Κωνσταντίνος Λερούνης

Το τέλος της επαγγελματικής εξουθένωσης

Jonathan Malesic, The End of Burnout. Why Work drains us and how to build better lives. University of California Press, 2022.

Η επαγγελματική εξουθένωση δεν αναφέρεται πλέον τόσο συχνά όσο σε προηγούμενες δεκαετίες, αφού έχει επισκιαστεί από την αυξανόμενη εντροπία του διεθνούς πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι λιγότερο πραγματική ή επώδυνη. Από αυτή την άποψη, οποιαδήποτε υπενθύμιση μπορεί να εγείρει εκ νέου κάποια ζητήματα είναι ευεργετική.

Το βιβλίο του Jonathan Malesic, Καθηγητή του Southern Methodist University, κινείται με ευκολία μεταξύ πολιτισμικής αφήγησης, κοινωνικού δοκιμίου και προσωπικής εξομολόγησης, ισορροπώντας αρκετά ικανοποιητικά μεταξύ των τριών. Η προσωπική του ιστορία συνυφαίνεται με την έρευνα που αναγκάστηκε να κάνει ώστε να κατανοήσει τις αιτίες και τις παραμέτρους και τους ανθρώπους που συνάντησε στην πορεία εμβάθυνσης στο φαινόμενο αυτό. Η συμβολή του Μαλέζικ συνίσταται στην εξέταση του φαινομένου της επαγγελματικής εξουθένωσης από μια πολιτισμική και θεολογική σκοπιά, η οποία όμως λαμβάνει υπόψη της τα διακριτά όρια μεταξύ κοσμικού και θρησκευτικού βίου.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου επιτελεί μια τρισσή λειτουργία: αφηγείται την προσωπική εμπειρία του συγγραφέα, ο οποίος βυθίστηκε αργά και σταθερά στην επαγγελματική εξουθένωση, διατρέχει την ιστορία της κατανόησης του φαινομένου και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η ψυχολογία αντιμετωπίζει τις συνέπειές της. Η ευσυνειδησία και η ακρίβεια του συγγραφέα του επιτρέπουν να καταγράψει τις ενστάσεις και τις αμφιβολίες που έχουν διατυπωθεί όσον αφορά την επαγγελματική εξουθένωση (λ.χ. ο ΠΟΥ θεωρεί πλέον την επαγγελματική εξουθένωση εργασιακό φαινόμενο αλλά όχι ιατρική ασθένεια), χωρίς να υποτιμά τις συνέπειές της. Η πρωτεϊκη φύση της επαγγελματικής εξουθένωσης καθιστά δυσχερέστατο ―αλλά όχι αδύνατο― τον σχετικά ακριβή ορισμό της. Μια πτυχή που υποτιμάται συστηματικά είναι η έλλειψη αναγνώρισης του εργασιακού μόχθου, η οποία οδηγεί σε μια διαρκώς επιτεινόμενη αποξένωση του ατόμου από την εργασία του. Αυτή η έλλειψη δεν μπορεί να θεραπευτεί από μια ισχυρή πίστη του εργαζομένου στην αξία της συμβολής του. Αντίθετα, όσο ισχυρότερη γινόταν αυτή η πεποίθηση τόσο εντονότερη και η επαγγελματική εξουθένωση. Με εφαλτήριο αυτό το παράδοξο ο συγγραφέας κίνησε να ανακαλύψει μια εργασιακή αντι-κουλτούρα και να καταγράψει την πνευματική της ποικιλομορφία.

Η συνεπής θεώρηση της πνευματικότητας ως αναχώματος στην επαγγελματική εξουθένωση είναι ένα από τα ευτυχέστερα σημεία του έργου του Μαλέζικ. Οι Βενεδικτίνοι πατέρες της Ι.Μ. του Χριστού της Ερήμου στο Νέο Μεξικό αποτελούν ένα αντιπαράδειγμα τον κρατουσών σχέσεων παραγωγής. Κατά τη δεκαετία του 1990 η Μονή διέθετε «διαδικτυακό σκριπτόριο», μία από τις καλύτερες επιχειρήσεις σχεδιασμού ιστοσελίδων στις ΗΠΑ. Οι μοναχοί συνδύαζαν τις δύο βασικές συνιστώσες της ζωής των Βενεδικτίνων όπως αυτές αποτυπώνονται στο περίφημο έμβλημα του Tάγματος «προσεύχου και εργάζου» (Ora et Labora). Οι ιστοσελίδες που παρήγαγαν ήταν ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας και γι’ αυτό οι παραγγελίες αυξάνoνταν διαρκώς, παρά τη χρήση εικόνων υψηλής ανάλυσης που καθόλου δεν ενδείκνυντο την εποχή του πρώιμου διαδικτύου Όταν όμως ο όγκος εργασίας έγινε τέτοιος που απειλούσε την πνευματική ζωή των μοναχών, ο ηγούμενος έκλεισε το σκριπτόριο, ενάντια σε κάθε οικονομική λογική. Παρά την προφανή αποτυχία του πρώιμου αυτού εγχειρήματος, το συμπέρασμα του Μαλέζικ ότι είναι αναγκαία η υπαγωγή της εργασίας σε πνευματικές και ηθικές αρχές φαίνεται εύλογο όχι γιατί μια τέτοια υπαγωγή διευκολύνεται από τις ιστορικές συνθήκες –κάθε άλλο μάλιστα–, αλλά διότι έχει καταστεί πιο επείγουσα από ποτέ.

