Αισχύλου Αγαμέμνων. Μτφρ. Κ.Χ. Μύρης. Χφο τετράδιο 50φ., 1988. | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Παρασκευή Αποστολοπούλου

Το θέατρο ήταν η αφορμή

«Το θέατρο ακόμα και σήμερα μπορεί να γίνει επικίνδυνο για κάθε εφησυχασμό». Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με τον Δάσκαλο Κώστα Γεωργουσόπουλο. Μέσα από μια σειρά μαθημάτων. Στην Ανοιχτή Τέχνη. Για το θέατρο.

Σύντομα καταλάβαμε πως μπροστά μας βρισκόταν ένας άνθρωπος που φλεγόταν για τα σπουδαία θεατρικά κείμενα, τους άξιους ηθοποιούς, τις μεγάλες παραστάσεις. Μας μιλούσε για τον παράφορο έρωτα που γεννάει η τέχνη για το καινούργιο, το τολμηρό, το διαφορετικό.

«Έγινε καθημερινότητα η υποκριτική τέχνη. Το θέατρο έγινε καταναλωτικό προϊόν». Το ʼλεγε γιατί αυτός αγαπούσε τους ηθοποιούς που κουβαλούσαν την τρέλα και το πάθος να παίξουν την αιωνιότητα.

«Δημήτρης Χορν. Ερρίκος ο Δ΄. Τρομακτική ερμηνεία. Το μεγαλείο της υποκριτικής σχιζοφρένειας». Το ʼλεγε με το παράπονο που έχει κάθε άνθρωπος που γνωρίζει πως κάποια επαγγέλματα δεν είναι επαγγέλματα. Είναι ιδέες. Το θέατρο είναι ιδέα. Κι όποιος πιστεύει κάτι άλλο είναι γελασμένος.

Ονειροπαρμένος δάσκαλος, ονειροπαρμένοι μαθητές, θα πείτε. Όμως αυτό μαθαίναμε μέσα από τα μαθήματά του. Να ονειρευόμαστε. Να αφουγκραζόμαστε το μέλλον μέσα από τα κείμενα. Να ακούμε τον Εστραγκόν του Μπέκετ, την Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, την Αντιγόνη, τον Οιδίποδα. Το θέατρο ήταν η αφορμή. Στην πραγματικότητα μας μάθαινε να είναι όμορφος ο βίος μας, ουσιαστικός. Μας μάθαινε να πορευόμαστε μέσα από την ομορφιά των μεγάλων ερμηνειών. Να αναζητάμε την αλήθεια των μεγάλων κειμένων.

Αυτή τη φλόγα προσπαθούσε να μας μεταδώσει. Αν ακολουθούσες, ήταν άλλο θέμα. Αν καιγόσουν, άλλο. Αυτό όμως ήταν το ζητούμενο.

Μέσα από τις παραδόσεις του Δασκάλου γνωρίσαμε και το ελληνικό θέατρο. Λαχταρούσε να βγουν νέοι συγγραφείς, να παίζονται οι παλιότεροι. Κι αλήθεια, πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς τον Ξενόπουλο, τον Ποντίκα, την Αναγνωστάκη; Τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. Ο Δάσκαλος μας μύησε στα έργα του. Και στο αριστούργημά του Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.

«Αυτοί που πρόδωσαν τον εαυτό τους. Κανείς δεν θάβει ατιμώρητος τα όνειρά του».

Πού να σταθείς; Τι να θυμηθείς από τις παραδόσεις του; «Ένας Κροίσος που πάτησε επί πτωμάτων και τώρα από τα ύψη κοιτάει την έρημο της ζωής του».

Τον αγαπάει ο Δάσκαλος τον Καμπανέλλη. Αναλύει το έργο του και παράλληλα μας διδάσκει: ο μεγάλος συγγραφέας μιλάει για την εποχή του. «Τα έργα του Καμπανέλλη μας βάζουν μπροστά σε κομμάτια βίου».

 Κι όμως, όσο κι αν αγαπάει τους συγγραφείς, δεν τους χαρίζεται. Δεν τους δικαιολογεί. «Ο Πιραντέλλο χρεώθηκε πολιτική αστοχία. Κανείς δεν δικαιολογείται για τις ιδέες του». Κι ας αγαπάει τον Πιραντέλλο. Κι ας πονάει η παραδοχή. Μιας πολιτικής αστοχίας που το λέει όσο πιο ευγενικά μπορεί. Κι ας ματώνει.

Γιατί ο Δάσκαλος ξέρει. Το θέατρο ξέρει. Κανείς δεν είναι τέλειος. Κανείς αναμάρτητος. Είμαστε ρωγμές, είμαστε τα βάθη μας, οι αδυναμίες μας, η πλήξη μας. Από την άλλη, είμαστε τρυφεροί, ευάλωτοι, όλο ανθρωπιά, καλοσύνη. Άγγελοι και δαίμονες. Και το θέατρο είναι η αρένα μας: «Το θέατρο είναι αρένα. Τα γυμνώνει όλα. Είναι η αρένα της αλήθειας.»

Κι έτσι, γυμνοί από ψευδαισθήσεις, φοράμε το κουστούμι της Νίνας του Γλάρου, της Ιφιγένειας, της Ερωφίλης. Και προσπαθούμε να ζεσταθούμε με αυτά τα απατηλά ενδύματα που κρατάνε το πολύ δυο ώρες.

«Περιμένοντας τον Γκοντό. Το αριστούργημα του αιώνα. Τι λένε οι πρώτες σελίδες; Αναμονή. Το μόνο σίγουρο είναι ένα. Η μόνη βεβαιότητα. Τα υπόλοιπα είναι μέθοδοι βολέματος για να ξεχάσουμε ότι ένα είναι το σίγουρο…».

Πού είναι οι βεβαιότητες; Πού είναι η σιγουριά;

Κι εσύ που νομίζεις πως σου μιλάει για το θέατρο. Κι εσύ που προσπαθείς να γράψεις θέατρο, καταλαβαίνεις πως αναμετριέσαι με κάτι άλλο. Κάτι πολύ βαθύ, κάτι που φοβίζει. Την καρδιά του κόσμου. Την ίδια την ύπαρξη. Από τα σπλάχνα του ξεπετάχτηκαν οι Πέρσες, ο Οθέλλος, η Μήδεια. Η Έντα Γκάμπλερ.

Αναμετριέσαι με το άπειρο. «Είμαι καταδικασμένος να είμαι ελεύθερος». Ουρλιάζουν οι ήρωες του Σαρτρ. Ουρλιάζουμε κι εμείς μπροστά σε τόση παραδοχή, τόση απελπισία. Αλλά και τόση δόξα.

Εδώ, εδώ Δάσκαλε που μας οδήγησες, δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα. Δεν μας αφήνεις επιλογές.

«Το θέατρο, ακόμα και σήμερα, μπορεί να γίνει επικίνδυνο για κάθε εφησυχασμό». Κι έτσι έκλεισε ένας κύκλος μαθημάτων.

Πορευτήκαμε μαζί του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κι ερωτευτήκαμε ακόμα περισσότερο αυτό το άγριο, ελεύθερο, επικίνδυνο, άναρχο της ανθρώπινης ύπαρξης. Το θέατρο.

Κύριε Γεωργουσόπουλε, ήρθε η ώρα. Αυλαία.

Κυρίες και κύριοι. Αυλαία.

Ή μήπως όχι;

Κύλιση στην κορυφή