Ο τίτλος της έκθεσης «Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες» προέρχεται από το γνωστό πεντάστιχο μότο της ποιητικής συλλογής του Μανόλη Αναγνωστάκη Ο Στόχος· ο στίχος αποτελεί κατά κάποιον τρόπο συμπύκνωση όλης της σειράς των δεκατεσσάρων αυτών ποιημάτων, τα οποία δημοσιεύονται αρχικά το 1970 στα 18 Κείμενα κι έναν χρόνο αργότερα στη συγκεντρωτική έκδοση Τα Ποιήματα 1941-1971. Η ποιητική φράση ως τίτλος έκθεσης ή ενταγμένη σε μη ποιητικά συμφραζόμενα αποκτά σχετική αυτονομία, όπως συμβαίνει και με άλλους στίχους του Αναγνωστάκη που λειτουργούν συχνά ως κατακλείδες των ποιημάτων (π.χ. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ! ήΚι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα).[1]
Η αποφθεγματική συμπύκνωση και αυτονόμηση δεν είναι τα μόνα γνωρίσματα του ποιητικού λόγου του Αναγνωστάκη που μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτήν την ποιητική φράση· μπορούμε να προσθέσουμε τον κουβεντιαστό τόνο, τη χρήση του β΄ ενικού προσώπου, την αποστροφή, τη θεματική του λόγου (και της υπονοούμενης σιωπής) αλλά και του χρόνου[2], η οποία αναδεικνύεται από τη λέξη «τώρα» που είναι επιπλέον αραιογραφημένη. Σε αυτήν τη χρονική ένδειξη θα επικεντρωθώ, στο μοτίβο του «τώρα» έτσι όπως λειτουργεί σε συγκεκριμένα ποιήματα από την πρώτη μέχρι την τελευταία συλλογή του. Το χρονικό αυτό επίρρημα αποτελεί μια από τις πλέον χρησιμοποιημένες λέξεις του Αναγνωστάκη[3], και το ειδικό βάρος που έχει στην ποίησή του φαίνεται από το γεγονός ότι εμφανίζεται τέσσερις φορές -περισσότερες από οποιαδήποτε άλλη λέξη- ως τίτλος ή ως πρώτη λέξη του ποιήματος (στις Εποχές, στις Εποχές 3 και δυο φορές στη Συνέχεια 3).
Το πρώτο ποίημα με τίτλο «Τώρα» το συναντάμε στις Εποχές (1945), στο μέσο περίπου της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής, που γράφεται κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Θα λέγαμε ότι το συγκεκριμένο ποίημα εγκαινιάζει ένα άτυπο δεύτερο μέρος της συλλογής[4] με ποιήματα που αποκλίνουν από την ατμόσφαιρα της θλίψης, της επαναληπτικότητας και της μονοτονίας που κυριαρχεί στο πρώτο μέρος. Στο ποίημα, που αρχίζει σαν να βρίσκεται στο μέσο μιας κουβέντας, διακρίνουμε ένα μελλοντικό ποιητικό μοτίβο του Αναγνωστάκη, την παρουσία κύριων ονομάτων, τις αποστροφές σε φίλους, σε συγκεκριμένα πρόσωπα[5], «τα του δράματος πρόσωπα», όπως έχει παρατηρήσει ο Παναγιώτης Μουλλάς[6].
ΤΩΡΑ
Κι όμως, Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να γυρίσουμε
Χρέος μας είναι πια να μη γυρίσουμε.
Ας ξανατραγουδήσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι που λέγαμε στην αρχή
Ας ξανασκεφτούμε τα ίδια πάλι πράγματα όπως όταν ξεκινήσαμε
Γιατί όλα, ξέρεις, πως τελειώνουνε και μόνο ένα δεν τελειώνει
Γιατί κι η ίδια η ζωή, Δημήτρη, είναι κι αυτή όμορφη
Όσο κι αν έζησε κανείς μέρες πολύ κακές
Όσο κι αν είν’ μοιραίο να τις ζήσει ή κι αν τις ζει ακόμα.
Τώρα που φτάσαμεν εδώ δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε.
Πιο καλά να σταθούμε εδώ, μα όχι πάλι πίσω.
Βασικό γνώρισμα του ποιήματος είναι το πλήθος των δεικτικών στοιχείων: το α΄ και β΄ πρόσωπο, το εγώ/εμείς και το εσύ, τα τοπικά και χρονικά επιρρήματα -το «τώρα» και το «εδώ» (δυο φορές το καθένα). Η ιδιαιτερότητα των δεικτικών στοιχείων στο γλωσσικό σύστημα είναι ότι δεν μπορούν να ερμηνευτούν παρά μόνο σε σχέση με την κατάσταση της εκφώνησης: η δείξη «ως πραγματολογικό φαινόμενο που έχει να κάνει με τη χρήση της γλώσσας, αποτελεί την πλέον προφανή και ευθεία αντανάκλαση της σχέσης μεταξύ γλώσσας και “πραγματικότητας”»[7]. Οι βασικές δεικτικές λέξεις, το εγώ, το εδώ και το τώρα, δεν εμφανίζονται μόνο στο συγκεκριμένο ποίημα αλλά και συχνότατα στην ποίηση του Αναγνωστάκη. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το γνωστό ποίημα «Σε τί βοηθά λοιπόν…» με την ιδιαίτερη χρήση της δεικτικής αντωνυμίας: Σε τί βοηθά λοιπόν η ποίηση / (Αυτή εδώ η ποίηση, λέω) / Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους / Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό / Στις συνθήκες της ελευθερίας; / Σε τί βοηθά λοιπόν η ποίηση /–Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω– / (Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).
Σε τι αναφέρεται το «τώρα» στο ομώνυμο ποίημα των Εποχών, δηλαδή πώς μπορούμε να ορίσουμε το χρονικό σημείο της εκφώνησης; Το σημείο αυτό οριοθετείται πιθανότατα από τον χρόνο συγγραφής της συλλογής. Γενικότερα, ο Αναγνωστάκης αφενός φροντίζει με ιδιαίτερη επιμέλεια να πληροφορεί για το πότε γράφτηκαν οι συλλογές του[8]. Αφετέρου, δηλώνει ότι δεν επεξεργάζεται τα δημοσιευμένα ποιήματά του· στη συγκεντρωτική έκδοση του 1971 σημειώνει, μάλλον με έμφαση, ότι η αρχική μορφή των ποιημάτων «διατηρείται χωρίς καμιά μεταβολή ή τροποποίηση ή άλλου είδους “επεξεργασία”»[9]. Στη συγκεντρωτική αυτή έκδοση διατηρείται ακόμα και η σελιδοποίηση της πρώτης έκδοσης των Εποχών: για παράδειγμα η κενή σελίδα πριν το ποίημα «Τώρα» παραπέμπει στο σχέδιο που υπήρχε στην έκδοση του 1945. Κάθε συλλογή αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη στιγμή ποιητικής δημιουργίας, ένα άπαξ, και εγγράφεται σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο.
