Βασίλειος Π. Βερτουδάκης

Τότες, του ’80 οι δον κιχώτες!

Για τη γενιά μου, ιδίως ημών των αγοριών, το πρώτο αλησμόνητο καλοκαίρι ήταν εκείνο του 1974. Το μεγάλο γεγονός που περιμέναμε όλοι ήταν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στην τότε Δυτική Γερμανία — το πρώτο που παρακολουθήσαμε. Η κορύφωση ήλθε στις 7 Ιουλίου, ο μεγάλος τελικός στο Μόναχο. Στήθηκα στη μαυρόασπρη Schaub-Lorenz. Ενστικτωδώς υποστήριζα τη Δ. Γερμανία. Μου αρέσει ο στιβαρός Ζεπ Μάγιερ κάτω από τα δοκάρια, ο σταθερός πίσω Πάουλ Μπράιτνερ, ο άρχων Μπεκενμπάουερ, ο εκτελεστής Γκερντ Μύλλερ. Από την άλλη μεριά, το μεγάλο αστέρι της Ολλανδίας, ο χορευτής Γιόχαν Κρόιφ. Χαίρομαι που κερδίζουν οι Γερμανοί.

Σε λίγες μέρες ήλθαν αυτά που δεν περιμέναμε. Το πρώτο μεγάλο πολιτικό γεγονός που μπορώ να ανακαλέσω. Η 20ή Ιουλίου του 1974. Είμαι σε διακοπές στο Ηράκλειο Κρήτης, πρωί πρωί κτυπάει το τηλέφωνο και ακούω τη γιαγιά μου να ολοφύρεται με κοπετούς. Ο γιος της και θείος μου, που μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό ως έφεδρος αξιωματικός, της ανακοινώνει ότι επιστρατεύεται. Μας σημάδεψε το τραύμα της Κύπρου — και ο φόβος ενός πολέμου. Θυμάμαι τον εαυτό μου να υπολογίζει την ηλικία του πατέρα μου, και ήθελα να τον βγάζω μεγάλο ώστε να έχει περάσει το όριο της επιστρατεύσεως.

Το καλοκαίρι του ’74 οι Έλληνες άδειασαν τα παντοπωλεία: ρύζια, μακαρόνια, κονσέρβες. Η Κατοχή απείχε μόλις τριάντα χρόνια. Τότε μου φαινόταν αιώνας. Τώρα είναι το αγαπημένο μου παράδειγμα όταν θέλω να εξηγήσω σε έναν νέον άνθρωπο τη διαφορά του εσωτερικά βιωμένου, υποκειμενικού χρόνου από τον εξωτερικό, αντικειμενικό χρόνο — χωρίς να έχει διαβάσει Μπερξόν. Η χρονιά που απέχει τριάντα έτη από τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές είναι το 1996. Για μένα είναι χτες!

Είχα γεννηθεί ένα άλλο καυτό καλοκαίρι — επί της βραχύβιας πρωθυπουργίας του (και ποιητή) Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα. Η πρώτη δεκαετία προσωπικής μνήμης είναι του ’70 αλλά, όπως και όλοι όσοι γεννηθήκαμε όταν του ’60 οι εκδρομείς ήταν στο φόρτε τους, είμαστε παιδιά της δεκαετίας του ’80. Η σύντομη δεκαετία αρχίζει χωρίς αμφιβολία στις 18 Οκτωβρίου 1981 και τελειώνει το καλοκαίρι του ’89 ή με την καθαίρεση του Τείχους τον Νοέμβριο του ’89. Αλλά η μακρά δεκαετία του ’80 αρχίζει από το 1979. Τότε συνέβησαν γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο. Για πολλά χρόνια, κατόπιν, μου άρεσε να καταλογογραφώ τα μείζονα της χρονιάς αυτής. Μετράτε: Ιρανική Επανάσταση — ακόμη έχω στ’ αυτιά μου τη στιβαρή φωνή (και μορφή) της Εύης Δεμίρη να ανακοινώνει από την ΕΡΤ την προσγείωση του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί στην Τεχεράνη (με εντυπωσίασε γιατί οι άλλοι δημοσιογράφοι δεν έλεγαν το ενδιάμεσο Ρουχολάχ)· η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν — ποιος είπε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού;· η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση — η γενιά μου μεγάλωσε με θηριώδη πληθωρισμό· η Μάργκαρετ Θάτσερ γίνεται Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας — προαναγγέλλεται η άνοδος του Ρόναλντ Ρήγκαν και η νεοφιλελεύθερη στροφή της οικονομίας στη Δύση· ο Πολωνός Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, εκλεγείς από το τέλος του 1978, αρχίζει σιγά σιγά τη διάβρωση εκ των έσω του κομμουνιστικού μπλοκ. Και βέβαια ο Οδυσσέας Ελύτης παίρνει το Νόμπελ και στο Ζάππειο υπογράφεται επισήμως η είσοδός μας στην ΕΟΚ — δεν ξεχνώ το όνομα του Υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου Γεωργίου Κοντογεώργη, με τα χοντρά γυαλιά και τις ατελείωτες ώρες διαπραγματεύσεων, το πρότυπο δημοσίου υπαλλήλου που έφτασε να γίνει ανώτατος κρατικός λειτουργός.