Το διττό συμπέρασμα το οποίο συνάγεται αβίαστα από το βιβλίο του Καθηγητή Τζόναθαν Μαλέζικ αλλά ποτέ δεν διατυπώνεται ρητά, θα μπορούσε να αρθρωθεί ως εξής. Η επαγγελματική εξουθένωση αποτελεί αφενός ένα κατεξοχήν συλλογικό πολιτισμικό φαινόμενο και όχι μια ατομική ψυχική παθογένεια και αφ’ ετέρου δεν σχετίζεται κατά πρώτο λόγο με την ποσότητα της εργασίας αλλά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά της. Δύο παραθέματα, το πρώτο από τον Γιόζεφ Πίπερ («Η νερομάνα της σχόλης είναι η υψηλότερη μορφή κατάφασης του κόσμου ως ολότητας» [171]) και το δεύτερο από τον Άμπραχαμ Τζόσουα Χέσελ («Το Σάββατο δεν υπάρχει για χάρη των ημερών εργασίας, αλλά οι ημέρες εργασίας για χάρη του Σαββάτου. Το Σάββατο δεν είναι ένα διάλειμμα αλλά η αποκορύφωση του ζην» [172]) μας δίνουν το μέτρο της ασυμβατότητας του σύγχρονου τεχνικού πολιτισμού ως οργάνωσης της εργασίας για την κατάκτηση της φύσης με τη λελογισμένη προσπάθεια και επομένως με τη σχόλη. Στη Μονή των Βενεδικτίνων η προσευχή κατευθύνει την εργασία και όχι το αντίθετο. Όπως παρατηρεί ο Μαλέζικ, το σύστημα εργασίας των Βενεδικτίνων είναι δομημένο με τρόπο που αποσοβεί τις κυριότερες αιτίες επαγγελματικής εξουθένωσης: την έλλειψη αναγνώρισης και αυτονομίας, τη σύγκρουση αξιών, τον υπερβολικό φόρτο εργασίας και τη διάλυση της κοινότητας.

Αν και η μοναστική πρακτική μοιάζει ουτοπική, οι λύσεις ακαδημαϊκών όπως η Kathi Weeks, η οποία προτείνει να πληρωνόμαστε όλο και περισσότερο για όλο και λιγότερη εργασία, μοιάζουν απλώς άτοπες. Η διαλεκτική μεταξύ της μονής ως χαρακτηριστικής μορφής του θρησκευτικού βίου και του κοσμικού βίου έγκειται ακριβώς στο ότι ο κοσμικός βίος αναπόφευκτα αποδίδει μια περιορισμένη αξία στο άτομο, η οποία συναρτάται με τη χρηστικότητά του, ενώ ο θρησκευτικός βίος αποκαθιστά την απεριόριστη και απροϋπόθετη αξία του ατόμου. Όσο αφελές θα ήταν να προσδοκούμε ότι ο κοσμικός θα μιμηθεί επακριβώς τον θρησκευτικό βίο, αλλά τόσο καταστροφικό θα ήταν να αποκλείσουμε τη μερική γονιμοποίηση του κοσμικού από το θρησκευτικό.

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου δείχνει την πολυπλοκότητα του φαινομένου της επαγγελματικής εξουθένωσης, στο πλαίσιο του οποίου κάθε κατευθυντήρια αρχή έχει πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς, Καθώς και τη σχετικότητα όρων όπως «σε καλή φυσική κατάσταση», όταν αυτοί συναρτώνται με ευθύγραμμο τρόπο με την ικανότητα ή μη προς εργασία. Αντίθετα, ο κοινός παρονομαστής όσων ακολουθούν ένα εργασιακό έθος που υπερβαίνει ―ή, τουλάχιστον αντιστρατεύεται― την εξουθένωση είναι η με κάθε τρόπο διατήρηση της αξιοπρέπειας της εργασίας. Σε αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται όχι μόνο οι Βενεδικτίνοι μοναχοί, αλλά και οι καλλιτέχνες με αναπηρία, διάφορες ομάδες με έντονα χόμπυ και μέλη φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών που αναπτύσσονται «από τα κάτω».

Ωστόσο, δεν μπορούν παρά να διατυπωθούν σοβαρές επιφυλάξεις για το ακροτελεύτιο επιχείρημά του, ότι ενδεχομένως η εργασία δεν είναι εγγενώς καλή και ευεργετική και θα έπρεπε να αφήσουμε τις μηχανές να μοχθούν για εμάς, αναδιανέμοντας τον πλούτο που δημιουργούν. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα και, πιθανότατα, δεν πρόκειται να συμβεί τώρα. Είναι πρόδηλο ότι δεν είναι κάθε εργασία ευεργετική, αλλά αυτό δεν ανατρέπει το γεγονός ότι μέσω της εργασίας, κυρίως, το άτομο έχει κοινωνική μετοχή και ισχύ.

Το βιβλίο του Τζόναθαν Μαλέζικ είναι μια αξιόλογη συμβολή ακριβώς διότι φέρει μια βαθιά προσωπική μαρτυρία και ταυτόχρονα ιχνηλατεί με διεισδυτικότητα τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα σε διάφορες ομάδες και μη-συστημικά συστήματα που υπερβαίνουν το εργασιακό ήθος και έθος που οδηγεί στην επαγγελματική εξουθένωση. Κυρίως, δεν διαπνέεται από αφέλεια ώστε να προτείνει «συνταγές» προς εφαρμογή, αφού ακόμη και το ακροτελεύτιο επιχείρημά του αρθρώνεται σαν μια ουτοπική επιθυμία με την οποία επιχειρεί αναδρομικά να μπολιάσει ποιητικά το παρόν. Ελπίζουμε ότι κάποιος Έλληνας εκδότης θα ενδιαφερθεί να φιλοξενήσει το βιβλίο αυτό στον κατάλογό του.

Κύλιση στην κορυφή