Στην πρώτη συλλογή Εποχές, όπως έχει παρατηρηθεί, οι χρονικοί προσδιορισμοί συνιστούν ένα πυκνό και σύνθετο δίκτυο. Το «Τώρα» ως τίτλος συνδιαλέγεται τόσο με τίτλους της συλλογής όπως «Απροσδιόριστη ημερομηνία» και «Αναμονή», οι οποίοι σχηματίζουν ένα αόριστο χρονικό πεδίο, όσο και με τίτλους που περιέχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες ή χρονολογίες εντός των χρονικών ορίων του πολέμου («13.12.43», «Χειμώνας 1942», «Χάρης 1944»).
Στο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο από το σημείο εκκίνησης, το τώρα, αντιλαμβάνεται τον χρόνο με τρόπο σφαιρικό: ανακαλεί το παρελθόν (μέρες πολύ κακές), παρατηρεί το παρόν (Τώρα που φτάσαμεν εδώ– στίχος με καβαφικές συνηχήσεις) και προσδοκά το μέλλον (Ας ξανατραγουδήσουμε), χρησιμοποιώντας μάλιστατο ρητορικό σχήμα της επαναφοράς[10]. Το εδώ και το τώρα ορίζουν ένα κρίσιμο σημείο της σχέσης του ποιητικού υποκειμένου με τον χρόνο: σημείο όχι επιστροφής στο παρελθόν (δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε) αλλά συντήρησής του (Ας ξανατραγουδήσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι που λέγαμε στην αρχή), σημείο όπου η επιθυμία της κίνησης προς το μέλλον προϋποθέτει μια στάση στο παρόν: Πιο καλά να σταθούμε εδώ[11].
Η επιμονή στο εδώ και στο τώρα προς το τέλος του ποιήματος, η προτροπή για μια στάση επώδυνη ίσως (Όσο κι αν έζησε κανείς μέρες πολύ κακές/ Όσο κι αν είν’ μοιραίο να τις ζήσει ή κι αν τις ζει ακόμα), αλλά αναγκαία, εμπεριέχει μια ηθική χροιά, «μιαν υπόκρουση στωικά ηρωική»:[12] χρέος μας να μην ξαναγυρίσουμε. Ο Γιάννης Δάλλας θεωρεί ότι στο ποίημα διακρίνεται «αμετάκλητα» η αποδοχή από τον ποιητή της ένταξης σε μια ευρύτερη ομάδα[13]. Ίσως γι’ αυτό, ακόμα κι αν οι απώλειες ψηλαφούνται, ακόμα κι αν ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα (όπως γράφει σε επόμενο ποίημα), οι πρώτες Εποχές τελειώνουν με τους παρακάτω στίχους: Κι εγώ ονειρεύομαι μια μέρα πατώντας πάνω στους / νεκρούς μου στίχους να τονίσω με κόκκινα γράμματα / (νικητήριες σάλπιγγες) το καινούριο μου τραγούδι.
Tραγούδι, μιλώ, λέγω, είναι λέξεις που δηλώνουν συχνά την ποιητική πράξη· και στον Αναγνωστάκη ο ποιητικός λόγος εμφανίζεται περισσότερο ως προφορικός παρά ως γραπτός και συχνά συνδέεται με το τώρα, με την παροντική στιγμή. Σε αυτό το πλαίσιο, ας δούμε το πρώτο ποίημα των Εποχών 2 (συλλογή που γράφεται τη διετία 1946-1948).
I
Προσπάθησε μ’ όση καρδιά σ’ απομένει, χάραξε τούτες τις δυο γραμμές
σταυρωτά
Ύστερα γέλασε πάλι, δοκίμασε τη νιότη σου ακόμα μιαν Άνοιξη· δεν είναι μάταιο
Μη θυμηθείς κάποια μέρα κάποιον που έφευγε με δυο πληγωμένες παλάμες
Ήμουνα εγώ που σου ’λεγα πάντα: φεύγοντας ήτανε πια πολύ αργά
Κι είχαμε ακόμα πολλή πίκρα πολλή μνήμη πολλή νόηση
Κι η αγάπη είναι πάντα όμορφη ακόμα κι όταν δεν ψιθυρίζει παρά με δυο
αβέβαια ανήσυχα χείλη
Κι όταν δε μένει παρά σα δυο χαρακιές σ’ ένα λευκό περιθώριο
Προσπάθησε, πάλεψε ακόμα, ένα τόσο μικρό ασήμαντο διάστημα
Σβήσε μια ακατανόητη παρένθεση μην τραυματίζεις την αμέριμνη ζωή σου.
(Ήταν Οχτώβρης όταν σου χάρισα, έτσι σα μιαν αχτίνα γυρισμού, ένα παλιό
κλεισμένο τετράδιο
Και τότες που δε θέλαμε πια να πιστέψουμε πως μπορούσαν ν’ αργούσαν οι
ώρες τόσο απελπισμένα όμοιες
Τόσες φορές έξι μέρες
Σ’ ένα μικρό δωμάτιο, σ’ ένα γραφείο, σε μια παιδική κλινική ποτισμένη
χλωροφόρμιο
Ανακαλύψαμε ξάφνου μια νύχτα πως λησμονήθηκε μέσα μας τόσον καιρό η
νοσταλγία της απουσίας).
Τώρα προσπάθησε· εγώ τέλειωσα· δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου πω
Είναι μια λέξη κενή για μια στιγμή πλημμυρισμένη καλοσύνη
Ξέχασε, ξέχασε πάντα –φτάνει μια στάλα καινούριας ζωής–
Ένα παλιό κυριακάτικο δειλινό με δυο σπασμένες καρέκλες στο «Καφενείο των
Ναυτικών»
Εκείνον π’ αγάπησες κάποτε κι ίσως νοστάλγησες κάποια στιγμή το γυρισμό του.
