία (σηκώνει μεγάλη κουβέντα το «ευρεία» και το πώς ορίζεται) Αριστερά, είναι φασίστας και αβαντάρει τη ΧΑ. Συνήθως, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, άνθρωποι συντηρητικοί, άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να ανησυχούν για τις επιπτώσεις της παράνομης μετανάστευσης στους τόπους που κατοικούν, άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν απλώς με επιφυλάξεις τους νεοεισερχόμενους μετανάστες, ταυτίζονται εξ ορισμού με ξενόφοβους και ρατσιστές. Δεν είναι τυχαίο ότι, τουλάχιστον στην Αθήνα, σε περιοχές οι οποίες η ΧΑ αποκτούσε ερείσματα και ενισχυόταν, γίνονταν πολύ συχνά διάφορα αντιφασιστικά συλλαλητήρια και εκδηλώσεις, τα οποία θα έλεγε κανείς πως μάλλον λάδι στη φωτιά έριχναν, πάρα περιόριζαν το εκτόπισμα της εγκληματικής οργάνωσης στις τοπικές κοινωνίες. Όπως πολύ σωστά είχε παρατηρήσει ο Παύλος Μπακογιάννης [1], η αντίσταση κατά της δικτατορίας, εμμένοντας και ταυτιζόμενη κατά κύριο λόγο με τους προοδευτικούς πολίτες, συχνά υπέπεσε στο λάθος να αδιαφορήσει και να μην εστιάσει τον πολιτικό της λόγο και τη δράση στους συντηρητικούς δημοκράτες, οι οποίοι τελικά εγκαταλείφθηκαν στις αγκάλες των δικτατόρων. Αν λοιπόν συνδυαστεί η ταύτιση από κάποιους των συντηρητικών –έστω και των υπερσυντηρητικών πολιτών– με τους νεοναζί εγκληματίες της ΧΑ με το γεγονός ότι η άνοδος της άκρας Δεξιάς σε όλη την Ευρώπη κατά την ίδια περίοδο δημιουργεί συνθήκες αποστιγματισμού της ψήφου προς αυτήν [2], γίνεται κατανοητό ότι αυτή η άποψη μάλλον ενισχύει παρά αποθαρρύνει τη σύνδεση με την άκρα Δεξιά γενικότερα και τη ΧΑ ειδικότερα.
Η άλλη αντίληψη, αυτή που θέλει τον πολίτη έχοντα ανάγκη κηδεμόνα, τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη, τον απενοχοποιεί πλήρως και, κατά συνέπεια, μπορεί πολύ εύκολα να στραφεί, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπου το πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται, σε αντισυστημική / αντικοινοβουλευτική ψήφο, όπως ήταν η ψήφος στη ΧΑ.
Τελικά, στο δια ταύτα, ποιο μπορεί να είναι το ζητούμενο; Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ο χρυσαυγιτισμός εξακολουθεί να υπάρχει στην ελληνική κοινωνία και μετά την εξαΰλωση των ποσοστών της ΧΑ στις εκλογές του 2019. Ουδέν αληθέστερον τούτου. Όντως έτσι είναι. Αλλά υπάρχει μια διαφορά. Η άνοδος της ΧΑ, ανεξάρτητα από το προϋπάρχον αυτής κοινωνικό υπόστρωμα είναι σαφώς αποτέλεσμα της μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης των προηγούμενων ετών, που οδήγησε στην κατάρρευση του δικομματισμού, όπως τον ξέραμε. Οι πολίτες που ψήφισαν τους νεοναζί, όμοια με τους άλλοτε υποστηρικτές της δράσης της 17Ν, εξέφρασαν κυρίως αρνητισμό και αποστροφή στο πολιτικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι μεν και οι δε υποστήριζαν τις δολοφονίες ή τις βιαιοπραγίες, προκειμένου «να σφίξουν τα γάλατα», όπως υποστήριζαν.
Η κρίση δημιούργησε νέες πραγματικότητες. Δεν έγιναν μισό εκατομμύριο Έλληνες ναζί, όπως, κατ’ αντιστοιχία θα λέγαμε, δεν υιοθέτησαν 30% των Ελλήνων ξαφνικά τα ιδεώδη της ριζοσπαστικής Αριστεράς, επειδή ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ. Το να εξαφανίσουμε λοιπόν τους ψηφοφόρους της ΧΑ από το πολιτικό σκηνικό είναι αδύνατον. Το να τους ταυτίσουμε με τους δολοφόνους του Φύσσα και του Λούκμαν, επικίνδυνο. Τι απομένει; Σύμφωνα με την τοξικολογία, η δόση είναι που κάνει το δηλητήριο, καθώς ένα μπουκάλι χλώριο σε μια πισίνα είναι ακίνδυνο, αν το πιεί όμως κανείς –πλην του Τραμπ– πεθαίνει. Ας υπάρχουν λοιπόν χαμένοι στα αστικά πολιτικά κόμματα, ανήμποροι να επιβάλλουν την ατζέντα τους και πάντα με την ελπίδα κάποτε να καταλάβουν –η πρόσφατη δικαστική απόφαση βοηθάει– πως οι νταήδες μπορεί να γοητεύουν, αλλά δεν κερδίζουν πάντα ούτε στην πολιτική ούτε στη ζωή.
ΥΓ: Αυτό που προσωπικά μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη αηδία ως προς τη δράση της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, δεν ήταν ο φόνος του Φύσσα τόσο ή ο φόνος του Λούκμαν. Ήταν η επίθεση στους Αιγύπτιους αλιεργάτες. Δεν επιτέθηκαν ΠΟΤΕ στους Αφρικανούς που πωλούν ναρκωτικά στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου και μπροστά από την Ακαδημία. Δεν επιτέθηκαν καν στους αλλοδαπούς εκείνους που έχουν στήσει δίκτυα πώλησης και ανταλλαγής κλεμμένων κινητών συσκευών. Αυτοί δεν ενοχλήθηκαν ποτέ από την δράση της εγκληματικής οργάνωσης Χ.Α. Επιτέθηκαν θρασύδειλα, σε φιλήσυχους αλλοδαπούς μεροκαματιάρηδες. Σε ανθρώπους που ΔΟΥΛΕΥΑΝ και μάλιστα απολύτως ΝΟΜΙΜΑ στη χώρα. Αυτό και μόνο καταδεικνύει όχι μόνο την εγκληματική φύση της ΧΑ αλλά και τη γενικότερη αλητεία που διέκρινε τα ενεργά μέλη της.
⸙ ⸙ ⸙
Σημειώσεις
- Νίκος Παπαναστασίου, Αντίσταση από μικροφώνου. Ο Παύλος Μπακογιάννης απέναντι στη δικτατορία των Συνταγματαρχών, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα, 2020.
- Βασιλική Γεωργιάδου, Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα 1965-2018, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2019, σ. 213.