Παιδί της ελληνικής επαρχίας και των μεταθέσεων από τόπο σε τόπο, λόγω πατρικής δημοσιοϋπαλληλίας, δεν μεγάλωσα με θέατρα, όπερες και βιβλιοθήκες. Αυτό που με κράτησε είναι ότι μελετούσα πολύ καλά τα σχολικά βιβλία, τα οποία συνήθως είναι πολύ καλύτερα απ’ όσο νομίζουμε, και η μικρή οικογενειακή βιβλιοθήκη. Υπήρχε η απαραίτητη Εγκυκλοπαίδεια, ο πεντάτομος Σύμβουλος των Νέων και ένα επίτομο Σύγχρονον Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης του 1961. Αγαπημένο μου μάθημα η Γεωγραφία. Ο πατέρας με είχε εφοδιάσει με χάρτες, δεκάδες χάρτες όλων των νομών, των χωρών, των ηπείρων, και τη μεγάλη σειρά γεωγραφίας και πολιτισμού του Χάρη Πάτση.

Και ραδιόφωνο, πολύ ραδιόφωνο! Θυμάμαι μια εκπομπή, ίσως εβδομαδιαία, το βράδυ στις επτά. Την παρουσίαζε με τη γοητευτική του φωνή ένας Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος (όσο κι αν τον έχω ψάξει, δεν έχω βρει κάτι γι’ αυτόν). Η εκπομπή άρχιζε και τελείωνε με την ίδια ακριβώς προσφώνηση: Αγαπητοί ακροαταί, καλησπέρα σας! Στο πρώτο μισό έκανε μια σύνοψη της θεατρικής κίνησης της Αθήνας και στο δεύτερο ανέλυε ένα φιλοσοφικό θέμα. Βαρύ! Ας πούμε, ανάλυση της περίφημης εγελιανής διατύπωσης «Ό,τι είναι λογικό, είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό». Η εκπομπή, ωστόσο, που μου εξήπτε την ιστορική φαντασία και την άκουγα πάντα με προσοχή, παρ’ όλο που δεν με αφορούσε πρακτικά, ήταν εκείνη της Υπηρεσίας Αναζητήσεων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, κάθε μεσημέρι στις 3.00. Ακόμη θυμάμαι τη φωνή της εκφωνήτριας: Αναζητείται ο … από το 1949… Αναζητείται… Αναζητείται…

Η τηλεόραση τότε στα σπάργανά της στράφηκε στους νεοέλληνες συγγραφείς για να αντλήσει σενάρια. Εμείς μάθαμε λογοτεχνία από την τηλεόραση. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ήταν ο αγαπημένος των τηλεοπτικών παραγωγών: Τερέζα Βάρμα Δακόστα, Τυχεροί και άτυχοι, Η απερίγραπτη, Λάουρα, αλλά και Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη, Ο Συμβολαιογράφος του Αλέξανδρου Ρ. Ραγκαβή, Οι Πανθέοι του Τάσου Αθανασιάδη, Η Αστροφεγγιά του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Από λογοτεχνικά βιβλία ήταν πολύ της μόδας Το λάθος του Αντώνη Σαμαράκη. Πρώτο πολιτικό βιβλίο που διάβασα Η δημοκρατία στο απόσπασμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Θυμάμαι ότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση και με κινητοποίησε να διαβάσω ιστορία.