Στο δεύτερο και μικρότερο τμήμα του ποιήματος που αρχίζει με τη λέξη «Τώρα», εμφανίζεται ξανά η αποστροφή σε ένα πρόσωπο –χωρίς κύριο όνομα όμως, σε κάποιο κρίσιμο χρονικό σημείο. Ενώ η αρχή παραπέμπει σε μαρτύριο ή θάνατο (χάραξε τούτες τις δύο γραμμές σταυρωτά), στη συνέχεια υπάρχει η προτροπή για μιαν επανεκκίνηση: Ύστερα γέλασε πάλι, δοκίμασε τη νιότη σου ακόμα μιαν Άνοιξη· δεν είναι μάταιο[14]. Η λέξη «άνοιξη» εμφανίζεται πάντα με κεφαλαίο στα ποιήματα του Αναγνωστάκη, από την πρώτη εμφάνιση στο γνωστό ποίημα «Χάρης ’44» (να χαρίσει / στους άλλους μιαν Άνοιξη) μέχρι τον Στόχο [15]. Ακόμα: η φράση στάλα καινούργιας ζωής μάς παραπέμπει στο καινούργιο τραγούδι του τελευταίου ποιήματος της προηγούμενης συλλογής [16]· εμφανίζονται επίσης τα μοτίβα της επιμονής και της πίστης, καθώς και της κίνησης προς το μέλλον, όπως και στο ομότιτλο ποίημα της προηγούμενης συλλογής. Συναντάμε επίσης μάλλον για πρώτη φορά τη διαπλοκή του εγώ αφενός με το τώρα και αφετέρου με τον λόγο, την ποιητική πράξη (Τώρα προσπάθησε· εγώ τέλειωσα· δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου πω), διαπλοκή που θα εκδιπλωθεί στις τρεις Συνέχειες· εδώ, πρόκειται για έναν λόγο που ωθεί προς την πράξη, υπονομεύεται όμως ήδη από τη σιωπή.
Στις Εποχές 3, γραμμένες το 1949-1950, βρίσκουμε το δεύτερο ποίημα που τιτλοφορείται «Τώρα…», με αποσιωπητικά αυτή τη φορά:
ΤΩΡΑ…
Γ. Α.
Τώρα
Κι ίσως να ’ναι μονάχα μια στιγμή
-Ακόμα μια στιγμή τί θα προσθέσει; –
Νιώθεις ακόμα πιο σκληρά πιο πονεμένα
Τις πληγές των πραγμάτων που αγαπούσες
Χωρίς καμιά καμιά πια φρεναπάτη.
Φεύγουμε κι ίσως γελαστήκαμε στο τέλος
Ίσως να μείναμε στο τέλος πάλι μόνοι
Τώρα που πια δε θέλεις δρόμο να γυρίσεις.
Μ’ αν πρέπει τ ώ ρ α να πεθάνουμε, το ξέρεις,
Πρέπει γιατί αύριο δε θα ’μαστε πια νέοι.
Το ποίημα εμφανίζει πολλά κοινά στοιχεία με το ομότιτλο ποίημα από τις Εποχές 1: είναι κι αυτό τοποθετημένο στη μέση της συλλογής μετά από μια κενή σελίδα, απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, στον Γ.Α. (πρόκειται για τον Γιώργο Αποστολίδη, φίλο και συγκρατούμενο του Αναγνωστάκη στο Επταπύργιο)[17]· περιέχει επίσης μια διδακτική προτροπή (αν πρέπει)[18]. Στο δεύτερο «Τώρα…» εμφανίζεται μια τριπλή επανάληψη του επιρρήματος του τίτλου και μάλιστα την τελευταία φορά το επίρρημα είναι αραιογραφημένο. Το «τώρα» μοιάζει να επιμερίζεται: κι ίσως να ’ναι μονάχα μια στιγμή· η στιγμή είναι κι αυτή μια λέξη με ιδιαίτερη βαρύτητα στον Αναγνωστάκη. Είναι αναμενόμενο σε μια ποίηση που τείνει εμφανώς προς τη συμπύκνωση, αυτό το ελάχιστο χρονικό άνυσμα να αποκτά συχνά ξεχωριστή πυκνότητα· διαβάζουμε, για παράδειγμα, στην ίδια συλλογή και στο ποίημα «Αν θυμούμαι…»: Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή / Σ’ αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση / Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση, / Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.
Και τα δύο ποιήματα με τον τίτλο «Τώρα» οριοθετούν ένα σημείο οδυνηρής συνείδησης του παρόντος, η οποία καταλήγει σε μια καινούργια εκκίνηση, σε μια φυγή προς τα εμπρός, ακόμα και προς τον θάνατο και τη θυσία[19]. Όταν στον «Επίλογο» των Εποχών 3 (ο δεύτερος και οριστικός «Επίλογος» θα είναι στον Στόχο) ο θάνατος (των φίλων-ποιητών) έχει συντελεστεί, αυτό ισοδυναμεί με το (έστω προσωρινό) τέλος της ποίησης: Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι / Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν / Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια / Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι […]. Από τις Συνέχειες και εξής, ο Αναγνωστάκης μιλά ως ένας από τους επιζώντες ποιητές, ενώ το «τώρα» δεν θα συνδεθεί πλέον με κάποια μελλοντική δυναμική. Αντίθετα, στο ποίημα «Εδώ» από την πρώτη Συνέχεια (γραμμένη το διάστημα 1953-1954), το «τώρα» προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος: αναφέρεται στις στιγμές πριν το ξημέρωμα στη φυλακή, ενώ το τοπικό επίρρημα «εδώ» παραπέμπει στο σώμα του ποιητή, για την ακρίβεια στο σημείο κάτω από την καρδιά:
ΕΔΩ…
Εδώ
Κάτω από την καρδιά μου
Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
Μπήγονται ολοένα πιο βαθιά
Τώρα
(Τώρα, σιγά σιγά, που ξημερώνει
Και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να ’ναι)
Ελάτε
Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,
Μαζέψτε τες μια μια
Είναι δικές σας
Σήμερα το πρωί
Στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
Τις μάζεψα για σας
Και τώρα
Ξερίζωσέ τες απ’ το στήθος μου
Σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο
Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Πριν μάθουν πως εγώ
Είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω.
Οι επώδυνες αναμνήσεις[20] της πρωινής αναμονής πριν τις εκτελέσεις, καθώς και η συνθήκη του επιζώντος[21] συμπλέκονται σε μια σκηνή που διαδραματίζεται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και με συγκεκριμένα πρόσωπα, τους φίλους που συγκεντρώνονται εκ νέου για λίγο στο σύντομο μεταίχμιο ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα. Το «τώρα» σε αυτό το ποίημα αποτελεί τον χρόνο της τελετουργικής αναπαράστασης που όχι μόνο δεν προσφέρει ανακούφιση (σαν πρωϊνό χαρούμενο όνειρο / σαν τέλειο παιχνίδι), αλλά εντάσσεται σε μια επώδυνη διάρκεια (είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω). Στο σώμα εγγράφεται τόσο ο πόνος του χαμού των συντρόφων όσο και η ενοχή για την κερδισμένη ζωή.
