Σοφία Μπραϊμάκου

Το βιβλίο πρέπει να διαδίδεται από στόμα σε στόμα

Το Ματάμπρε: Ιστορίες που σκοτώνουν την Πείνα προέκυψε από τις εσωτερικές ζυμώσεις που δημιουργήθηκαν σε μια φάση της ζωής μου που όλες οι βεβαιότητες με τις οποίες την είχα οικοδομήσει ως τότε, κατέρρεαν πανηγυρικά σαν μια απολαυστική παρτίδα τζένγκα. Η διαδικασία της γραφής του βιβλίου ήταν -ως όφειλε να είναι-, βαθιά ενθουσιώδης, εντελώς οργανική, πλήρως αυτοσχέδια, εξαισίως επώδυνη και πέρα για πέρα λυτρωτική. Αν και δεν είχα επενδύσει σε μαθήματα δημιουργικής γραφής, η επαφή με το δημιουργικό κείμενο δεν μου ήταν άγνωστο πεδίο. Ως συντάκτρια και κειμενογράφος σε διάφορα έντυπα, ήδη διέθετα κάποια πρωτόλεια συγγραφικών εμμονών στην υπηρεσία του εφήμερου. Επιπλέον, η εξοικείωση με το κόψιμο και το ράψιμο του κειμένου με εξόπλισαν με μια ακατανίκητη ροπή προς τη συμπύκνωση, το σθένος που χρειάζεται για rewriting μέχρι τελικής πτώσης και την κατανόηση για το δύσκολο έργο του διορθωτή. 

Οι συγγραφείς και οι επιρροές είναι ανεξάντλητες. Θα ήταν μάλλον άσκοπο να αναφέρω μερικούς μόνο ή κάποια έργα, καθώς δεν μπορώ να πω με ακρίβεια τι αφομοιώνεται στ’ αλήθεια από τις αναγνώσεις μας και σε ποιο βαθμό. Βρίσκω λοιπόν μάλλον άστοχο να τοποθετήσω στην ίδια πρόταση τον Τρούμαν Καπότε, τον Γουίλιαμ Φώκνερ, τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, τον Χαρούκι Μουρακάμι, τον Στίβεν Κινγκ, την Άλις Μόνρο, τον Ντέιβιντ Σεντάρις, τη Λουσία Μπερλίν, τον Ζοζέ Σαραμάγκου, τον Μ. Καραγάτση, τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο και πολλούς άλλους για τον ίδιο λόγο που θα αντιστεκόμουν σθεναρά στην ουτοπική, βλακώδη κι απαράμιλλα γοητευτική ιδέα να τους καλούσα -έστω πως αυτό ήταν εφικτό- όλους μαζί στο ίδιο δείπνο.

«Νέα συγγραφέας μόνη ψάχνει», θα μπορούσε να είναι η αναμενόμενη παράφραση για την περιπέτεια της διαδικασίας της έκδοσης ενός πρώτου βιβλίου. Μια απόρριψη, μια απάντηση που δεν δόθηκε ποτέ και μια θετική απάντηση ήταν ο απολογισμός της διαδικασίας μιας μάλλον σύντομης προσπάθειας με αίσιο τέλος.

