ΜΑΤΙΑ
Γλίστρησε και πετάχτηκε έξω από το λεωφορείο. Μία ευγενική κυρία το μάζεψε και μου το πρόσφερε. «Δικό σας το μάτι;» Το έβαλα όπως όπως στη θέση του κι έτρεξα να πιάσω το επόμενο λεωφορείο. Είναι η τρίτη φορά που το μάτι μου κάνει ό,τι του καπνίσει. Την προηγούμενη εβδομάδα εμφανίστηκε στο μέτωπο της μητέρας μου. Εχτές στην τσέπη του Καθηγητή. Σήμερα με επισκέφτηκε ο οφθαλμίατρος και του διηγήθηκα τα καθέκαστα. «Κυρία μου, ούτε η πρώτη είστε ούτε η τελευταία. Ακούστε ένα περιστατικό. Είχα έναν φίλο στο γυμνάσιο που είχε ένα γαϊδούρι, τον Καραμανλή. Μαζί του κοιμόταν, μαζί του ξυπνούσε. Μια μέρα, καθώς περπατούσαν στο δάσος συνάντησαν μια λίμνη. Ο ήλιος έπεφτε πάνω της και έμοιαζε παγωμένη αλλά όχι ακίνητη. Πλησίασαν πιο κοντά και τι να δουν; Αντί για νερό μάτια. Βολβοί καφέ, μπλε, γκρι έπλεαν γαλήνια ο ένας δίπλα στον άλλον βουβοί. Το φως έπεφτε πάνω τους και από την αντανάκλαση νόμιζες ότι βλέπεις κι άλλους φωτεινούς λαβύρινθους. Ο φίλος μου έκανε δυο ακόμη βήματα πίσω, έκρυψε με τα χέρια τα μάτια του και ούρλιαξε: «Μη με κοιτάτε. Θα τυφλωθώ». Ο Καραμανλής χλιμίντρησε το ανάλογο στα γαϊδουρινά.
ΟΥΡΑΝΟΣ
Έξι νυχτικά κρέμονται ψηλά στον ουρανό
Προσπαθώ να πιάσω ένα, για να το φορέσω
Η μαμά μου μόλις που το φτάνει
Τα νυχτικά ανεμίζουν προς το σπίτι
Η θεία, ξυπόλυτη, σκαρφαλώνει στο δέντρο και αρπάζει ένα
με το σκουπόξυλο
Μυρίζει νωπή λάσπη και ιδρώτα, ενώ είναι καθαρό
Η γιαγιά πιάνει το νυχτικό και το βάζει στο πρόσωπό της.
Κάνει τον σταυρό της
« Η φανέλα του Γιάννη μου».
ΜΠΕΡΤΑ
Άφησα τη σάκα μου στο προαύλιο και μπήκα στο παλιό νοσοκομείο. Πήρα έναν ασθενή αγκαζέ και κατευθυνθήκαμε στο γραφείο του καθηγητή. «Είμαστε άρρωστοι και ζητούμε βοήθεια» λέμε. Ο καθηγητής φοράει μία μπλε τσόχινη μπέρτα. «Είμαι κι εγώ τρελός. Καθίστε να τα πούμε. Όταν με πιάνει αυτή η φρικτή αρρώστια κοιτάω το απέναντι παράθυρο. Μυρίζω το φαΐ τους. Προσκαλώ τον εαυτό μου σε γεύμα. Βλέπουμε τηλεόραση ή ό,τι μπορώ να δω γιατί εκείνη την ώρα κλείνουνε την κουρτίνα. Όταν κλείσουν την τηλεόραση βγάζω τα παπούτσια μου και απλώνω την μπέρτα μου στο γραφείο. Ξαπλώνω και κοιμόμαστε όλοι μαζί. Το πρωί επιστρέφω στη δουλειά μου. Οι απαίσιες φωνές έχουν εξαφανιστεί.»