Στις τρεις Συνέχειες, όπως είπαμε, το «τώρα» συνδέεται επανειλημμένα με τα πρωτοπρόσωπα «λέω» και «μιλώ», για παράδειγμα στον τελευταίο στίχο από το ποίημα «Ήταν άνθρωποι…»: (Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια)· o παραπάνω στίχος από το πρώτο ποίημα της Συνέχειας 2 (1955), η παρενθετική, χαμηλόφωνη αυτή φράση, μετεξελίσσεται στο ηχηρότερο μότο Το θέμα είναι τώρα τι λες. Στην ίδια συλλογή Συνέχεια 2 τo ερώτημα Πώς να μιλήσω; («Όταν αποχαιρέτησα…») τίθεται εκ νέου και απαντάται στο αμέσως επόμενο ποίημα, το πολύ γνωστό «Μιλώ», τελευταίο της Συνέχειας 2, καθώς και στο πρώτο της Συνέχειας 3 (1962): «Τώρα μιλώ πάλι…». Ένα είδος επανεκκίνησης του ποιητικού λόγου δηλώνεται σχεδόν σε κάθε συλλογή, συνοδευόμενο με την ένδειξη του ποιητικού παρόντος, με τη στιγμή της δημιουργίας και εκφώνησης του ποιήματος.
Στο ποίημα της Συνέχειας 3 (1962) «Τώρα είναι απλός θεατής…» η στάση στο παρόν η οποία δηλώνεται με έμφαση (τριπλή επανάληψη και κλιμάκωση: τώρα, μα τώρα, τώρα πια) εκφράζει μια παθητική θέαση κι ένα αίσθημα αποξένωσης[22]. Εξάλλου δεν πρόκειται εδώ για το ποιητικό υποκείμενο που κινείται προς το μέλλον, αλλά για άλλα πρόσωπα: Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές […]· παρατηρούμε δηλαδή την αντίστροφη κίνηση από τα δύο πρώτα ποιήματα με τον τίτλο «Τώρα», μια στασιμότητα που μοιάζει με απονέκρωση.
ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…
Τώρα είναι απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.
Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επιλέκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας.
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.
Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.
(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς).
Με μια φράση που μπορεί να είναι απόληξη του τελευταίου τμήματος του ποιήματος «Τώρα είναι απλός θεατής…» αρχίζει η συλλογή Το Περιθώριο ’68-’69: «Τώρα πια που δε γράφω»[23]. Φράση που φαίνεται παράδοξη αφού λίγο μετά την ιδιωτική κυκλοφορία της συλλογής, το 1969, θα δημοσιευτούν τα ποιήματα του Στόχου· όμως το 1979, τη στιγμή της κανονικής έκδοσης του Περιθωρίου ’68-69, η φράση σηματοδοτεί, επίσημα θα λέγαμε, την εποχή της ποιητικής σιωπής του Αναγνωστάκη, για την οποία τόσα έχουν γραφτεί. Ο ίδιος θεωρούσε ότι το ποιητικό του έργο είχε κλείσει μετά από την έκδοση των απάντων του το 1971[24]. Ούτε η άποψη του ποιητή ούτε η δυσκολία της ειδολογικής κατάταξης των συλλογών Το Περιθώριο ’68-’69 και ΥΓ. αναιρούν βέβαια την ποιητική τους αξία.
Η πράξη της εκφώνησης αποτελεί ένα μοτίβο του Περιθωρίου ’68-’69 όχι πλέον ως το προφορικό «μιλώ» αλλά ως «γράφω», με φανερό το ειρωνικό στοιχείο[25]: Τι ωραία βιβλία που γράφουμε, τι ωραία τραγούδια που ψάλλουμε, τι ωραία μνημόσυνα που κλαίμε· η δε τελευταία καταγραφή είναι χαρακτηριστική: Έκτοτε γράφτηκαν πολλά ποιήματα...[26] Στο στεγνό, γεμάτο ονόματα, επώνυμα, χρονολογίες, κάποτε και συγκεκριμένες ημερομηνίες, κείμενο του Περιθωρίου ΄68-’69[27], το «τώρα» προσδιορίζεται με ακρίβεια: είναι η εποχή της πληθώρας του λόγου, προφορικού και γραπτού, της κατηγοριοποίησης και της μουσειοποίησης[28]. Και της λήθης: στο κείμενο «Χρόνια και χρόνια…», όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται να ανασκευάσει τις άδικες κατηγορίες για προδοσία εις βάρος του Μ.Σ., η στιγμή της γραφής αποτυπώνεται με μεγάλη ακρίβεια, στο τέλος του κειμένου: Τώρα που γράφω και μια διαδήλωση νέων αμέριμνων παιδιών περνά κάτω από το παράθυρό μου τραγουδώντας εύθυμα και φωνάζοντας το ένα ένα τέσσερα, σκέφτομαι κι εγώ πως ναι, αλήθεια, όλοι έχουν δίκιο. Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς γι’ αυτή την υπόθεση. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε…[29]
Το «τώρα» του Περιθωρίου ’68-’69 συγκρούεται με το τότε των φίλων, των φυλακών, πρόκειται για ένα παρόν πικραμένο, το «τώρα» της φαντασίας που βουλιάζει[30]. Η αντιπαράθεση εκφράζεται όλο και πιο λιτά, κάποτε ως σύγκριση αριθμών: Όταν εκτελέστηκε ο Ζάννος, ήταν 27 χρονώ. Εμείς κλείναμε τότε τα 23. Τώρα είμαστε στα 45[31]. Κάποτε, υπάρχουν αλληλοεπικαλύψεις ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ένα είδος σύζευξης των δύο χρονικών επιπέδων, αντιθετικής αλλά και με στοιχεία συνέχειας, όπως στο παρακάτω σύντομο, σαν επίγραμμα, κείμενο: Κι η κόρη της Τίνας, της Τίνας που την κούρεψαν οι χίτες το ’45, είκοσι τώρα χρονώ, σαν και τη μάνα της τότε, το ίδιο όμορφη, χόρευε χτες στο κλαμπ με κοντά-κοντά κομμένα αγορίστικα της μόδας μαλλιά[32]. Όμως γενικότερα, ο χρόνος του Περιθωρίου ’68-’69 είναι κυρίως ο χρόνος της ασυνέχειας, της ρήξης με το παρελθόν.