Στα ξένα τραγούδια ήμουν κυρίως της ευρωπαϊκής σχολής: Άμπα, Σκόρπιονς και για πιο γλυκές στιγμές Κριστόφ Oh Mon Amour και Τζο Ντασέν Et si tu n’existais pas. Ο πρόωρος και αιφνίδιος θάνατός του το 1980 μας κατέθλιψε. Το μεγάλο ξεφάντωμα όμως ήταν οι Μπόνευ Εμ. Τότε ακούγαμε χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε. Ξαναγύρισα στα τραγούδια τους μετά από σαράντα χρόνια και διαπίστωσα ότι τα λόγια της μεγάλης τους επιτυχίας Rivers of Babylon είναι mot à mot ο βιβλικός ψαλμός 137 με ολίγα από τον ψαλμό 19. Επανάσταση έφερε η ηλεκτρονική μουσική. Άφησε εποχή το Κονσέρτο στην Κίνα του Ζαν-Μισέλ Ζαρ, του πρώτου δυτικού καλλιτέχνη που επιτράπηκε να δώσει συναυλία στη χώρα.

Το 1983 καταφτάνω επαρχιωτάκι φοιτητούδι στην Αθήνα: Φιλοσοφική Σχολή, τότε στο ίδιο κτίριο με τη Νομική στην οδό Σόλωνος. Η Σόλωνος ήταν βιβλιόδρομος, όπως λέει ο Βασίλης Χατζηιακώβου στη Δική του Σόλωνος. Μαζί με τους κάθετους δρόμους ήταν το βασίλειο του βιβλίου, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα. Ξεκινούσες από ψηλά από το πολύβουο Βιβλιοπωλείο της Εστίας, με το φοβερό υπόγειο. Κατέβαινες προς Μασσαλίας. Υπήρχαν ακόμη τα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία στις ξύλινες ντουλάπες βιδωμένες στον τοίχο της Νομικής. Στην άλλη γωνία το υπόγειο βιβλιοπωλείο «Το Φιλολογικόν» του χωλού αλλά υπερκινητικού Β. Γ. Βασιλείου. Έβρισκες εκεί παλιούς τόμους με σχόλια στους αρχαίους συγγραφείς από τους Wecklein-Ζωμαρίδη και Κάρολο Σιττλ. Λίγο παρακάτω γωνία με Ασκληπιού ο Σάκκουλας, η ναυαρχίδα του νομικού βιβλίου, πιο δώθε η Δωδώνη με την εξαιρετική σειρά του Παγκοσμίου Θεάτρου. Συνεχίζοντας στη Σόλωνος συναντούσες το βιβλιοπωλικό στέκι του Στρατή Φιλιππότη και το βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, απ’ όπου αγοράζαμε τα λατινικά λεξικά Κουμανούδη και Τσακαλώτου. Ακριβώς δίπλα το βιβλιοπωλείο των Αδελφών Τολίδη· εδώ έβρισκες τα βιβλία του Τάσου Βουρνά, τον Ελληνικό λαό του Γκέοργκ Μάουρερ και άλλα ιστορικά βιβλία. Στρίβοντας αριστερά έφτανες στον ναό της αρχαιογνωσίας: Καρδαμίτσα και Παπαδήμας. Για μένα ήταν το δεύτερο Σπουδαστήριο Κλασικής Φιλολογίας.