Και μόνο στη φράση «συγγραφικός κύκλος», το μυαλό μου παράγει συνειρμούς βγαλμένους από το σενάριο ταινιών τύπου «eyes wide shut». Δεν προέρχομαι από κάποιον τέτοιο κύκλο, ούτε είχα στη διάθεσή μου τον κωδικό εισόδου που θα μου άνοιγε τις πόρτες των μυστηριωδών αυτών, απανταχού επιδραστικών ανθρώπων. Παρόλα αυτά, είχα την τύχη να λάβω υποστήριξη από φίλους που αγκάλιασαν το έργο μου από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του (όπως ο πολύ καλός συγγραφέας Γιάννης Γορανίτης, ο οποίος ήταν και από τους πρώτους που πρότεινε το βιβλίο ανοιχτά και γι’ αυτό τον ευγνωμονώ). Επιπλέον, ο Μισέλ Φάις με την πρόσκλησή του στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο Κώστας Αγοραστός από την Bookpress, η Ελεωνόρα Ορφανίδου από την πολύ καλή εκπομπή της στο 9.84 είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ανθρώπων που μου πρόσφεραν ένα κάποιο βήμα για να το συστήσω σε ένα ευρύτερο κοινό. Ακόμα, πολύπλευρες κριτικές όπως αυτή του Γιώργου Περαντωνάκη, του Άγη Αθανασιάδη, της Έμυς Ντούρου, της Αγγελικής Πεχλιβάνη, καλόβουλες αλλά και οξυδερκείς στο σύνολό τους, με έκαναν να ξεπεράσω τις όποιες φοβίες μου σε σχέση με την έκθεση και την αποδοχή του βιβλίου και να συνειδητοποιήσω πως η βαθύνουσα κριτική (και όχι απλά η παρουσίαση της υπόθεσης ενός βιβλίου και των περγαμηνών του βιογραφικού του συγγραφέα του, φαινόμενο που συναντάται συχνά) είναι απαραίτητη κι απολύτως χρήσιμη, όχι μόνο για τον αναγνώστη, αλλά κυρίως για τον ίδιο τον γράφοντα.

Όσο ουτοπικό και να ακούγεται, θεωρώ πως ο καλύτερος, ρομαντικότερος και ευτυχέστερος τρόπος προώθησης ενός βιβλίου είναι το να διαδίδεται από στόμα σε στόμα, όπως ακριβώς διαδίδεται ένα μυστικό που δεν πρόκειται να παραμείνει κρυφό. Αν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοηθούν ως προς αυτή την κατεύθυνση, εντούτοις δεν προσφέρουν μια ρεαλιστική βάση ως προς την αναγνωστική απήχηση ενός έργου, παρά περιορίζονται σε ένα μάλλον παραμορφωτικό κάτοπτρο της αναγνωστικής ανάδρασης, συχνά περιορισμένου στην εικόνα του δημιουργού απέναντι σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Στη βάση αυτή, θεωρώ πως από μόνη της τούτη η προσέγγιση δεν είναι επαρκής για να υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς τρόπους προώθησης του βιβλίου. Κοντολογίς, καλές οι selfies με τα βιβλία μας και τα likes από διαδικτυακούς φίλους, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η ατμόσφαιρα μιας βιβλιοπαρουσίασης με αληθινούς φίλους και άγνωστους τυχοδιώκτες της ανάγνωσης μέσα στο ζεστό χώρο ενός μικρού βιβλιοπωλείου και με την προοπτική της αναπάντεχης διάδρασης με αυτούς.

Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ όταν έγραφα το βιβλίο, συχνά χαμένη μέσα στις λέξεις, πως αυτές οι ίδιες λέξεις, οι άπιαστες, θα μου πρόσφεραν ένα υπέροχο ταξίδι γεμάτο σταθμούς, διακρίσεις, καθώς και την αλληλεπίδραση με εξαιρετικούς δημιουργούς, παλαιότερους, αλλά και νέους, κυρίως γυναίκες με κοινές συνιστώσες κι ερεθίσματα να διέπουν τον παλμό του έργου, αλλά και τη ζωή μας. Ελπίζω πως σύντομα θα είμαι σε θέση να πληκτρολογήσω την πιο επώδυνη και ίσως την πιο λυτρωτική λέξη του κυρίως σώματος, την οποία αναζητώ διακαώς γράφοντάς το εδώ και ένα χρόνο, χαμένη για μια ακόμα φορά μέσα σε σημειώσεις και διορθώσεις, στην προσπάθειά μου να αναμετρηθώ και με τη μεγαλύτερη φόρμα. Την τελευταία λέξη του βιβλίου. Με την προϋπόθεση βέβαια πως αυτή κάπου θα υπάρχει.

Κύλιση στην κορυφή