Η σύζευξη παρελθόντος-παρόντος μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας φευγαλέας ανάμνησης· σε αυτήν την περίπτωση η στιγμή αποκτά και πάλι μια ιδιαίτερη χρονική πυκνότητα και αξία: […] Κάποια μέρα, ξαφνικά, κάτι θα συμβεί, μια μορφή που θα διασταυρωθεί στο δρόμο, μια είδηση στα ψιλά της εφημερίδας, ένα όνομα που απροσδόκητα πέφτει στην κοσμική συζήτηση. Για μια στιγμή, έστω για μια στιγμή, το ναρκωμένο φίδι θα τανυστεί σα χορδή κι ύστερα πάλι θα πετρώσει κάτω από το παχύ προστατευτικό λίπος. Όμως θυμίζει, σα ρίγος πανικού, πως πάντα υπάρχει[33]. Μιαν ανάλογη κίνηση διαγράφουν τα μικρά, κάποτε μικροσκοπικά, κείμενα του Περιθωρίου ’68-’69, έκφραση μιας στιγμιαίας εγγραφής στο παρόν. Πάντως, στη συλλογή αυτή, η ποιητική πράξη, το «γράφω»,μοιάζει αταίριαστη με το παρόν της εκφώνησης, ενώ το τώρα εκφράζει μια στιγμή ξαφνικής, πικρής αναλαμπής ενός παρελθόντος που μάλλον αποσυνδέεται από το παρόν.
Στον Στόχο, συλλογή με σαφή στρατευμένο χαρακτήρα, βρίσκουμε αρκετές αναφορές στο παρόν καθώς και συγκεκριμένες χρονολογίες σε τίτλους (όπως και στην πρώτη συλλογή), π.χ. τους δύο καβαφικής προέλευσης «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» και «Νέοι της Σιδώνος, 1970»[34]. Στη συλλογή αυτή, το τώρα, το ποιητικό παρόν, αναφέρεται σε τόνο αγανάκτησης στις δυσχερείς πολιτικές συνθήκες: Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ […] Α, φτάνει πια! («Στο παιδί μου»), ή Και τώρα/ Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απόξω («Αισθηματικό διήγημα» όπου το «τώρα» επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές και είναι αραιογραφημένο όπως και στο μότο της συλλογής, όπως και η λέξη «πρόκες»[35] στον στίχο Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις). Στον Στόχο ο ποιητής καρφώνει τις λέξεις-πρόκες στο συγκεκριμένο παρόν, χωρίς ιδιαίτερες αυταπάτες για τη δραστικότητά τους.
Γίνεται σαφές ότι για τον Αναγνωστάκη η ποίηση ως πράξη/χειρονομία συνδέεται με μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο ίδιος θεωρεί ότι όχι μόνο η ποίηση αλλά και «η σιωπή ορισμένες φορές και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι κι αυτή μια έκφραση, εγώ θα ’λεγα πως είναι και μια πράξη»[36]. Στην τελευταία ποιητική του έκφραση, το ΥΓ. (1992), στον ακραία συμπυκνωμένο ποιητικό λόγο του, ενσωματώνεται τόσο το στοιχείο της σιωπής όσο και, κάπως παράδοξα, το στοιχείο του λόγου[37]. Στο σύνολο των ελλειπτικών φράσεων της συλλογής επανέρχεται ο ενεστώτας και κυριαρχούν τα στοιχεία της διάρκειας και της επαναληπτικότητας, ενώ περιγράφεται ένα μελαγχολικό, ακινητοποιημένο παρόν που συμπλέκεται αδιάκοπα με το παρελθόν, σημασιοδοτείται από την εποχή της νεότητας (Μελαγχολία όταν θυμάσαι τα παλιά επονίτικα πάρτυ) και γενικότερα «οι κοφτές φράσεις αποκτούν ένα επώδυνο χρονικό βάθος»[38]: Να βλέπεις τα ίδια πράγματα να γίνονται και να ξαναγίνονται, Ζω μισά, Ερημιά γύρω σου σιγά-σιγά, Όλοι κάποτε νέοι, Θυμούμαι, άρα υπάρχω. Αυτό ισχύει και για τις δύο φράσεις που περιέχουν τη λέξη «τώρα»:
Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει – τώρα έπαιζε την παράταση.
Τώρα πια στην Τέχνη όχι μεγέθη – απλώς αποχρώσεις.[39]
Η πρώτη αφορά τη βίωση του γήρατος μέσα από μια εικόνα που παραπέμπει σ’ ένα βιογραφικό στοιχείο, την αγάπη του Αναγνωστάκη για το ποδόσφαιρο[40]. Ο υπερσυντέλικος -σπάνιος στο ΥΓ.– εγκαθιδρύει μια απόσταση, απομακρύνει οριστικά τη νεότητα από το παρόν. Και στη δεύτερη όμως φράση υπάρχει μια αίσθηση «παράτασης», η μεγάλη Τέχνη έχει ήδη συντελεστεί. Το ΥΓ., Περιθώριο στο «Περιθώριο», οριοθετεί έναν χώρο περιορισμένο και αντισυμβατικό, καθώς κι έναν χρόνο που φαίνεται να έχει επιμηκυνθεί πέρα από το καθορισμένο όριο.
Συμπερασματικά: σε μια ποιητική παρτίδα που έχει τέλος, η χρήση του επιρρήματος «τώρα», καθώς και η αναφορά στη «στιγμή», φανερώνουν πώς η ποίηση του Αναγνωστάκη είναι ένας παράδοξος, αλλά λειτουργικός συνδυασμός στοχασμού και αμεσότητας, υπαινικτικότητας και δεικτικότητας. Το χρονικό δεικτικό «τώρα» συνδέεται αφενός με την πράξη της εκφώνησης και αφετέρου με το ποιητικό υποκείμενο· έτσι ο ποιητικός λόγος εγγράφεται σε ιστορικά καθορισμένο χρόνο και φαίνεται καταρχάς να απευθύνεται σε συγκεκριμένους ακροατές, φίλους, νεκρούς ή μη. Η ποίηση του Αναγνωστάκη αποτελεί μια συνεχή διαλογική πράξη κι ακόμη περισσότερο μια χειρονομία. Με αυτήν την έννοια, η αυτοαναφορικότητα στον Αναγνωστάκη έχει την εξής ιδιαιτερότητα: δεν περιγράφει τόσο τη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης, για παράδειγμα τις δυσκολίες της, αλλά δείχνει την ποιητική χειρονομία σε ένα συγκεκριμένο πάντα παρόν[41]. Παρόλη τη σημασία των αναμνήσεων, ο Αναγνωστάκης δεν είναι ποιητής του παρελθόντος, αλλά γράφει πάντα για το παρόν και στο παρόν[42]. Η ποιητική χειρονομία τείνει προς τη συμπύκνωση: με το ΥΓ. γίνεται σχεδόν στιγμιαία αλλά εξαιρετικά δραστική. Το «τώρα» συνδέεται έτσι, ανάλογα με την ποιητική συλλογή, με ένα φλεγόμενο παρόν, με την επιμονή και τη δράση, με τη θυσία, με την ανάμνηση και το χρέος της ανάμνησης, με τη χωρίς αυταπάτες παρατήρηση του κόσμου και του εαυτού. Η ποίηση του Αναγνωστάκη διαγράφει την κίνηση από το «τώρα» στο «τώρα πια», από τη συνειδητοποίηση της παρούσας στιγμής και της επίκλησης για δράση, στον απολογισμό και την αίσθηση του χρόνου που κλείνει.