Στα διαβάσματά μου ήμουν μάλλον συντηρητικός αλλά και ανοικτός προς το καινούργιο. Αρχαίοι συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνοι, και νεότερη βιβλιογραφία που είχα μάθει από τον προγυμναστή μου φιλόλογο στην Κρήτη, αργότερα και ποιητή, Μάνο Λουκάκη. Στην πρώτη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο Καρδαμίτσα αναζήτησα Μπρούνο Σνελλ, Ζαν-Πιερ Βερνάν, Βιντάλ Νακέ, Άλμπιν Λέσκυ αλλά και Τζωρτζ Τόμσον, τον σπουδαίο μαρξιστή κλασικό φιλόλογο που δεν τον θυμόμαστε σήμερα.

Στη νεοελληνική λογοτεχνία ένας βασικός οδηγός ήταν η σειρά της Εστίας. Μια μέρα όμως η πιο ψαγμένη συμφοιτήτρια μού σφυρίζει το Παυσίπονο του Πέτρου Τατσόπουλου. Με εντυπωσίασε! Από την ξένη λογοτεχνία θυμάμαι τον πάταγο που έκανε Το όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο το 1985-86. Ρούφηξα το τούβλο μέσα σε λίγες μέρες. Τα λογοτεχνικά περιοδικά ήταν σε άνθηση. Από το 1983, στα πενηντάχρονα από τον θάνατο του Καβάφη, διάβαζα τη Λέξη του Θανάση Νιάρχου και του Αντώνη Φωστιέρη. Γρήγορα έγινα συνδρομητής στη Νέα Εστία — και είμαι ακόμη! Ήταν εκείνα τα δεκαπενθήμερα τευχίδια επί διευθύνσεως Πέτρου Χάρη· απέπνεαν έναν βαθύ συντηρητισμό αλλά και μια γοητεία σε μένα.

Δεν θυμάμαι πώς έφτασε στα χέρια μου στο πρώτο κιόλας έτος της Σχολής το αυτοβιογραφικό και φιλοσοφικό βιβλίο του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη, ένα βιβλίο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Διάβασα τα άπαντα του Θεοδωρακόπουλου, κι αυτός με οδήγησε στον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ήλθε μετά και ο Δημήτριος Καπετανάκης. Αυτοί μου άνοιξαν τον δρόμο προς το γερμανικό πνεύμα: Γκαίτε, Σίλλερ και βεβαίως Χαίλντερλιν.

Με τον ερχομό μου στην Αθήνα ξεπείνασα από τη θεατρική νηστεία της προηγούμενης νιότης μου. Θυμάμαι την πρώτη παράσταση που είδα ως φοιτητής: Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο, και την επόμενη χρονιά Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν. Ιστορικές παραστάσεις. Κατέβηκα στο υπόγειο του Κουν και ανέβηκα στην οδό Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή.

Λένε ότι η δεκαετία του ’80 είναι μια ενδιάμεση συνθήκη ανάμεσα στην έντονη πολιτικοποίηση της δεκαετίας του ’70 και στην ιδιωτικότητα του ’90. Πάντως με το που στρίψαμε στα ενενήντα καταλάβαινα ότι κάτι άλλαζε. Δεν συνειδητοποιούσα τί, αλλά κάτι άλλαζε.

Όταν ήμουν μικρός άκουγα συχνά τέτοιου τύπου ιεραρχήσεις για διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες: «ο τάδε, από τους καλύτερους της γενιάς του». Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί προστίθεται ο περιορισμός «της γενιάς του». Για να καταλάβεις τι σημαίνει γενιά πρέπει να φύγεις από τη νεότητα, να αποκτήσεις βίωμα ζωής. Οι άνθρωποι της ίδιας γενιάς μοιράζονται ένα κοινό υπόγειο ρεύμα εμπειριών: τις ίδιες ιστορικές τομές, τις ίδιες αγωνίες για το μέλλον, τις ίδιες λέξεις που κάποτε έμοιαζαν να μας εκφράζουν όλους μαζί. Βιβλία, ταινίες και τραγούδια δεν λειτουργούν απλώς ως αναμνήσεις, αλλά ως σημεία αναγνώρισης. Η γενιά δεν είναι ένα ημερολογιακό σύνολο, αλλά μια κοινή εμπειρία χρόνου.

Κύλιση στην κορυφή