[1] Ο Γιάννης Δάλλας διατύπωσε την ιδιότητα αυτή της ποίησης του Αναγνωστάκη ως εξής στον επικήδειο λόγο που εκφώνησε για τον ποιητή: «ό,τι κι αν διαβάσει (ο αναγνώστης) από τις Εποχές ως το ΥΓ. είναι σαν να βγαίνει έξω από τις συλλογές σου και τραβώντας πέρα από την ποίηση να αποκτά κυκλοφοριακή αξία και κοινωφελές αντίκρισμα στην αγορά των σχέσεών μας», «Στα κομβικά σημεία, στις ραφές ζωής και ιστορίας», Αντί, περ. Β΄, τχ. 846, 1.7.2005, σ. 14. Πρβλ. επίσης τις παρατηρήσεις του Παν. Μουλλά, «Μισός αιώνας πνευματικής παρουσίας», Τρία κείμενα για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, Στιγμή, Αθήνα 1998, σ. 24-25. Ο Παντελής Μπουκάλας παρατηρεί ότι κάποια ποιητικά θραύσματα του Αναγνωστάκη έχουν προσλάβει γνωμική αξία, «Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», πρόλογος στο Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά, μονόλογος του Μανόλη Αναγνωστάκη, Πατάκης, Αθήνα 2011, σ. 20-22.
[2] Θέματα που έχουν ερευνηθεί διεξοδικά, βλ. Άννα Τζούμα, Ο χρόνος – ο λόγος. Η ποιητική δοκιμασία του Μανόλη Αναγνωστάκη· μια οπτική, Νεφέλη, Αθήνα 1982.
[3] Mια έρευνα στην Ανεμόσκαλα, στους Συμφραστικούς πίνακες λέξεων για Μείζονες Έλληνες Ποιητές, το χρήσιμο ψηφιακό εργαλείο της Πύλης της Ελληνικής Γλώσσας, μας δίνει πενήντα δύο εμφανίσεις της λέξης «τώρα» στη συγκεντρωτική έκδοση των Ποιημάτων (1941-1971) και στο ΥΓ. H Zωή Σαμαρά σημειώνει: «Το επίρρημα “τώρα” επαναλαμβάνεται συχνά στην ποίηση του Αναγνωστάκη. Μια καμπάνα που χτυπά αδιάκοπα, για να μας κρατήσει σε εγρήγορση», «Τώρα: Πολιτική, έρωτας, ποιητική», διάστιχο, αφιέρωμα: Μανόλης Αναγνωστάκης, 100 χρόνια από τη γέννησή του (1925-2025), τελευταία επίσκεψη: 15.12.2025.
[4] «Ο χωρισμός των 8 ποιημάτων από τα επόμενα 12 έρχεται φυσικός» γράφει ο Αλέξανδρος Αργυρίου, «Στοχασμοί επάνω στις αφετηρίες του ποιητικού έργου του Αναγνωστάκη», Η λέξη, τχ. 11, Ιαν. 1982, σ. 9.
[5] Ο Δημήτρης του ποιήματος είναι ο Δημήτρης (Τάκης) Αλεξανδρίδης, παιδικός φίλος και συμμαθητής του Αναγνωστάκη, επονίτης, φοιτητής Ιατρικής και ερασιτέχνης ζωγράφος, βλ. Μιλτιάδης Δ. Πολυβίου, Πραγματολογικά σχόλια για το έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη, Πατάκης, Αθήνα 2025, σ. 30. Οι Εποχές περιείχαν δυο σχέδιά του Αλεξανδρίδη, το εξώφυλλο και ένα ενδιάμεσο, βλ. την ιστορία της πρώτης αυτής έκδοσης στο άρθρο του Κλείτου Κύρου «Επιστολή στον Μανόλη Αναγνωστάκη. Περιπλάνηση σε σπαράγματα παλαιών επιστολών», Εντευκτήριο, τχ. 71, Δεκ. 2005, αφιέρωμα Μανόλης Αναγνωστάκης, σ. 116-125.
[6] Τίτλος του άρθρου του Παναγιώτη Μουλλά, Αντί, περ. Β΄, τχ. 846, 1 Ιουλίου 2005, σ. 20-21. Πρβλ. επίσης και την άποψη του Αλέξη Ζήρα: «με το συντροφικό “άλλο” […] νομίζω ότι στήθηκε από τον Αναγνωστάκη ο πιο μακροχρόνιος διάλογος», «Θητεία στη σιωπή», Εντευκτήριο, τχ. 71, ό.π., σ. 132.
[7] Σοφία Μαρμαρίδου, λήμμα «δείξη», Πύλη για την Ελληνική γλώσσα (τελευταία επίσκεψη: 15.12.2025).
[8] Ο Νίκος Μπακόλας σημειώνει ότι το κάνει αυτό «με εμμονή», «Ο χρόνος στον Μανόλη Αναγνωστάκη», Εντευκτήριο, τχ. 6, Απρ. 1989, σ. 15. Στο ίδιο άρθρο παρατηρεί τη συχνότητα της χρήσης της λέξης «τώρα», ό.π., σ. 20.
[9] Τα ποιήματα 1941-1971, Στιγμή, Αθήνα 31989, σ. 179. Ο Μίμης Σουλιώτης θεωρεί ότι η σημείωση αυτή του ποιητή δείχνει την «απέχθειά του προς τη γλωσσική καλλιέπεια», «Η χρήση της καθαρεύουσας στην ποίηση του Αναγνωστάκη», Αντί, 30 Ιουλίου 1993, τχ. 527-528, σ. 55.
[10] H Άντεια Φραντζή αναφέρεται στο συγκεκριμένο ποίημα ως παράδειγμα για το σχήμα αυτό «που δίνει το μέτρο μιας συστηματικής ρητορικής που κερδίζει σε δύναμη όταν πυκνώνει σε συνδυασμούς», «Ο ευάλωτος ρυθμός», Για τον Αναγνωστάκη, κριτικά κείμενα, Αιγαίον, Λευκωσία 1996, σ. 274.
[11] Βλ. την παρατήρηση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου ότι «ο Αναγνωστάκης αντιμετωπίζει το παρόν ως στοιχείο και ως συμβάν της αυριανής ιστορίας», «Η βιβλιογραφία για τον Μανόλη Αναγνωστάκη», Αντί, περ. Β΄, τχ. 846, 1 Ιουλίου 2005, σ. 41.
[12] Σόνια Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 51986, σ. 32.
[13] Βλ. Γ. Δάλλας, «Η μύηση ως βιοθεωρία και ποιητική. Ιδεολογικές δομές του αισθήματος», Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 239. Η Μάρω Δούκα στο κείμενό της «Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη» παρατηρεί για τους τελευταίους δύο στίχους του ποιήματος «Τώρα»: «Ανάμεσα στην πίστη και στην αμφιβολία (ο ποιητής) θα περπατήσει αποφασισμένος σ’ ένα δικό του εφιαλτικό διάκενο», Αντί, 30 Ιουλίου 1993, τχ. 527-528, σ. 16.
[14] Ο Παντελής Μπουκάλας αναφέρει τους στίχους αυτούς ως ένδειξη ότι ο λόγος του Αναγνωστάκη «δεν πέρασε ποτέ ολόκληρος από τη μεριά του Καρυωτάκη, από τη μεριά του μηδενός», «Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», ό.π., σ. 19.
[15] Αρκετές λέξεις εμφανίζονται με κεφαλαίο στην ποίηση του Αναγνωστάκη· με αυτήν την έννοια έχει ενδιαφέρον ο στίχος από το ΥΓ.: Το ενοχλητικότερο ήταν πως επέμενε να γράφει την αλήθεια με άλφα κεφαλαίο.
[16] Η Θάλεια Ιερωνυμάκη παρατηρεί ότι αυτό το ποίημα «καταλήγει προοδευτικά σε ρητή παραινετική διατύπωση, ανάλογη μιας αποχαιρετιστήριας επιστολής» και διακρίνει αισθητή διαφορά από την πρώτη συλλογή όσον αφορά στο εφηβικό ερωτικό βίωμα: εκεί «έμενε μυστικό, περιφρουρημένο με ασφάλεια σε ημερολογιακού τύπου καταγραφές», εδώ «φθαρμένο και εξαντλημένο, εξωτερικεύεται και μετατρέπεται σε συνετή αποδοχή και, χάρη σ’ αυτήν, σε ενήλικη παραμυθία του αποδέκτη», «Ειδολογικά ίχνη στο έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη: από την εφηβεία στην ωριμότητα», Πόρφυρας, τχ. 153, Οκτ.-Δεκ. 2014, 203-213: 204. Η ίδια πιστεύει ότι χαρακτηριστικά της ποίησης του Αναγνωστάκη, όπως η διαλογική διάσταση, το κουβεντιαστό ύφος, κ.τ.λ. είναι πτυχές της «μυθιστοριοποίησης» των ειδών και «της μετατόπισής τους σε μια ζώνη άμεσης επαφής με το παρόν», ό.π., σ. 206.
[17] Υπάρχει μια φωτογραφία των Αναγνωστάκη και Αποστολίδη από το αναρρωτήριο των φυλακών. Βλ. και τη συνέντευξή του δεύτερου: Γιώργος Αποστολίδης, «Ήμασταν από τότε αναθεωρητές», Εντευκτήριο, τχ. 71, Αφιέρωμα Μανόλης Αναγνωστάκης, Δεκ. 2005, σ. 45-49.
[18] Ο Αλέξανδρος Αργυρίου ερμηνεύει το ποίημα ως μια κρυπτική προειδοποίηση: «τα τραύματα […] είχαν εμφανιστεί, σε μορφές πογκρόμ, μέσα σε φυλακές και σε εξορίες», «Η ποίηση της ήττας», Μανόλης Αναγνωστάκης, Νοούμενα και υπονοούμενα της ποίησής του, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2004, σ. 161.
[19] Ο Γιάννης Δάλλας, αφού παρατηρήσει ότι «τα πάντα συντελούνται επάνω στη νεότητα» σχολιάζει για τους τελευταίους στίχους του «Τώρα» των Εποχών 3 ότι δηλώνουν «μαζί με την εξίσωση του αγώνα, την απόλυτη εξίσωση της ποίησης και όλης της ζωής με τη νεότητα», «Η μύηση ως βιοθεωρία και ποιητική..», ό.π., σ. 243, 244.
[20] Βλ. και τους στίχους του πρώτου ποιήματος της συλλογής: Σαν κάθε νύχτα / Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων («Ήρθες όταν εγώ…»).
[21] Η Δώρα Μέντη σημειώνει για το ίδιο ποίημα ότι «η ζωή είναι πλέον γεγονός ως διαφυγή του θανάτου, γιατί οι σφαίρες που καρφώθηκαν στο σώμα ξεριζώνονται από τους φίλους», «Το θεματικό μοτίβο του “επιζώντος” στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη», Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 285.
[22] Στην ίδια συλλογή εμφανίζεται επίσης η σύζευξη του «τώρα» με το ρήμα «βουλιάζω»: Εσύ μόνο το ξέρεις / Πώς χάνεσαι τώρα πώς βουλιάζεις / μέσα στα ωραία χρόνια στ’ άσπρα πουκάμισα / Στ’ άσπρα χαμόγελα στ’ άσπρα καινούργια βιβλία […] («Εσύ μόνο το ξέρεις…»). Βλ. και στο ΥΓ.: To ρήμα που ταίριαζε στην περίπτωσή του ήταν: βουλιάζω.
[23] Το Περιθώριο ’68-’69, Νεφέλη, Αθήνα 2000, σ. 9.
[24] Είμαι αριστερόχειρ…, ό.π., σ. 58.
[25] Ο Διονύσης Καψάλης σημειώνει ότι το «γράφω ποιήματα» παρουσιάζεται κατά κανόνα ειρωνικό στα ποιήματά του, ενώ το «μιλώ» «κάνει ένα θαρραλέο βήμα έξω από το ποίημα», «Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα», Εντευκτήριο, 2005, ό.π., σ. 155.
[26] Το Περιθώριο’68-’69, σ. 27 (θα ενταχθεί αργότερα και στο ΥΓ.) και 43. Βλ. και την κατακλείδα «εγώ γράφω» στο τέλος του έβδομου κειμένου, ό.π., σ. 14.
[27] Ο Σπύρος Τσακνιάς διαβάζει το Περιθώριο ΄68’69 ως «ένα σύνθεμα αυστηρά κυριολεκτικού λόγου και εκτεταμένων διαστημάτων σιωπής», «Μανόλης Αναγνωστάκης, Το Περιθώριο ’68-’69», Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 160.
[28] «Τώρα, μπορεί πια ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει, για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο, την απανθρωπία του αιώνα, τη χρεωκοπία των ιδεολογιών, τη βαρβαρότητα της μηχανής, για δίκες, για ρήγματα, για φράγματα, για ενοχές, για γρανάζια.
Όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο προσιτά.
Θα ’ρθει ένας καιρός, που σε ζωολογικούς κήπους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς, θα συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλωβούς, άνθρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής, προς ικανοποίησιν της περιεργείας του κοινού και προς χρήσιν των σχολείων και των επιδόξων συγγραφέων». (Το Περιθώριο, ό.π., σ. 13). «Με εκφράζει», είναι το σχόλιο του ποιητή, βλ. Μ. Δ. Πολυβίου, ό.π., σ. 65.
[29] Το Περιθώριο ’68-’69, σ. 21.
[30] Βλ. το τέλος του κειμένου «Μέρα με τη μέρα…»: Κι ύστερα σβήνει σιγά-σιγά κάθε φαντασία –βουλιάζει και ναρκώνεται μες στ’ αντικείμενα που ολοένα περισσεύουν και σε πνίγουν (ό.π, σ. 17).
[31] Ό.π, σ. 22.
[32] Ό.π., σ. 36. Η διατύπωση είναι του Θανάση Θ. Νιάρχου: «αυτό το σκαλισμένο σαν πάνω σε μάρμαρο “επίγραμμα”», «Το Περιθώριο ’68-’69», Η λέξη, τχ. 186, ό.π., σ. 467.
[33] Το Περιθώριο ’68-’69, σ. 34. Η Μαίρη Μικέ παρατηρεί ότι στο Περιθώριο ’68-’69 εισβάλλει ορμητικά η μνήμη σε ένα παρόν που, αν και την αποβάλλει, δεν την ακυρώνει, «Ανοχύρωτη πόλη», Εντευκτήριο, 2005, ό.π., σ. 138.
[34] Αν θυμηθούμε και το ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949» (από τη συλλογή Παρενθέσεις), τότε παρατηρούμε ότι τις λιγοστές φορές που ο Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί χρονολογίες στον τίτλο, αυτές παραπέμπουν σε τρεις ιστορικές περιόδους: τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Εμφύλιο και τη δικτατορία των συνταγματαρχών.
[35] Παρατήρηση του Παντελή Μπουκάλα, «Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», πρόλογος στο Είμαι αριστερόχειρ…, ό.π., σ. 20-22
[36] Λόγια του ποιητή στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Λάκη Παπαστάθη στην εκπομπή «Παρασκήνιο» (1983).
[37] Βλ. Μαρίνα Αρετάκη, «Η ποιητική της σύντομης φόρμας στο ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη», στο Ίλια Παπαστάθη (επιμ.), Ζητήματα Νεοελληνικής Φιλολογίας: μετρικά, υφολογικά, κριτικά, μεταφραστικά, Μνήμη Ξ. Α. Κοκόλη, Πρακτικά ΙΔ΄ Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, 27-30 Μαρτίου 2014, Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ – Τομέας ΜΝΕΣ, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 853-864.
[38] Ό.π., σ. 861.
[39] ΥΓ., Νεφέλη, Αθήνα 1992 (ιδιωτική έκδοση 1983), σ. 14 και 28 αντίστοιχα. Η λέξη «τέχνη» απαντάται δυο φορές στην ποίηση του Αναγνωστάκη, και στις δύο συνδέεται με το «τώρα». Στο ΥΓ. η λέξη γράφεται με κεφαλαία, ενώ αντίθετα στη Συνέχεια 3 συνοδεύεται από το επίθετο «ηλίθιος»: Τώρα διδάσκουν στα σχολεία την εποχή των αγενών μετάλλων. / Τα φριχτά εγκλήματα που οι πρόγονοί τους διαπράξαν / Τις ακατανόητες πράξεις μας τα ηλίθια έργα τέχνης («Πάψαν τα λόγια πια…»).
[40] Ο Γιάννης Κουβαράς προτείνει την εξής ερμηνεία στον στίχο: η ζωή του επιζώντος Αναγνωστάκη αποκτά την ένταση της παράτασης, μιας παράτασης που διαρκεί 41 χρόνια, «Ένα ΥΓ. που διαρκεί», Εποχή, 20.12.1992. Ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου σημειώνει: «η παράταση αυτή είναι της ζωής –κι όχι του παιχνιδιού», «Τα άδεια γήπεδα», Αντί, τχ. 527-528, 30 Ιουλίου 1993, σ. 25.
[41] Ας θυμηθούμε τον τίτλο του πρώτου ποιήματος που δημοσίευσε ο Αναγνωστάκης στα Πειραϊκά Γράμματα το 1942: «1870-1942». Όπως παρατηρεί ο Αλ. Αργυρίου, «η δεύτερη χρονολογία, 1942, δηλώνει ότι το σημείο παρατήρησης είναι ο παρών χρόνος», Μανόλης Αναγνωστάκης, «Η ποίηση και ο ποιητής», ό.π., σ. 74.
[42] Βλ. και το τελικό σχόλιο του Ν. Μπακόλα για το ποίημα «Σωσίες» (Συνέχεια 3): «ο χρόνος στον Αναγνωστάκη είναι το παρελθόν, αλλά ουσιαστικότερα το παρόν», («Ο χρόνος στον Μανόλη Αναγνωστάκη», Εντευκτήριο 6, 4/1989, σ. 22). Bλ. επίσης και την παρατήρηση του Μισέλ Φάις ότι «στον άνθρωπο που είχα απέναντί μου το γεγονός (όσο τραυματισμένο ή κακοφορμισμένο κι αν είναι) έχει ένα προβάδισμα, ένα αίσθημα υπεροχής από την ανάκλησή του, από την ανάμνηση», «ΥΓ. σ’ έναν μονόλογο», Είμαι αριστερόχειρ…, ό.π., σ. 99. Βλ. τέλος το συμπέρασμα του Αλ. Αργυρίου ότι «στα ποιητικά μεταπολεμικά πράγματα κανένα έργο δεν είναι τόσο συνυφασμένο με την ελληνική πραγματικότητα […] χωρίς να την εξαργυρώσει κανένα ιδεολογικό ή πολιτικό μόρφωμα», Μανόλης Αναγνωστάκης, ό.π., «Ο ποιητής και ο πολίτης», σ. 145-146.

